Η ατμόσφαιρα στο Ουέστμινστερ είναι ανήσυχη. Με τις τοπικές εκλογές να πλησιάζουν στις 7 Μαΐου, το σκηνικό μοιάζει λιγότερο με μια συνηθισμένη δημοκρατική διαδικασία και περισσότερο με προοίμιο αναταραχής.
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται ο Νάιτζελ Φάρατζ ο οποίος, κατά την έναρξη της εκστρατείας του Reform UK, δήλωσε ότι η ψηφοφορία αποτελεί «δημοψήφισμα» για την πρωθυπουργία του Κιρ Στάρμερ. Για τον Φάρατζ η άνοδος του ποσοστού του Reform δεν σημαίνει απλώς κέρδη στα δημοτικά συμβούλια, αλλά ένα «σκαλοπάτι προς την κατάκτηση της εθνικής κυβέρνησης».
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι έχει λόγους για αισιοδοξία. Μια μεγάλης κλίμακας έρευνα αυτή την εβδομάδα δείχνει ότι το Reform θα μπορούσε να αναλάβει τον έλεγχο μεταξύ 56 και 69 αγγλικών δήμων – εντυπωσιακή επίδοση για ένα κόμμα που, μέχρι πρόσφατα, βρισκόταν στο περιθώριο. Οι Εργατικοί, αντίθετα, αντιμετωπίζουν την προοπτική να χάσουν εκατοντάδες δημοτικούς συμβούλους, ιδιαίτερα στο Λονδίνο.
Επίδραση της ήττας Ορμπαν
Πάνω από αυτή την εγχώρια αναμέτρηση αιωρείται μια απροσδόκητη διεθνής διάσταση: η πτώση του Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία, ο οποίος για χρόνια καλλιέργησε ένα δίκτυο συντηρητικής επιρροής που εκτεινόταν σε όλη την Ευρώπη. Πρόσωπα που συνδέονται με το Reform έχουν συνεργαστεί με θεσμούς που σχετίζονται με την κυβέρνηση του Ορμπαν, ενώ ο ίδιος ο Φάρατζ τον είχε κάποτε επαινέσει ως «τον ισχυρότερο ηγέτη στην Ευρώπη».
Ομως η ήττα του Ορμπαν αλλάζει το τοπίο καθώς, όπως λένε υψηλά στελέχη της βρετανικής κυβέρνησης, «στερεί από τον Φάρατζ έναν σημαντικό ιδεολογικό σύμμαχο».
Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη. Το Reform πηγαίνει στις εκλογές του Μαΐου σε μια στιγμή εγχώριας ισχύος, ωστόσο το ευρύτερο διεθνές κίνημα από το οποίο αντλεί επιρροή φαίνεται κλονισμένο. Η αποδυνάμωση του δικτύου του Ορμπαν θα μπορούσε να περιορίσει τη ροή ιδεών, πλατφορμών και νομιμοποίησης που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση τμημάτων της ευρωπαϊκής Δεξιάς.
Ο Στάρμερ επιχείρησε να παρουσιάσει την ήττα του Ορμπαν ως επιβεβαίωση των δημοκρατικών αξιών. Για τον Φάρατζ το ερώτημα είναι κατά πόσο η δυναμική του Reform μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τέτοια διεθνή στήριξη.
Η απήχησή του – που βασίζεται στην οικονομική δυσαρέσκεια, τις πολιτισμικές ανησυχίες και θέσεις όπως η επέκταση των γεωτρήσεων στη Βόρεια Θάλασσα – παραμένει ισχυρή. Ωστόσο, η μετατροπή της τοπικής επιτυχίας σε εθνική εξουσία θα απαιτήσει περισσότερα από ψήφους διαμαρτυρίας.
Τοπικές εκλογές και κυβέρνηση
Η ιδέα ότι οι τοπικές εκλογές λειτουργούν ως ετυμηγορία για την κυβέρνηση δεν είναι καινούργια. Ωστόσο φέτος οι αναλυτές εκτιμούν ότι το φαινόμενο μπορεί να είναι ασυνήθιστα έντονο.
Ο καθηγητής σερ Τζον Κέρτις του Πανεπιστημίου του Στραθκλάιντ το θέτει απλά στο «Βήμα»: «Υπάρχουν δύο μεγάλα ερωτήματα. Το ένα είναι περισσότερο πολιτικό: ποια μπορεί να είναι η επίδραση των αποτελεσμάτων στο μέλλον του Στάρμερ; Το δεύτερο, και ίσως μεγαλύτερο, αφορά το μέλλον του παραδοσιακού δικομματικού συστήματος της Βρετανίας».
Προειδοποιεί ότι καθώς «αυτές οι εκλογές πραγματοποιούνται σε μια περίοδο όπου η δημοσκοπική επίδοση των Εργατικών είναι πολύ χαμηλή, όλοι περιμένουν να δουν αν τα αποτελέσματα θα επιβεβαιώσουν τις δημοσκοπήσεις». Αν συμβεί αυτό, «μπορεί να υπάρξει μια αποφασιστική προσπάθεια για την απομάκρυνση» του Στάρμερ.
Για τους Εργατικούς η άμεση προοπτική είναι δυσοίωνη. Στην Αγγλία, βασικά πεδία μάχης όπως το Σάντερλαντ, το Μπάρνσλεϊ και το Γκέιτσχεντ – κάποτε αξιόπιστα προπύργια – βρίσκονται πλέον υπό απειλή από το Reform. Στο Λονδίνο, οι Πράσινοι είναι έτοιμοι να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των Εργατικών σε εσωτερικούς δήμους.
Ο Κέρτις περιγράφει αυτό που αποκαλεί χειρότερο σενάριο: «Αν το Reform κερδίσει τον έλεγχο του Σάντερλαντ, οι Πράσινοι τον έλεγχο του Λιούισαμ και οι Εργατικοί έρθουν τρίτοι στην Ουαλία, θα είναι ο εφιάλτης του Στάρμερ. Φαίνεται ότι το Scottish National Party (SNP) θα κυβερνά και πάλι τη Σκωτία», ενώ στην Ουαλία «το Εργατικό Κόμμα όχι μόνο οδεύει προς ήττα για πρώτη φορά από το 1931», αλλά και ενδεχομένως θα καταλήξει «σε μια αδύναμη τρίτη θέση».
Ο Τιμ Μπέιλ, καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, υπογραμμίζει στο «Βήμα» το μέγεθος της πρόκλησης. «Καλώς ή κακώς, οι τοπικές εκλογές είναι σχεδόν πάντα ένας τρόπος για τους ψηφοφόρους να εκφράσουν την κρίση τους για όποιον βρίσκεται στην εξουσία στο Ουέστμινστερ. Πιθανώς θα είναι σφαγή» λέει. Προσθέτει ότι «η κυβέρνηση είναι τόσο αντιδημοφιλής που θα θεωρηθεί επιτυχία αν χάσει λιγότερες από 1.500-2.000 έδρες στα συμβούλια».
Μιλώντας στο «Βήμα», ο καθηγητής Πολιτικής του Πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, Τζον Τοντζ, προσφέρει παρόμοια εκτίμηση. «Είναι μια ευκαιρία για τους ψηφοφόρους – ένας εύκολος τρόπος να εκφράσουν δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση του Στάρμερ χωρίς επικίνδυνες συνέπειες» λέει. Τα αποτελέσματα, προσθέτει, «θα καθορίσουν τον τόνο για την επόμενη χρονιά».
Κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο
Πέρα από την άμεση τύχη των Εργατικών, ενδέχεται να βρίσκεται σε εξέλιξη μια βαθύτερη αλλαγή. Ο Κέρτις επισημαίνει ότι αθροιστικά η υποστήριξη για Εργατικούς και Συντηρητικούς έχει πέσει κάτω από το 40% σε ορισμένες δημοσκοπήσεις – εντυπωσιακός δείκτης μιας πάλαι ποτέ κυριαρχίας που φθίνει.
Ο Μάρεϊ Στιούαρτ Λιθ, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και διευθυντής του Κέντρου Μετανάστευσης, Διασποράς, Ιθαγένειας και Ταυτότητας στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Σκωτίας, θεωρεί ότι «οι ψηφοφόροι πλέον αντιλαμβάνονται άλλα κόμματα (και όχι το Συντηρητικό) ως βιώσιμα κόμματα εξουσίας» επισημαίνοντας το Reform και τους Πράσινους ως βασικούς ωφελημένους της δημόσιας δυσαρέσκειας.
Προσθέτει ότι «οι τοπικές εκλογές παραμένουν καλός δείκτης της πρόθεσης ψήφου σε εθνικό επίπεδο» και ότι πρόσφατες επαναληπτικές εκλογές δείχνουν το Reform και τους Πράσινους «συχνά να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη νίκη».
Συνολικά, αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν ότι η Βρετανία μάλλον κατευθύνεται προς ένα πιο κατακερματισμένο, πολυκομματικό σύστημα – μια απομάκρυνση από δεκαετίες δικομματικής κυριαρχίας.
