«Για να κατανοήσεις τους Μέρντοχ πρέπει πρώτα να κατανοήσεις την τηλεοπτική σειρά “Succession”».
Με αυτή τη φράση του δημοσιογράφου των «New York Times» Τζιμ Ρούτενμπεργκ ανοίγει η αυλαία του «Dynasty: The Murdochs». Δηλαδή του νέου ντοκιμαντέρ τεσσάρων επεισοδίων του Netflix που έκανε πρεμιέρα στις 13 Μαρτίου αποφασισμένου να βάλει τους τηλεθεατές στα τρίσβαθα μιας από τις πιο ισχυρές οικογένειες του πλανήτη.
Η ατάκα είναι αναμφισβήτητα εύστοχη, αφού το αριστούργημα του Τζέσι Aρμστρονγκ που προβλήθηκε στο HBO, με (αντι)ήρωα τον αδίστακτο Λόγκαν Ρόι και τα διψασμένα για εξουσία παιδιά του, αποτελεί το απόλυτο πολιτισμικό σημείο αναφοράς για την τοξικότητα του πλούτου και τη διαπλοκή του με την εξουσία.
Oμως, η πραγματική ιστορία της πιο επιδραστικής – για καλό, μα κυρίως για κακό – οικογένειας των παγκόσμιων media δεν είναι ένα καλογραμμένο σενάριο μυθοπλασίας.

Το ντοκιμαντέρ, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της βραβευμένης Λιζ Γκάρμπας, ξεκαθαρίζει από νωρίς ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκοτεινή, πολύ πιο κυνική και, τελικά, βαθιά αποκαρδιωτική.
Πίσω από τα κλειστά γραφεία της News Corp, της Fox, των εφημερίδων «The Wall Street Journal» και «The Sun», μερικών μόνο από τα απειράριθμα μέσα ενημέρωσης με τα οποία έχει κατά καιρούς συνδεθεί ο Ρούπερτ Μέρντοχ, η μάχη για τη διαδοχή δεν αφορούσε ποτέ μόνο το μερτικό από τα πατρογονικά δισεκατομμύρια.

Είχε κυρίως να κάνει με το ποιος θα κρατά το τηλεχειριστήριο της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Με άλλα λόγια, ποιος θα επιβάλει την ατζέντα του στον δυτικό κόσμο μετά τον θάνατο του 95χρονου μεγιστάνα.
Ο πατήρ Ρούπερτ Μέρντοχ
Μπορεί να μοιάζει απίθανο, όμως ο άνθρωπος ο οποίος έχτισε τον μιντιακό κολοσσό που γνωρίζουμε σήμερα ξεκίνησε τη δεκαετία του ’50 σχεδόν από το πουθενά. Από τη μικρή τοπική εφημερίδα «The News» στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας, την οποία κληρονόμησε από τον πατέρα του, Κιθ Μέρντοχ. Με μαγιά εκείνο το έντυπο, έχτισε μια ακαταπόνητη και ανίκητη πολιτική μηχανή.
Το «Dynasty: The Murdochs», συγκεντρώνοντας μαρτυρίες κορυφαίων αναλυτών, ερευνητών δημοσιογράφων και πρώην στελεχών των επιχειρήσεων του αυστραλοαμερικανού μεγιστάνα, σκιαγραφεί τα βήματα του ανθρώπου που κατά το κοινώς λεγόμενο εδώ και δεκαετίες ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις.
Η στρατηγική του ήταν πάντα διττή: από τη μία, η αδίστακτη εμπορευματοποίηση της είδησης μέσω του λαϊκισμού και του εντυπωσιασμού. Από την άλλη, η χρήση της μαζικής επιρροής ως νομίσματος για πολιτικές συναλλαγές.

Οταν ο Μέρντοχ μετέφερε την αυτοκρατορία του στο Ηνωμένο Βασίλειο στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αγόρασε τις εφημερίδες «News of the World» και «The Sun», μετατρέποντάς τες σε εργαλεία παραγωγής σκανδάλων, κιτρινισμού (μάρτυς μας η διαβόητη Page 3) και, κυρίως, σε υπερόπλα μαζικής πολιτικής επιρροής.
Κανένας βρετανός πρωθυπουργός, από τη Μάργκαρετ Θάτσερ έως τον Τόνι Μπλερ, δεν μπορούσε να κυβερνήσει χωρίς την – έστω και σιωπηρή – έγκρισή του. Ο Μέρντοχ διάβαζε το κοινό καλύτερα από τον καθέναν.
Σε ένα χαρακτηριστικό, σχεδόν κωμικό στιγμιότυπο που αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ του Netflix, φέρεται να καθόταν στο μετρό του Λονδίνου παρατηρώντας σιωπηλά τι διάβαζαν οι νεαρές γυναίκες της εποχής, για να αποκωδικοποιήσει το ένστικτο της μάζας.
Στο απόγειό του βρέθηκε αφού διέσχισε τον Ατλαντικό και εισήλθε στην αμερικανική αγορά.
Η εξαγορά της εφημερίδας «New York Post» τη δεκαετία του ’70 και η μετέπειτα ίδρυση του τηλεοπτικού δικτύου Fox News στα μέσα της δεκαετίας του ’90 άλλαξαν για πάντα το αμερικανικό – μιντιακό και πολιτικό – τοπίο.

Η σειρά του Netflix υπογραμμίζει την καθοριστική σχέση του με τον Ρόναλντ Ρίγκαν, του οποίου οι σαρωτικές πολιτικές απορρύθμισης στα ΜΜΕ ήταν αυτές που μετέπειτα επέτρεψαν στον Μέρντοχ να παρακάμψει τους αντιμονοπωλιακούς νόμους και να στήσει το τηλεοπτικό του δίκτυο.
Το Fox News εξελίχθηκε σε μια κιβωτό για τη συντηρητική Αμερική αλλά και σε μηχανισμό τροφοδότησης θυμού, διαιώνισης του διχασμού και διασποράς θεωριών συνωμοσίας που έδωσε ρέστα από την εμφάνιση του Ντόναλντ Τραμπ στο πολιτικό τοπίο και εντεύθεν.
Παρεμπιπτόντως, η σχέση Μέρντοχ και Τραμπ θα μπορούσε να είναι μια σπουδή στον κυνισμό. Οπως αποκαλύπτεται από μαρτυρίες, ο Μέρντοχ σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις τον αποκαλούσε ανόητο.
Οταν όμως αντιλήφθηκε ότι ο λαϊκισμός τού νυν προέδρου των ΗΠΑ έφερνε αστρονομικά νούμερα τηλεθέασης και συσπείρωνε τη βάση του Fox, ο πατριάρχης έκανε μια θεαματική κυβίστηση, μετατρέποντας το δίκτυό του στον απόλυτο προπαγανδιστικό βραχίονα του τραμπισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο ηθοποιός Χιου Γκραντ – θύμα υποκλοπών του μηχανισμού των εφημερίδων του Μέρντοχ, με τις οποίες τελικά προχώρησε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό – σε μια σύντομη αλλά καυστική εμφάνισή του στο ντοκιμαντέρ χαρακτηρίζει τον Μέρντοχ ευθέως ως «έναν πραγματικό κίνδυνο για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες». Και μάλλον δεν είναι ο μόνος.
Τα τέκνα: Η άγνωστη Προύντενς, ο εκλεκτός Λάχλαν & ο άσωτος Τζέιμς
Στο επίκεντρο του πολυδαίδαλου συστήματος εξουσίας που δημιούργησε ο Ρούπερτ Μέρντοχ βρίσκονται τα παιδιά του.
Το αφήγημα τού «ποιος θα αναλάβει» τη News Corp και την 21st Century Fox (πριν το μεγαλύτερο μέρος της πωληθεί στην Disney) συντηρήθηκε για δεκαετίες. Ομως το ντοκιμαντέρ, χρησιμοποιώντας έξυπνα το μοτίβο ενός animated επιτραπέζιου παιχνιδιού, αποδεικνύει ότι τα αδέλφια δεν ήταν ποτέ πραγματικοί διεκδικητές. Λειτουργούσαν σαν μαριονέτες ή καλύτερα σαν πιόνια στο παιχνίδι του πατέρα τους.

Η Προύντενς, το μεγαλύτερο παιδί από τον πρώτο γάμο του Μέρντοχ με την Πατρίσια Μπούκερ, κατάλαβε νωρίς τους κανόνες και πλέον απέχει από τις επιχειρήσεις του πατέρα της, επιλέγοντας την οικονομική εξασφάλιση.
Ο Λάχλαν, πρωτότοκος γιος τού Ρούπερτ από τον δεύτερο γάμο του (με την Αννα Τορβ), υπήρξε ανέκαθεν ο εκλεκτός. Εμφανισιακά γοητευτικός, αλλά πολιτικά ταυτισμένος με την ακροδεξιά, σκληρή γραμμή του πατέρα του, τοποθετήθηκε σε ηγετικές θέσεις από τα 22 του χρόνια, αναλαμβάνοντας αρχικά να «τρέξει» την Queensland Newspapers, εκδότρια επιχείρηση της εφημερίδας «Courier-Mail» στο Μπρισμπέιν.

Παρά τις κατά καιρούς ρήξεις του με τον γεννήτορά του – που τον οδήγησαν μάλιστα σε μια προσωρινή φυγή στην Αυστραλία τη δεκαετία του 2000 – επέστρεψε ως ο απόλυτος υπερασπιστής του συντηρητικού οράματος της αυτοκρατορίας.
Κάθε φαμίλια (πρέπει να) έχει τον άσωτο υιό της. Ετσι και οι Μέρντοχ έχουν βρει τον δικό τους στο πρόσωπο του 53χρονου Τζέιμς.
Ισως γιατί ήταν πάντα οξύθυμος, ανήσυχος και κυρίως ιδεολογικά αποστασιοποιημένος από τη γραμμή τού Fox News.

Με έντονες ανησυχίες για την κλιματική αλλαγή και με μια πιο κεντρώα, φιλελεύθερη οπτική, ο Τζέιμς Μέρντοχ θεωρούσε ότι η εταιρεία έπρεπε να εκσυγχρονιστεί και να αποκοπεί από τον τοξικό λαϊκίστικο λόγο. Για τον πατέρα του δεν επρόκειτο για διατύπωση ένστασης ή διαφωνίας, αλλά για τη γέννηση μιας αίρεσης.
Η αδικημένη κόρη: Ελίζαμπεθ Μέρντοχ
Βεβαίως, ακόμα πιο δύσκολη από τη μοίρα του Τζέιμς είναι εκείνη της αδελφής του, Ελίζαμπεθ. Μολονότι η 57χρονη θεωρείται ευρύτατα το πιο ικανό και το πιο δημιουργικό μυαλό της οικογένειας, είχε ήδη από τη γέννησή της να προσπεράσει έναν ανυπέρβλητο σκόπελο.
Τον σεξισμό του ίδιου της του πατέρα και του συστήματος που δημιούργησε και διαχρονικά εκπροσωπεί. Πολλοί λένε πως τα χρωμοσώματά της τής στέρησαν τη θέση που, υπό άλλες συνθήκες, θα της ανήκε δικαιωματικά.

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η δυναμική μεταξύ των αδελφών Μέρντοχ ήταν ανέκαθεν τοξική. Οπως ακριβώς δηλαδή την ενορχήστρωσε ο πατέρας τους.
Μάλιστα, όποτε κάποιος από τους απογόνους του προσπαθούσε να αυτονομηθεί και να κόψει τον ομφάλιο λώρο, ο Μέρντοχ εμφανιζόταν ως ένας κακώς εννοούμενος από μηχανής θεός. Εξαγοράζοντας τις εταιρείες που δημιουργούσαν τα παιδιά του ή δελεάζοντάς τα με θέσεις στην πατρογονική επιχείρηση κατάφερνε να αποσοβεί την αυτονόμησή τους, κρατώντας τα δέσμια στο ταμπλό του δικού του παιχνιδιού.
Ακόμα και στις ιδιωτικές οικογενειακές στιγμές, η τοξικότητα περίσσευε: τα παιδιά θυμούνταν τον Ρούπερτ Μέρντοχ να κλέβει συστηματικά στις παρτίδες Monopoly ή να τα αγνοεί τόσο επιδεικτικά όταν ήταν μικρά, σε σημείο που ο Τζέιμς είχε φτάσει να θεωρεί πως ο πατέρας του αντιμετώπιζε πρόβλημα ακοής.
Τα σκάνδαλα: Σεξ, ψέματα & υποκλοπές
Βεβαίως, εκείνα που τον συνέφερε να γνωρίζει, ο Ρούπερτ Μέρντοχ τα άκουγε με ορθάνοιχτα αφτιά.
Το ντοκιμαντέρ του Netflix εξετάζει σε βάθος το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών στo Ηνωμένο Βασίλειο. Ηταν μια σκοτεινή περίοδος όπου δημοσιογράφοι της «News of the World» υποκλέπταν τα φωνητικά μηνύματα διασημοτήτων, πολιτικών, ακόμα και γαλαζοαίματων στον βωμό της αποκλειστικότητας.

Το σκάνδαλο, που αποκαλύφθηκε χάρη στην επιμονή της εφημερίδας «The Guardian», συγκλόνισε τη χώρα, οδήγησε στο κλείσιμο της ιστορικής εφημερίδας με ηλικία 168 ετών (1843-2011) και προκάλεσε σεισμό στο πολιτικό κατεστημένο.
Ο πρώην ρεπόρτερ της εφημερίδας Πολ Μακ Μάλαν περιγράφει γλαφυρά στο ντοκιμαντέρ την τότε αρχισυντάκτρια Ρεμπέκα Μπρουκς να διασχίζει τα γραφεία πετώντας άρθρα στον αέρα και ουρλιάζοντας «αυτό είναι σκ@τ@!».
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν ο αντίκτυπος στην ίδια την οικογένεια. Ο Τζέιμς Μέρντοχ, ως επικεφαλής του βρετανικού βραχίονα των επιχειρήσεων εκείνη την περίοδο, βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα.
Αναγκάστηκε να καταθέσει ενώπιον επιτροπής του Κοινοβουλίου και, αν και απέφυγε τα χειρότερα, το κύρος του εντός της οικογενειακής αυτοκρατορίας τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα. Ο πατέρας του τον προστάτευσε τυπικά, αλλά ουσιαστικά τον θεώρησε «καμένο χαρτί» για την κορυφαία θέση στο «παιχνίδι του στέμματος».

Αλλά και στις ΗΠΑ το Fox News βίωνε σχεδόν σε παράλληλο χρόνο τη δική του ηθική κατάρρευση.
Πρώην στελέχη όπως η Αλισιν Καμερότα και ο Ντέιβιντ Σούστερ μιλούν ανοιχτά για τη συστημική κουλτούρα σεξουαλικής παρενόχλησης που επικρατούσε στο δίκτυο, υπό την καθοδήγηση του πανίσχυρου Ρότζερ Εϊλς και κορυφαίων παρουσιαστών όπως ο Μπιλ Ο’ Ράιλι.
Η λογική τού Μέρντοχ ήταν πάντα κυνική: όσο τα νούμερα τηλεθέασης και τα έσοδα βρίσκονταν στα ύψη, η ηθική έμπαινε στο συρτάρι. Οι απολύσεις των Εϊλς και Ο’ Ράιλι ήρθαν μόνο όταν η δημόσια κατακραυγή και το οικονομικό ρίσκο των αποζημιώσεων έγιναν μη διαχειρίσιμα.
Επιχείρηση «Οικογενειακή Αρμονία»
Η κορύφωση του οικογενειακού δράματος των Μέρντοχ, η στιγμή που η πραγματικότητα ξεπέρασε οριστικά τη μυθοπλασία τού «Succession», γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, όχι πίσω από τις κλειστές πόρτες κάποιας αίθουσας συσκέψεων, αλλά σε μια δικαστική αίθουσα στο Ρίνο της Νεβάδα.
Το διακύβευμα ήταν ο έλεγχος του οικογενειακού καταπιστεύματος (Murdoch Family Trust), το οποίο κατέχει τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου στη News Corp και τη Fox Corp.
Σύμφωνα με την αρχική συμφωνία, μετά τον θάνατο του Μέρντοχ τα τέσσερα μεγαλύτερα παιδιά του (Προύντενς, Ελίζαμπεθ, Λάχλαν, Τζέιμς) θα είχαν ίσα δικαιώματα, ενώ τα δύο μικρότερα τέκνα του, από τον τρίτο γάμο του, με τη Γουέντι Ντενγκ (η σήμερα 24χρονη Γκρέις και η 22χρονη Κλόι), θα λάμβαναν στο 30ό έτος τους οικονομικό μερίδιο αλλά όχι δικαίωμα ψήφου.
Ομως, γνωρίζοντας ότι πλησιάζει αναπόφευκτα προς το βιολογικό τέλος του, o pater familias αποφάσισε να ξαναγράψει τους κανόνες.

Σε συνεργασία με τον 54χρονο Λάχλαν οργάνωσαν ένα μυστικό σχέδιο, το οποίο βάφτισαν με την εύστοχη πλην ειρωνική ονομασία Project Family Harmony (Οικογενειακή Αρμονία). Στόχος τους ήταν να αλλάξουν τους όρους του καταπιστεύματος, προκειμένου να διασφαλίσουν την απόλυτη κυριαρχία του Λάχλαν.
Το κίνητρο δεν ήταν τόσο οικονομικό – άλλωστε οι Μέρντοχ, με περιουσία που υπολογίζεται αυτόν τον καιρό στα 22,3 δισεκατομμύρια δολάρια, έχουν λεφτά να φάν’ κι οι κότες – όσο ιδεολογικό.
Ο Ρούπερτ Μέρντοχ γνώριζε πως στην περίπτωση που ο Τζέιμς και οι μεγάλες αδελφές του έπαιρναν τον έλεγχο, θα επιχειρούσαν νομοτελειακά να μετατοπίσουν την ιδεολογική γραμμή του Fox προς το κέντρο. Θα ήταν δηλαδή σαν να κατέστρεφαν το έργο ζωής για το οποίο ο ίδιος δαπάνησε χρήμα, χρόνια, φαιά ουσία και την τελευταία ικμάδα της πανουργίας του.
Τα τρία αδέλφια ανακάλυψαν το σχέδιο και κινήθηκαν νομικά. Η δίκη που ακολούθησε ήταν μια επίδειξη ψυχολογικής αγριότητας. Η αδίστακτη φύση του 95χρονου μεγιστάνα αποτυπώθηκε ανατριχιαστικά κατά τη διάρκεια της εξέτασης του γιου του.

Οπως αποκαλύπτει η σειρά του Netflix, ενώ ο δικηγόρος του Ρούπερτ Μέρντοχ εξέταζε τον Τζέιμς Μέρντοχ, ο ίδιος καθόταν δίπλα του και του υπαγόρευε ερωτήσεις-μαχαιριές σε πραγματικό χρόνο:
«Εχεις καταφέρει ποτέ κάτι μόνος σου;», «γιατί ήσουν τόσο απασχολημένος για να πάρεις τηλέφωνο τον πατέρα σου στα 90ά του γενέθλια;». Δεν επρόκειτο για μια απλή νομική διαμάχη με σκανδαλοθηρικές αποχρώσεις. Ηταν η δημόσια αποκαθήλωση του γιου από τον ίδιο του τον πατέρα.
Αν και οι τρεις ενάγοντες κέρδισαν μια θετική αρχική απόφαση στη Νεβάδα, ο ενδοοικογενειακός πόλεμος είχε το τίμημά του.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε εξωδικαστικό διακανονισμό. Οι λεπτομέρειες παραμένουν επτασφράγιστες, ωστόσο το πρακτικό αποτέλεσμα είναι σαφές: η συντηρητική πτέρυγα επικράτησε.

Ο Λάχλαν Μέρντοχ εξασφάλισε τον απόλυτο έλεγχο της αυτοκρατορίας μέχρι τουλάχιστον το 2050, ενώ τα υπόλοιπα αδέλφια υπαναχώρησαν λαμβάνοντας ως παρηγοριά 1,1 δισεκατομμύρια δολάρια έκαστο.
Δεσμοί αίματος; Ποιοι δεσμοί αίματος;
Καθώς οι τίτλοι τέλους του ντοκιμαντέρ πέφτουν, ο θεατής – και ιδιαίτερα όποιος παρακολουθεί συστηματικά τις τεκτονικές αλλαγές στον χώρο των media – μένει με μια μάλλον πικρή γεύση.
Η κριτικός του «Guardian», Λουσίντα Εβερετ, το θέτει εύστοχα: «Είναι πολύ δύσκολο να νιώσεις συμπάθεια για το ποιος δισεκατομμυριούχος θα ελέγξει μερικά δισεκατομμύρια ακόμα. Οι ατέρμονες αναλύσεις για το ποιος πήρε ποια προαγωγή μοιάζουν συχνά με έναν καταθλιπτικό κατάλογο νεποτισμού, χωρίς καμία συναισθηματική κάθαρση».

Ο Ρούπερτ Μέρντοx, ο οποίος τον Ιούνιο του 2024, έπειτα από το διαζύγιό του με την Τζέρι Χολ, παντρεύτηκε για πέμπτη φορά στη ζωή του, με την Ελένα Ζούκοβα (μητέρα της συζύγου του Σταύρου Νιάρχου του νεότερου, Ντάσα), έχτισε μεν μια (τοξική) αυτοκρατορία, αλλά κληροδοτεί στους απογόνους του κάτι περισσότερο.
Eνα εγχειρίδιο για το πώς η εξουσία μπορεί να χειραγωγεί την αλήθεια, αλλά και να διαβρώνει – εδώ που τα λέμε – τα πάντα: τους νόμους, τη δεοντολογία, την ίδια τη δημοκρατία. Ακόμα και τους δεσμούς αίματος.
