«Εφυγα για την Παταγονία», έγραψε ο Μπρους Τσάτουιν. Αυτές οι τέσσερις λέξεις, αραδιασμένες βιαστικά σε ένα τηλεγράφημα με παραλήπτη τα γραφεία του περιοδικού των «Sunday Times» στο Λονδίνο το 1972, θα αρκούσαν από μόνες τους για να χτίσουν έναν μύθο.
Για τον Τσαρλς Μπρους Τσάτουιν, ωστόσο, δεν ήταν παρά ο πρόλογος. Εκείνη η αυθόρμητη παραίτηση δε σήμανε απλώς την εγκατάλειψη μιας πολλά υποσχόμενης δημοσιογραφικής καριέρας, αλλά την απαρχή μιας λογοτεχνικής και υπαρξιακής επανάστασης που θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ταξιδιωτική γραφή.
Ο Τσάτουιν δεν ήταν ο τυπικός εξερευνητής με το φθαρμένο σακίδιο και τα λασπωμένα άρβυλα – ή μάλλον, ήταν και αυτό, αλλά με τους δικούς του, απαράβατους αισθητικούς όρους.
Προικισμένος με μια σχεδόν εξωπραγματική φυσική ομορφιά που μάγευε άνδρες και γυναίκες, διέθετε το διαπεραστικό, αλάνθαστο βλέμμα ενός εκτιμητή τέχνης, τον κοσμοπολιτισμό ενός αριστοκράτη και την ακόρεστη δίψα ενός αιώνιου νομάδα.

Στα 48 χρόνια της σύντομης αλλά πυκνής σε γεγονότα και εικόνες ζωής του, πρόλαβε να επαναπροσδιορίσει τα όρια μεταξύ δημοσιογραφικής έρευνας, βιογραφίας και μυθοπλασίας.
Μπρους Τσάτουιν: Το «χρυσό αγόρι» του Sotheby’s και το σύνδρομο της τύφλωσης
Γεννημένος το 1940 στο Σέφιλντ της Αγγλίας, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του εν κινήσει, ακολουθώντας τη μητέρα του από συγγενή σε συγγενή, ενώ ο πατέρας του υπηρετούσε στο Βασιλικό Ναυτικό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η πρώιμη έλλειψη ρίζας έμελλε να γίνει η φιλοσοφική πυξίδα ολόκληρης της ύπαρξής του.
Στα 18 του χρόνια βρέθηκε να εργάζεται ως κλητήρας στον οίκο δημοπρασιών Sotheby’s. Η άνοδός του ήταν μετεωρική. Είχε το «μάτι». Μια ενστικτώδη, σχεδόν υπερφυσική ικανότητα να ξεχωρίζει το αυθεντικό από το κίβδηλο, το αριστούργημα από τη μετριότητα.
Πολύ γρήγορα έγινε ο νεότερος διευθυντής στην ιστορία του οίκου, υπεύθυνος για το τμήμα ιμπρεσιονιστών και αρχαιοτήτων. Ζούσε μια ζωή βουτηγμένη στην πολυτέλεια, συναναστρεφόμενος την ελίτ, συλλέκτες και δισεκατομμυριούχους.

Ομως, ο υλισμός και η στατικότητα αυτού του κόσμου άρχισαν να τον πνίγουν. Το 1966, σε ηλικία 26 ετών, χτυπήθηκε από μια ανεξήγητη πάθηση: άρχισε να χάνει την όρασή του. Ο οφθαλμίατρος που τον εξέτασε, μη βρίσκοντας καμία οργανική βλάβη, του έδωσε μια αντισυμβατική, μα απολύτως εύστοχη διάγνωση: τα μάτια του είχαν κουραστεί να κοιτάζουν αντικείμενα από κοντά.
Χρειαζόταν «να κοιτάξει μακριά, σε ανοιχτούς ορίζοντες». Ο Μπρους Τσάτουιν δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Παραιτήθηκε και έφυγε για το Σουδάν. Εκεί, ανάμεσα σε νομαδικές φυλές, βρήκε το πραγματικό του κάλεσμα. Η προσωρινή του τύφλωση δεν ήταν παρά μια ψυχοσωματική εξέγερση ενάντια στη στασιμότητα.
Το ταξίδι προς το τέλος του κόσμου
Η αφορμή για τη μετέπειτα θρυλική αποστολή στην Παταγονία γεννήθηκε από μια παιδική εμμονή. Στο σπίτι της γιαγιάς του υπήρχε ένα κομμάτι δέρματος με σκληρές, κοκκινωπές τρίχες, το οποίο, όπως του έλεγαν, προερχόταν από έναν βροντόσαυρο.
Στην πραγματικότητα, ήταν το δέρμα ενός μυλόδοντα, ενός προϊστορικού γιγάντιου βραδύποδα, που είχε ανακαλύψει ο εξάδελφος της γιαγιάς του, ένας λοχαγός ονόματι Τσάρλι Μίλγουορντ, σε μια σπηλιά στη Χιλή. Ο Τσάτουιν ονειρευόταν πάντα να βρει αυτό το θηρίο.
Οταν εξέδωσε το «Στην Παταγονία» (In Patagonia) το 1977, ο λογοτεχνικός κόσμος έμεινε άναυδος. Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο ταξιδιωτικό ημερολόγιο γεμάτο περιγραφές τοπίων και πρακτικές πληροφορίες.

Ηταν ένα καλειδοσκόπιο ιστοριών. Ο Μπρους Τσάτουιν συνέθεσε το βιβλίο του μέσα από 97 μικρά, κοφτά κεφάλαια, παντρεύοντας ιστορικά γεγονότα, τοπικούς θρύλους, συναντήσεις με εξόριστους Ευρωπαίους, ναζιστές φυγάδες, ουαλούς αποίκους και ιστορίες για ληστές.
Το στυλ του ήταν δωρικό, απογυμνωμένο από περιττά επίθετα, υπνωτιστικό. Ωστόσο, αμέσως μετά την έκδοση, άρχισαν οι ψίθυροι: Πόσα από αυτά που είχε καταγράψει συνέβησαν πραγματικά;
Πολλοί από τους ανθρώπους που συνάντησε διαμαρτυρήθηκαν ότι είχε παραποιήσει τα λόγια τους, ότι είχε αλλάξει λεπτομέρειες για να εξυπηρετήσει την αφήγησή του. Ο ίδιος αδιαφορούσε. Για εκείνον, η κυριολεξία ήταν εχθρός της βαθύτερης αλήθειας. Δεν έγραφε ρεπορτάζ. Συνέθετε τη «μυθολογία της πραγματικότητας».
Η αισθητική του περιπατητή και το φετίχ του Moleskine
Ο Μπρους Τσάτουιν μεταμόρφωσε τον εαυτό του σε ζωντανό έργο τέχνης. Ηταν ίσως ο πιο κομψός τυχοδιώκτης του 20ού αιώνα.
Στα ταξίδια του φορούσε tailored σακάκια, βαμβακερά πουκάμισα και τα αγαπημένα του δερμάτινα μποτάκια. Στην πλάτη του κουβαλούσε ένα χαρακτηριστικό, ειδικά σχεδιασμένο δερμάτινο σακίδιο – έμπνευση ενός ιταλού σελοποιού στο Σάιρενσιστερ του Γκλόστερσιρ.
Μέσα σε αυτό υπήρχαν μόνο τα απολύτως απαραίτητα, ένας θρίαμβος του μινιμαλισμού που εξυμνούσε την ελευθερία. «Η ανθρώπινη ανατομία, η φυσιολογία, η ψυχολογία μας επιτάσσουν να είμαστε διαρκώς εν κινήσει. Οτιδήποτε άλλο είναι παρά φύσιν», έλεγε χαρακτηριστικά.

Ηταν επίσης εκείνος που μετέτρεψε ένα απλό μαύρο σημειωματάριο σε παγκόσμιο φετίχ. Στο διασημότερο βιβλίο του, «Τα μονοπάτια των τραγουδιών», περιγράφει πώς προμηθευόταν τα αγαπημένα του σημειωματάρια «carnets moleskines» από ένα μικρό χαρτοπωλείο στη Rue de l’Ancienne Comédie στο Παρίσι.
Οταν η κατασκευάστρια οικογένεια από την Τουρ σταμάτησε την παραγωγή το 1986, ο Τσάτουιν αγόρασε όσα είχαν απομείνει.
Αυτή η αναφορά του έδωσε, χρόνια μετά τον θάνατό του, το έναυσμα σε μια ιταλική εταιρεία να αναβιώσει εν έτει 1997 το σημειωματάριο υπό το brand Moleskine, χτίζοντας μια ολόκληρη αυτοκρατορία πάνω στον ρομαντισμό και τη μυθολογία της πρακτικής του.
Η σεξουαλικότητα, η διπλή ζωή και ο χορός με την ελίτ
Ο Τσάτουιν ήταν ένας άνθρωπος των άκρων, ένας μετρ των αντιφάσεων.
Το 1965 παντρεύτηκε την Ελίζαμπεθ Τσάνλερ, μια αμερικανίδα γραμματέα στους Sotheby’s, απόγονο μιας επιφανούς οικογένειας. Η Ελίζαμπεθ ήταν η άγκυρά του, η γυναίκα που ανεχόταν τις ατελείωτες απουσίες του και τις παράλληλες ζωές του.
Γιατί ο Τσάτουιν ήταν ανοιχτά αμφιφυλόφιλος και, όσο ταξίδευε, διατηρούσε αναρίθμητες σχέσεις κυρίως με άνδρες, από ανώνυμους ντόπιους στα βάθη της Αφρικής μέχρι διάσημους καλλιτέχνες και αριστοκράτες στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη.

Η διπλή του φύση αντικατοπτριζόταν και στον τρόπο που ταξίδευε. Μπορούσε να περάσει εβδομάδες περπατώντας στις ερήμους της Μαυριτανίας τρεφόμενος με κατσικίσιο γάλα και, λίγες ημέρες αργότερα, να φιλοξενείται σε μυθικές επαύλεις στο Παρίσι ή να δειπνεί με την Τζάκι Κένεντι Ωνάση και τη Σούζαν Σόνταγκ.
Ηταν ένας διανοούμενος jet-setter, ένας περιπλανώμενος που αγαπούσε εξίσου τη σκόνη των δρόμων και την πολυτέλεια των σαλονιών. Ο συγγραφέας Γκορ Βιντάλ, στενός του φίλος, φέρεται να τον περιέγραφε αστειευόμενος ως «έναν λογοτεχνικό τυχοδιώκτη, ένα πανέμορφο, φλύαρο πλάσμα που εμφανιζόταν πάντα στα καλύτερα πάρτι».
Ο «Μαύρος Λόφος» και η ανατομία του νομαδισμού
Μετά την Παταγονία, ο Τσάτουιν αρνήθηκε να τυποποιηθεί. Το 1980 εξέδωσε το «Ο αντιβασιλέας της Ουίντα» (The Viceroy of Ouidah), μια ιστορική, πυρετώδη μυθιστορηματική βιογραφία ενός βραζιλιάνου δουλεμπόρου τον 19ο αιώνα στη Δαχομέη (σημερινό Μπενίν).
Το βιβλίο ήταν σκοτεινό, βίαιο, σχεδόν γοτθικό, και απέδειξε την ικανότητά του να βυθίζεται στην ανθρώπινη απληστία και φθορά. Ο Βέρνερ Χέρτζογκ, στενός φίλος του Τσάτουιν, μετέφερε αργότερα το βιβλίο στον κινηματογράφο με τίτλο «Cobra Verde» (1987).
Το 1982, με το «Στον Μαύρο Λόφο» (On the Black Hill), έδωσε ένα συγκινητικό, περίτεχνο μυθιστόρημα για δύο δίδυμους αδελφούς που δεν έφυγαν ποτέ από το απομονωμένο αγρόκτημά τους στα σύνορα Αγγλίας και Ουαλίας. Ηταν ένα αριστούργημα για τον εγκλεισμό, τη στατικότητα και τους άρρηκτους δεσμούς του αίματος – το απόλυτο αντίβαρο στη δική του νομαδική μανία.

Ομως, το magnum opus του ήρθε το 1987. Τα «Μονοπάτια των τραγουδιών» (The Songlines) ήταν η προσπάθειά του να απαντήσει στο προαιώνιο ερώτημα: «Γιατί οι άνθρωποι πρέπει να περπατούν;».
Ταξιδεύοντας στην Αυστραλία, μελέτησε την κουλτούρα των Αβορίγινων και τον τρόπο με τον οποίο χαρτογραφούν την ήπειρο μέσω τραγουδιών που συνδέουν τοποθεσίες, μύθους και προγόνους.
Ο Τσάτουιν χρησιμοποίησε την Αυστραλία ως καμβά για να αναπτύξει τη θεωρία του ότι η ανθρώπινη εξέλιξη, η φυσιολογία και η ευτυχία μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το περπάτημα, τονίζοντας πως η μόνιμη εγκατάσταση και η ιδιοκτησία είναι οι ρίζες της ανθρώπινης νεύρωσης.
Η εσωτερική στροφή του Μπρους Τσάτουιν: Το Αγιον Ορος και η Ορθοδοξία
Καθώς η δεκαετία του ’80 προχωρούσε, η περιπλάνηση του Τσάτουιν άρχισε να αποκτά και μεταφυσική διάσταση. Η αποστροφή του προς τον δυτικό υλισμό τον οδήγησε στην αναζήτηση μιας άδολης πνευματικότητας, την οποία βρήκε ριζωμένη στον ορθόδοξο ασκητισμό.
Το 1985, σε μια εποχή που η φυσική του ρώμη άρχισε να δοκιμάζεται, πραγματοποίησε ένα καθοριστικό ταξίδι στο Αγιον Ορος, συνοδευόμενος από τον βρετανό ζωγράφο Ντέρεκ Χιλ.
Για τον εστέτ νομάδα, η Αθωνική Πολιτεία δεν ήταν ένας ακόμη ταξιδιωτικός προορισμός αλλά μια φιλοσοφική αποκάλυψη. Η αρχέγονη σιωπή των μοναστηριών, η λιτότητα των αγιογραφιών, οι ολονύχτιες ψαλμωδίες στο ημίφως των κεριών και η απουσία του κοσμικού θορύβου συνέθεταν έναν κόσμο ολοκληρωτικά απογυμνωμένο από τις φλυαρίες της νεωτερικότητας.

Ο Τσάτουιν μαγεύτηκε από την αισθητική και τη θεολογία του μοναχισμού. Ιδιαίτερα έντονη εντύπωση του προκάλεσαν τα οστεοφυλάκια των μονών. Κοιτάζοντας τα στοιβαγμένα κρανία των μοναχών, δεν είδε κάτι μακάβριο, αλλά τη γυμνή αλήθεια της θνητότητας και την υπέρτατη μορφή αποδέσμευσης από τα υλικά δεσμά.
Ισως γι’ αυτό στα μάτια του ο ορθόδοξος ασκητής έμοιαζε με την απόλυτη εκδοχή του νομάδα: εκείνος που, έχοντας ακινητοποιήσει το σώμα του, πραγματοποιεί το πιο μακρινό και ριψοκίνδυνο εσωτερικό ταξίδι.
Αυτή η εμπειρία φύτεψε μέσα του τον σπόρο μιας ειλικρινούς σύνδεσης με την Ορθοδοξία, μια σύνδεση που έμελλε να ορίσει δραματικά το τέλος της ζωής του.
Το AIDS και η επίμονη άρνηση
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, την εποχή που ο Τσάτουιν βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του, ο πλανήτης βίωνε τον απόλυτο τρόμο μιας νέας, άγνωστης και τότε θανατηφόρας ασθένειας. Ο ιός HIV άρχισε να αποδεκατίζει κυρίως την ομοφυλοφιλική κοινότητα.
Εκείνη την ιστορική περίοδο, με το στίγμα να είναι αβάστακτο και τη δημόσια παραδοχή της νόσου να ισοδυναμεί με κοινωνικό και επαγγελματικό αποκλεισμό, ο Τσάτουιν αρρώστησε. Η αντίδρασή του απέναντι στην ασθένεια ήταν ισοδύναμη εθελοτυφλίας.
Αρνήθηκε κατηγορηματικά, μέχρι την τελευταία του πνοή, να παραδεχτεί ότι έπασχε από AIDS. Καθώς το σώμα του κατέρρεε, έχανε βάρος και κατέληξε καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο, επιδόθηκε σε μια εμμονική δημιουργία άλλοθι.
Ελεγε στους φίλους του και στον Τύπο ότι έπασχε από έναν εξαιρετικά σπάνιο μύκητα, ο οποίος μέχρι τότε είχε εντοπιστεί μόνο σε κινέζους αγρότες και σε μια σπάνια αφρικανική νυχτερίδα, υπονοώντας ότι μολύνθηκε σε κάποια εξωτική εξερεύνησή του. Ηταν μια εξήγηση απόλυτα «τσατουινική» – ρομαντική, περιπετειώδης, αναντίρρητα μυστηριώδης.

Οπως παρατήρησαν πολλοί βιογράφοι του, ο Τσάτουιν δεν μπορούσε να δεχτεί έναν «κοινό» και «χυδαίο» θάνατο. Επρεπε να πεθάνει από κάτι που μόνο ένας σπουδαίος ταξιδιώτης θα μπορούσε να φέρει ως «προίκα».
Την περίοδο της ασθένειάς του, μέσα σε έναν δημιουργικό πυρετό, έγραψε το τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Utz» (1988). Η ιστορία αφορούσε έναν τσέχο συλλέκτη στην Πράγα που αναλώνεται από το πάθος του για τις πορσελάνες του Meissen. Ηταν μια επιστροφή στις ρίζες του στους Sotheby’s, ένας αιχμηρός στοχασμός επάνω στην τυραννία των αντικειμένων έναντι της ελευθερίας.
Σε μία από τις τελευταίες συναντήσεις του με τον Βέρνερ Χέρτζογκ, ο Τσάτουιν, αδύναμος πια να σταθεί, του χάρισε το θρυλικό δερμάτινο σακίδιό του, λέγοντάς του: «Πρέπει να το πάρεις εσύ. Εγώ δεν θα μπορέσω να το χρησιμοποιήσω ξανά, αλλά εσύ πρέπει να περπατήσεις για εμένα».
Επίλογος στην Καρδαμύλη
Ο Μπρους Τσάτουιν άφησε την τελευταία του πνοή στις 18 Ιανουαρίου 1989, στη Νίκαια της Γαλλίας, σε ηλικία μόλις 48 ετών.
Λίγο πριν από τον θάνατό του στράφηκε βαθιά προς την Ορθοδοξία και μάλιστα σχεδίαζε να βαπτιστεί στο Αγιον Ορος. Η τελευταία του επιθυμία έκρυβε έναν ποιητικό συμβολισμό που τον συνέδεε με τη χώρα μας.

Ζήτησε να μεταφερθεί η τέφρα του στην Ελλάδα. Την αποστολή ανέλαβε ο στενός του φίλος και «μέντοράς» του στην ταξιδιωτική λογοτεχνία, ο Πάτρικ Λι Φέρμορ. Μαζί με τη χήρα του Τσάτουιν, την Ελίζαμπεθ, μετέφεραν την τεφροδόχο στην Πελοπόννησο.
Εκεί, πάνω από την Καρδαμύλη, στους πρόποδες του Ταΰγετου, δίπλα στο βυζαντινό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου της Χώρας, σκόρπισαν τις στάχτες του. Εκεί σταμάτησε ο άνθρωπος που δεν μπορούσε να μείνει ποτέ ακίνητος.
Σήμερα, σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, η κληρονομιά του παραμένει πολύπλοκη. Ηταν τελικά ένας αυθεντικός εξερευνητής ή ένας αριστοτέχνης της πόζας, ένας «φασαίος», όπως θα λέγαμε σήμερα;

Ηταν δημοσιογράφος ή μυθιστοριογράφος; Η απάντηση είναι ότι ο Τσάτουιν κατάφερε να υπερβεί τις κατηγοριοποιήσεις. Δεν κατέγραψε τον κόσμο όπως ακριβώς ήταν, αλλά όπως θα έπρεπε να είναι – τονίζοντας τις λεπτομέρειες, εντείνοντας τα χρώματα, δραματοποιώντας τη μοναξιά.
Εγινε ο νομάς που έμαθε σε ολόκληρες γενιές αναγνωστών και συγγραφέων να βλέπουν το ταξίδι όχι ως μια μετακίνηση από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά ως μια αγωνιώδη υπαρξιακή αναζήτηση.
