Παραλία ειδυλλιακή, από εκείνες που βλέπεις στις κάρτες, στα wallpapers των υπολογιστών μας, στις τουριστικές διαφημίσεις, στα ντοκιμαντέρ με τις διακοπές των ονείρων μας. Λεπτή άμμος, νερά κρυστάλλινα, το χρώμα των οποίων ξεκινάει από το γαλαζοπράσινο εκεί που σκάει το κύμα και γίνεται βαθυπράσινο στα πιο βαθιά, δέντρα που γέρνουν πάνω από το νερό και χαρίζουν την ευεργετική σκιά τους τις ώρες που ο ήλιος μεσουρανεί.
Η μαγευτική περιοχή όπου φτάσαμε έπειτα από σύντομο ποδαρόδρομο πέντε λεπτών, κατεβαίνοντας από ένα καλοστρωμένο μονοπάτι ανάμεσα στα πεύκα, ήταν επιπλέον προστατευόμενη από το Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο Natura 2000. Δεν υπήρχαν σπίτια, δεν υπήρχαν ταβέρνες, δεν υπήρχαν καντίνες με μουσική. Και ο κόσμος, οι λουόμενοι, ήταν ελάχιστοι. Χρόνια είχα να αισθανθώ τόσο προνομιούχος σε παραλία!
Η παρέα που έφτασε και στάθηκε δίπλα μου δεν είχε την ίδια γνώμη. Επρόκειτο για δύο ζευγάρια, το ένα εκ των οποίων είχε δύο παιδάκια. Τα παιδάκια έτρεξαν αμέσως να πέσουν στο νερό. Απολύτως φυσιολογική αντίδραση. Αντιθέτως, ο πατέρας τους έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας γύρω του με δυσαρέσκεια. «Λοιπόν; Τι λες;» τον ρώτησε η γυναίκα του ψιθυριστά. Ομολογώ πως, επειδή με παραξένεψε το ξινό βλέμμα του, έστησα αφτί για να ακούσω την απάντησή του. «Πάμε να φύγουμε», της είπε, «νόμιζα πως θα είχε καντίνα». Εβγαλαν άρον-άρον τα παιδιά από το νερό διακόπτοντας το παιχνίδι τους και επιπλέον μαλώνοντάς τα που «βιαστήκατε να βραχείτε και τώρα θα γεμίσετε το αυτοκίνητο νερά και άμμο!». Εφυγαν, με τους μικρούς να ρωτάνε με απορία και παράπονο: «Μα γιατί δεν καθόμαστε; Αφού εδώ μας αρέσει!». «Θα βρούμε καλύτερα» τους απάντησε η μαμά τους, εννοώντας, υποθέτω, πως θα έβρισκαν παραλία με καντίνα, με ξαπλώστρες και με μουσική. Ετσι αντιλαμβανόμαστε πλέον το θαλάσσιο μπάνιο οι περισσότεροι. Με αμηχανία στεκόμαστε στις παραλίες που δεν είναι οργανωμένες πλαζ, που δεν έχουν τις απαραίτητες υποδομές, δηλαδή το νταπ-ντουπ του τελευταίας γενιάς ηχοσυστήματος στα αφτιά μας και τη μυρωδιά του φρέντο καπουτσίνο στον αέρα. Θεωρούμε σχεδόν αδιανόητο να απλώσουμε μια πετσέτα στην άμμο και να καθίσουμε κάτω, όπως έκαναν οι γονείς μας την εποχή που δεν είχαν γίνει της μόδας τα πτυσσόμενα πολυθρονάκια. Αυτά τα πολυθρονάκια κουβαλάμε μαζί μας σχεδόν όλοι (όσοι τουλάχιστον δεν θέλουμε να νοικιάσουμε ξαπλώστρα) κάθε φορά που πηγαίνουμε για μπάνιο. Θεωρούμε ακόμα πιο αδιανόητο να απολαύσουμε το μπάνιο μας χωρίς να πίνουμε καφέ ή αλκοόλ. Κυρίως για να πιούμε καφέ και για να ακούσουμε μουσική πάμε στην παραλία. Η απόλαυση της θάλασσας είναι δευτερεύουσα υπόθεση. Τόσο πολύ έχουμε αποξενωθεί από το φυσικό περιβάλλον; Τόσο. Το επιβεβαίωσε και εκείνο το αγόρι το οποίο στην επιστροφή μας από την παραλία γύρισε και είπε στην κοπέλα του: «Χάθηκε, ρε παιδάκι μου, να άνοιγαν έναν δρόμο για να φτάνεις με το αυτοκίνητο ως κάτω; Ωραία θάλασσα, αλλά πολλά τα σκαλοπάτια!». Ηταν ζήτημα αν είχαμε ανεβοκατέβει 50-60 σκαλιά στο σύνολό τους.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω