Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος: «Το μουσείο πρέπει να είναι ένα περιβάλλον φιλόξενο»

Ο πρόεδρος του ΔΣ του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης μιλάει για τον MOMus, τις Μπιενάλε και το νέο μοντέλο διοίκησης των φορέων πολιτισμού.

Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος: «Το μουσείο πρέπει να είναι ένα περιβάλλον φιλόξενο»

Ο Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος δεν είναι από τους ανθρώπους που μεγάλωσαν με την τέχνη. Αντίθετα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, η σχέση του με αυτήν ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στα νεανικά του χρόνια. Μια απρόσμενη ανατροπή ήρθε σε ένα ταξίδι του στο Τόκιο, στο πλαίσιο επαγγελματικών υποχρεώσεων στο Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας, με την ιδιότητά του ως επικεφαλής της έδρας UNESCO για την Ερευνα του Μέλλοντος, όπου είδε μια αναδρομική έκθεση του Τζάκσον Πόλοκ.

Από εκείνη τη στιγμή, όπως λέει, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Στην πορεία, η ενασχόλησή του με την αναζήτηση μελλοντικών σεναρίων και την ανατροπή στερεοτύπων για τη δημιουργική αξιοποίησή τους σε οργανισμούς, εταιρείες και κοινωνίες, που αποτελεί και το αντικείμενο της εξειδίκευσής του, τον έφερε πιο κοντά στον χώρο του πολιτισμού. Αυτό οδήγησε σε συνεργασίες με μουσεία, μεταξύ άλλων με το Μουσείο Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη και το Μουσείο Πικάσο στη Μάλαγα, αλλά και σε συμβουλευτικό ρόλο στο γραφείο του Πρωθυπουργού.

Φωτογραφία: Κοσμάς Κουμιανός

Πλέον, ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης, του MOMus, δηλαδή του συμπλέγματος τεσσάρων πολιτιστικών οργανισμών της Θεσσαλονίκης και ενός της Αθήνας (του Μουσείου Αλεξ Μυλωνά), με το πλούσιο απόθεμα τέχνης και τους σύνθετους τίτλους που τους συνοδεύουν από όταν ένωσαν τις δυνάμεις τους το 2018, βρίσκεται εδώ και περίπου τέσσερα χρόνια αντιμέτωπος με πολλές προκλήσεις, αν μη τι άλλο δημιουργικές.

Ποια ήταν η κατάσταση όταν αναλάβατε τα καθήκοντά σας;

«Οταν αναλάβαμε, το βασικό πρόβλημα ήταν ότι επρόκειτο για έναν νέο οργανισμό, παρότι κάθε μουσείο έχει τη δική του ιστορία που μπορεί να εκτείνεται σε δεκαετίες. Κάποια μουσεία ήταν κρατικά, άλλα ιδιωτικά, με διαφορετικές διαδικασίες και διαφορετικούς τρόπους αντίληψης για το πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα. Υπήρχε επίσης, όπως συμβαίνει συχνά, και μια καχυποψία ανάμεσα σε ομάδες, ένα “εμείς και οι άλλοι”.

Οπότε, το πρώτο ζητούμενο ήταν η ενοποίηση: πώς θα λειτουργήσουμε ως ένας οργανισμός και θα βελτιώσουμε τις διαδικασίες μας. Ενα δεύτερο ζήτημα ήταν η εσωστρέφεια. Παρά το ότι τα μουσεία θεωρητικά είναι ανοιχτοί οργανισμοί, στην πράξη δεν ήμασταν όσο ανοιχτοί έπρεπε. Εγινε λοιπόν προσπάθεια διεύρυνσης του κοινού, πέρα από συγκεκριμένες ομάδες, και σε μεγάλο βαθμό αυτό απέδωσε.

Η αύξηση της επισκεψιμότητας το δείχνει, όπως και η ενίσχυση της χορηγικής υποστήριξης, που αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης από τον ιδιωτικό τομέα και επιβεβαιώνει ότι η δραστηριότητά μας έχει αντίκτυπο. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά: μέσα σε τρία χρόνια έχουμε σχεδόν διπλασιάσει τους επισκέπτες, από περίπου 50.000 σε σχεδόν 90.000, κάτι που δείχνει ότι η κατεύθυνση αυτή λειτουργεί. Αυτή τη στιγμή στη Θεσσαλονίκη βρισκόμαστε πίσω μόνο από το Αρχαιολογικό Μουσείο».

Είναι ουσιαστική αυτή η επαφή του κοινού της Θεσσαλονίκης με τη σύγχρονη τέχνη;

«Προσωπικά, δεν θεωρώ σωστό να μεταφέρεται η ευθύνη στο κοινό. Πιστεύω ότι οφείλουμε συνεχώς να βρίσκουμε τρόπους να φέρνουμε τον κόσμο πιο κοντά. Σε διεθνές επίπεδο, η τάση είναι να μην προηγείται ο ακαδημαϊκός ή εκπαιδευτικός ρόλος του μουσείου, αλλά να δημιουργείται πρώτα ένα περιβάλλον φιλόξενο, όπου ο επισκέπτης θα θέλει να έρθει, να συζητήσει, να ανταλλάξει εμπειρίες και να νιώσει άνετα. Ο εκπαιδευτικός ρόλος έρχεται στη συνέχεια.

Το λέω και ως επισκέπτης, όχι μόνο ως πρόεδρος. Δεν είμαι επιμελητής, ούτε έχω σπουδάσει στον χώρο. Εχω την αίσθηση ότι στο εξωτερικό αυτή η προσέγγιση είναι πιο εμφανής. Στην Ελλάδα, συχνά, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένοι οι κατάλογοι και τα συνοδευτικά κείμενα δημιουργεί, ορισμένες φορές, έναν τοίχο απέναντι στον απλό επισκέπτη, αντί να τον προσκαλεί να συμμετάσχει».

Κληθήκατε να διαχειριστείτε πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης για την αναβάθμιση της ταυτότητας του οργανισμού. Εδώ ποιες ήταν οι προκλήσεις;

«Η μεγάλη δυσκολία για έναν οργανισμό όπως ο δικός μας, αλλά και για κάθε οργανισμό, είναι ότι λειτουργούμε με έναν συγκεκριμένο αριθμό ανθρώπων. Ο ίδιος αυτός αριθμός κλήθηκε το τελευταίο διάστημα να διαχειριστεί, πέρα από τη συνήθη λειτουργία του οργανισμού, και το Ταμείο Ανάκαμψης, επιπλέον περιοδικούς ελέγχους που πραγματοποιούνται στους δημόσιους οργανισμούς, καθώς και την Μπιενάλε Θεσσαλονίκης και την Μπιενάλε Βενετίας. Σε διαχειριστικό επίπεδο, αυτό αποτέλεσε ένα τεράστιο φορτίο.

Παρ’ όλα αυτά, όλα τα έργα υλοποιήθηκαν εντός χρονοδιαγράμματος. Το επισημαίνω γιατί, ακόμη και για εμάς, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Το έργο του Ταμείου Ανάκαμψης, μάλιστα, είχε ήδη σχεδιαστεί όταν αναλάβαμε ως διοίκηση, οπότε δεν είχα τη δυνατότητα να επανασχεδιάσω δράσεις που ενδεχομένως να θεωρούσα πιο κατάλληλες ή πιο εύκολες στην υλοποίηση. Ωστόσο, αποτέλεσε ένα εξαιρετικά σημαντικό εργαλείο σε πολλά επίπεδα.

Πέρα από όσα θα δει το κοινό – αναθέσεις έργων, δράσεις που υλοποιήθηκαν –, υπήρξαν και παρεμβάσεις που δεν είναι ορατές, αλλά σημαντικές για τη λειτουργία μας. Ενα παράδειγμα είναι το λογιστικό μας σύστημα, το οποίο στο παρελθόν μάς δημιουργούσε σημαντικές δυσκολίες και η αναβάθμισή του βοήθησε ουσιαστικά στην καλύτερη λειτουργία του οργανισμού».

Πάντως, η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης δεν υλοποιήθηκε «εντός χρονοδιαγράμματος». Ηταν προγραμματισμένη για τον περασμένο Σεπτέμβριο και γίνεται Μάιο. Αυτό πού οφείλεται;

«Είναι αυτό που ανέφερα: τρέχουμε πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Για έναν δημόσιο οργανισμό αυτό σημαίνει ότι, στο παρασκήνιο, απαιτείται μια ολόκληρη σειρά διοικητικών διαδικασιών που πρέπει να προχωρήσουν, όπως διοικητικά συμβούλια, διαγωνισμοί και εγκρίσεις. Σε πολλές περιπτώσεις βλέπαμε ότι τα χρονικά περιθώρια δεν επαρκούσαν. Από τη στιγμή που υπήρχε η δυνατότητα να μετατεθεί λίγο χρονικά η Μπιενάλε, προχωρήσαμε σε αυτή την επιλογή.

Αλλωστε, κάτι τέτοιο συμβαίνει και σε οργανισμούς που έχουν να διαχειριστούν ακόμη και ένα μόνο μεγάλο πρότζεκτ. Για παράδειγμα, η Μπιενάλε της Αθήνας μετατέθηκε κατά έναν-ενάμιση χρόνο, ενώ οι πόροι που διαθέτουμε εμείς είναι σημαντικά περιορισμένοι σε σύγκριση με τους δικούς της».

Γίνεται όμως δεύτερη φορά αυτό, γιατί και στην προηγούμενη Μπιενάλε είχε μετατεθεί χρονικά η διοργάνωση. Θα περίμενε κανείς ότι κάποια παθήματα θα είχαν γίνει μαθήματα.

«Στην πρώτη περίπτωση, είχα μόλις αναλάβει ως διοίκηση και, ουσιαστικά, όταν μπήκαμε, βρήκαμε το έργο ήδη διαμορφωμένο. Δεν το αναφέρω ως δικαιολογία, απλώς δεν μπορώ να γνωρίζω για ποιον λόγο δεν προχώρησε τότε. Για να εκφράσω και την προσωπική μου άποψη, θεωρώ ότι ο MOMus δεν θα έπρεπε να είναι ο φορέας που υλοποιεί την Μπιενάλε Θεσσαλονίκης. Πιστεύω ότι η Μπιενάλε θα έπρεπε να αποτελεί έναν ξεχωριστό θεσμό, ανεξάρτητο από ένα μουσείο. O MOMus, άλλωστε, αποτελεί μάλλον την εξαίρεση, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις διεθνώς οι Μπιενάλε δεν διοργανώνονται από μουσεία».

Αρα είναι η τελευταία φορά που θα τη δούμε υπό την ομπρέλα του MOMus;

«Οχι, θα συνεχίσετε να τη βλέπετε από εμάς. Το λέω όμως γιατί θεωρώ ότι, σε βάθος χρόνου, δεν θα πρέπει να φιλοξενείται από εμάς. Είναι και στη λογική της Μπιενάλε να λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο, με μεγαλύτερη ευελιξία».

Ποιος πιστεύετε ότι πρέπει να είναι ο ρόλος και ο χαρακτήρας της;  

«Εχω μια πολύ ξεκάθαρη άποψη γι’ αυτό, αλλά προφανώς δεν είναι η δική μου άποψη που είναι η βαρύνουσα. Θεωρώ ότι η Θεσσαλονίκη, διαχρονικά και όχι μόνο στον τομέα του πολιτισμού, είχε ως φυσικό της πεδίο την ευρύτερη ζώνη των Βαλκανίων. Θα έβλεπα τόσο την Μπιενάλε όσο και τον ρόλο του MOMus να εξελίσσονται σε έναν βασικό πόλο πολιτισμού για τη γύρω περιοχή, που περιλαμβάνει χώρες όπως η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, τα Σκόπια, ακόμη και η Τουρκία. Γεωγραφικά, αν το δει κανείς, η Θεσσαλονίκη βρίσκεται πιο κοντά εκεί από ό,τι στην Αθήνα. Θα φανταζόμουν, λοιπόν, στο μέλλον μια τέτοια κατεύθυνση, με τη Θεσσαλονίκη να λειτουργεί ως σημείο συνάντησης και πολιτιστικής ανταλλαγής για ολόκληρο αυτόν τον χώρο».

Τι κινήσεις κάνετε προς αυτή την κατεύθυνση;

«Πέρυσι είχαμε μια συνεργασία με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στα Σκόπια, ενώ συνεργαζόμαστε αρκετά συχνά και με τη Γεωργία. Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτές τις χώρες η σύγχρονη τέχνη έχει κάπως αφεθεί τα τελευταία χρόνια, οπότε είναι δύσκολο να βρεις εταίρους σε θεσμικό επίπεδο».

Υπάρχει κάποιο μουσείο-πρότυπο που έχετε κατά νου όταν σχεδιάζετε τις κινήσεις σας;

«Επειδή στο μυαλό μου βρίσκεται πάντα, και δεν διστάζω να το πω, το πώς θα φέρουμε περισσότερους επισκέπτες και περισσότερα έσοδα, σκέφτομαι συχνά μοντέλα που συνδυάζουν υψηλή επισκεψιμότητα και οικονομική βιωσιμότητα. Ενα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το Μουσείο Φωτογραφίας Fotografiska. Ξεκίνησε από τη Στοκχόλμη, αλλά πλέον έχει επεκταθεί στο Ταλίν, το Βερολίνο, τη Σανγκάη και τη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για έναν ιδιωτικό φορέα με εξαιρετικά υψηλά νούμερα επισκεψιμότητας και πολύ δυναμική σχέση με το κοινό. Μάλιστα, πρόκειται να έχουμε και συνεργασία μαζί τους, με μια έκθεση που θα πραγματοποιήσουμε τον Ιούνιο».

Δηλαδή θα δούμε παραρτήματα MOMus στα Βαλκάνια;

«Κατ’ αρχάς, πρέπει να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο, και εκεί παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο οι υποδομές. Σε δύο μουσεία έχουμε ήδη δει πολύ θετικά αποτελέσματα. Στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης – το οποίο θεωρώ ότι διαθέτει πλέον ένα από τα καλύτερα μουσειακά cafés στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, κάτι που σχετίζεται και με την τοποθεσία του –, και στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, όπου φοιτητές πηγαίνουν για να διαβάσουν και να δουλέψουν. Eχουμε δει σημαντική αύξηση τόσο στην επισκεψιμότητα όσο και στην αλληλεπίδραση του κοινού. Και στις δύο περιπτώσεις δημιουργούνται κοινότητες γύρω από το μουσείο, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ο συνολικός χώρος πρέπει να δημιουργεί ένα φιλόξενο περιβάλλον, στο οποίο ο επισκέπτης θέλει να παραμείνει και να επιστρέψει».

Τα έσοδά σας πώς αλλιώς σχεδιάζετε να τα αυξήσετε;

«Εχει γίνει αλλαγή και στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τα πωλητήρια. Eχουν ανακαινιστεί δύο πωλητήρια, έχει προηγηθεί μελέτη, καθώς είναι και σαφής επιθυμία του κοινού να υπάρχει ένα ποιοτικό πωλητήριο. Παράλληλα, έχουμε μια σειρά από εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται μέσα στα μουσεία. Τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια έχουμε φιλοξενήσει πάρτι ηλεκτρονικής μουσικής, συναυλίες μέσα στον εκθεσιακό χώρο, καθώς και δράσεις όπως wine tasting, σεμινάρια ανθοδετικής και πολλές ακόμη μορφές εκδηλώσεων.

Ο στόχος είναι διττός. Δεν αφορά μόνο την ενίσχυση των εσόδων, αλλά και το γεγονός ότι διαφορετικά κοινά έρχονται σε επαφή με ένα περιβάλλον που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα είχαν την ευκαιρία να επισκεφθούν. Ενα ακόμη σημαντικό έσοδο που διαθέτουμε, και το οποίο δεν συναντάται σε άλλα μουσεία στην Ελλάδα, είναι τα loan fees, δηλαδή τα έσοδα από δανεισμούς έργων. Πρόκειται για ένα σημαντικό οικονομικό σκέλος για εμάς, που συνδέεται άμεσα με την αξία της συλλογής Κωστάκη. Είναι μια συλλογή της οποίας έργα ταξιδεύουν συνεχώς σε διεθνείς εκθέσεις και μουσεία, δημιουργώντας σταθερά έσοδα για τον οργανισμό».

Οσον αφορά την Μπιενέλε Βενετίας, αυτή τη φορά ο MOMus έχει τον ρόλο του φορέα υλοποίησης της συμμετοχής. Τι περιλάμβανε εφέτος;

«Ο ρόλος του επιτρόπου είναι εξαιρετικά σύνθετος. Εφέτος το υπουργείο έκανε μια αρκετά σημαντική επένδυση. Το περίπτερο είναι ένα ιστορικό κτίριο του 1930, οπότε δεν είναι εύκολο να γίνουν παρεμβάσεις, καθώς απαιτούνται αδειοδοτήσεις από αρχαιολογικές υπηρεσίες στη Βενετία, τον Δήμο και άλλους αρμόδιους φορείς. Τους τελευταίους τρεις μήνες έγινε πολύ εντατική δουλειά, ώστε να φέρουμε το κτίριο σε άριστη κατάσταση.

Υλοποιήθηκαν εργασίες υποδομής και συντηρήσεις, τόσο ορατές όσο και μη ορατές, όπως ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και συστήματα κλιματισμού. Η εικόνα του περιπτέρου εφέτος θα είναι εμφανώς διαφορετική. Αξίζει να αναγνωριστεί και η δική μας συμβολή, καθώς η προσπάθεια συντονισμού όλων αυτών των υπηρεσιών και συνεργείων δεν ήταν καθόλου εύκολη, αλλά και η άμεση ανταπόκριση του υπουργείου, όταν παρουσιάσαμε τις ανάγκες που έπρεπε να καλυφθούν. Ολα αυτά ήταν απαραίτητα για να μπορέσει να υλοποιηθεί και ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο, όπως αυτό του Ανδρέα Αγγελιδάκη».

Υπάρχει και ένα ζήτημα ιδεολογικής και ηθικής φύσης και συνδέεται με τις αντιδράσεις που έχουν προκύψει με τις εθνικές συμμετοχές της Ρωσίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, και του Ισραήλ από καλλιτέχνες. Μπορεί ένα μουσείο-επίτροπος να διατηρήσει την ουδετερότητά του σε μια τέτοια περίπτωση τελικά;

«Δεν το λέω επειδή θέλω να πάρω κάποια θέση, αλλά είμαι πολύ προβληματισμένος για πολλούς λόγους σχετικά με το πλαίσιο των συγκρούσεων που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Συχνά περνούν σχεδόν απαρατήρητες, όμως είναι συνεχείς και σε πολλά μέτωπα. Αναφερθήκαμε στον πόλεμο στην Ουκρανία, όμως ξεχνάμε ότι πριν από δέκα με δώδεκα χρόνια είχε προηγηθεί η πρώτη εισβολή της Ρωσίας στην Κριμαία, χωρίς ουσιαστική αντίδραση τότε.

Δεν έχω συγκεκριμένη άποψη για το τι θα έπρεπε να κάνει η Μπιενάλε ως διοργανωτής. Πρόκειται ξεκάθαρα για ζήτημα πολιτικής στάσης και για το ποια κατεύθυνση επιλέγει να δώσει κάθε διοργάνωση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ρόλος μας μοιάζει περισσότερο με εκείνον του διαχειριστή μιας πολυκατοικίας, παρά με ενός φορέα που λαμβάνει ουσιαστικές αποφάσεις για τη συμμετοχή. Ως Επαμεινώνδας, η δική μου άποψη είναι ότι στηρίζουμε την εθνική συμμετοχή. Αν η Μπιενάλε της Βενετίας επιλέγει να εκπέμψει ένα συγκεκριμένο πολιτικό μήνυμα, είναι δικαίωμά της να το κάνει. Αντίστοιχα, και η δική μας χώρα έχει κατά καιρούς επιλέξει να μη συνεργάζεται με κρατικούς φορείς της Ρωσίας στον τομέα της τέχνης».

Θα ήθελα να μου πείτε και για την ανάδειξη των διευθυντριών στον ΜΟΜus. Παγώματα διαγωνισμών, μέλη επιτροπών που παραιτούνται – αυτά γίνονταν μέχρι πρόσφατα. Τι συμβαίνει ακριβώς;

«Τους διαγωνισμούς μέσω των οποίων επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες διευθύντριες, τους παραλάβαμε ήδη σε εξέλιξη. Ως διοίκηση, βρεθήκαμε μπροστά σε διαδικασίες που ήταν ουσιαστικά παγωμένες για περίπου έναν χρόνο. Αυτό είχε να κάνει κυρίως με τον τρόπο με τον οποίο είχε σχεδιαστεί η διαδικασία από το προηγούμενο ΔΣ. Δεν διστάζω να το πω: ο σχεδιασμός των βημάτων και ο τρόπος ολοκλήρωσης κάθε σταδίου είχε ασάφειες, με αποτέλεσμα η διαδικασία να έχει “κολλήσει”.

Το πρώτο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να την ξεμπλοκάρουμε και να την ολοκληρώσουμε. Παράλληλα, υπήρχε και ένα θεσμικό ζήτημα. Ο νόμος, όπως ίσχυε τότε και ευτυχώς έχει πλέον τροποποιηθεί, έθετε υπερβολικά περιοριστικές προϋποθέσεις για θέσεις διευθυντών. Απαιτήσεις όπως συγκεκριμένοι τίτλοι σπουδών ή γλωσσικές δεξιότητες ήταν τόσο αυστηρά διατυπωμένες, που στην πράξη απέκλειαν ανθρώπους με σημαντική τεχνογνωσία και μεγάλη επαγγελματική εμπειρία από το να συμμετάσχουν σε έναν διαγωνισμό».

Η διαδικασία επιλογής νέου/ας διευθυντή/διευθύντριας για το Πειραματικό Κέντρο Τεχνών βρίσκεται σε εξέλιξη. Τι να περιμένουμε;

«Ολοκληρώνεται τις επόμενες ημέρες και υλοποιήθηκε με τον νέο νόμο. Είχαμε 14 υποψηφιότητες, όταν στους προηγούμενους διαγωνισμούς υπήρχαν μόλις μία ή δύο για κάθε θέση. Στην πραγματικότητα, κανένας υποψήφιος δεν πληρούσε πλήρως τα προαπαιτούμενα των προηγούμενων προκηρύξεων, και αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα προβληματικό: να ανοίγεις θέσεις για έναν τόσο σημαντικό ρόλο και τελικά να αποκλείεται σχεδόν όλο το πεδίο ενδιαφερομένων λόγω υπερβολικών απαιτήσεων.

Οι προϋποθέσεις ήταν πάρα πολλές. Για παράδειγμα, αν κάποιος μιλάει άπταιστα αγγλικά, δεν είναι απαραίτητο να απαιτείται και άπταιστη γνώση γερμανικών. Πλέον, τα βιογραφικά ήταν διαφορετικά. Στους προηγούμενους διαγωνισμούς έβλεπες κυρίως ακαδημαϊκούς, καθηγητές Πανεπιστημίου, ενώ τώρα βλέπεις ανθρώπους με διαφορετικά υπόβαθρα και επαγγελματικές διαδρομές. Στόχος μας ήταν μια πιο ανοιχτή διαδικασία. Γι’ αυτό και συνεργαστήκαμε με ιδιωτική εταιρεία ως σύμβουλο, η οποία πραγματοποίησε επιπλέον συνεντεύξεις και μας παρείχε δεδομένα αξιολόγησης».

Τι προφίλ επαγγελματία αναζητήσατε;

«Ανθρώπους που δεν είναι μόνο καλοί επιμελητές, αλλά που μπορούν να διαχειριστούν κοινό, να αναζητούν χρηματοδοτήσεις και να επικοινωνούν αποτελεσματικά με φορείς. Με άλλα λόγια, να διαθέτουν μια πιο ολοκληρωμένη επαγγελματική προσωπικότητα».

Εναν/μία καλλιτεχνικό/ή διευθυντή/διευθύντρια-πολυεργαλείο με αρμοδιότητες οικονομικού διευθυντή;

«Υπάρχει ένα μπέρδεμα, και το λέω ως παρατηρητής του χώρου. Φανταστείτε κάποιον που γράφει ιστορικά βιβλία για μάχες: δεν έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να πάει να πολεμήσει. Στον χώρο της τέχνης, όμως, μπορεί κάποιος να είναι εξαιρετικός θεωρητικός της τέχνης, αλλά να μην είναι καλός στη διοίκηση ενός μουσείου που απαιτεί άλλα εργαλεία, άλλες ικανότητες και διαφορετική εμπειρία από την καθαρά θεωρητική ή ακαδημαϊκή προσέγγιση».

Στη δική σας περίπτωση, τι συμβαίνει; Συχνά οι θέσεις στον πολιτισμό, όταν προέρχονται από το κράτος και απευθύνονται σε ανθρώπους που δεν είναι του «χώρου», αντιμετωπίζονται ως εφαλτήριο για κάτι άλλο. Εσείς θέλετε να μείνετε μακροπρόθεσμα στον χώρο της τέχνης ή τον βλέπετε ως ένα ενδιάμεσο βήμα;

«Είναι ό,τι καλύτερο μου έχει τύχει. Είναι ένας απίστευτα γοητευτικός χώρος. Εξίσου γοητευτικό είναι το γεγονός ότι σε έναν πολιτιστικό οργανισμό όπως ο MOMus, ο οποίος έχει σημαντικό ρόλο τόσο σε επίπεδο πόλης όσο και σε επίπεδο χώρας, νιώθεις ότι όταν κάνεις κάτι σωστά, έχεις μια πραγματική θετική επίδραση, και αυτό είναι ένα εξαιρετικά δυνατό συναίσθημα. Θα ήθελα πολύ να μπορέσω να παραμείνω. Γνωρίζω ότι οι θέσεις των προέδρων δεν είναι ούτε ισόβιες ούτε μόνιμες, αλλά, όσο μου επιτρέπεται, θα ήθελα να συνεχίσω να προσφέρω».

Ποιο είναι το όραμά σας για τον οργανισμό;

«Θα ήθελα ο MOMus, σε λίγα χρόνια, να είναι ο πρώτος πολιτιστικός οργανισμός στην πόλη. Οταν ολοκληρωθεί το ΦΙΞ, είμαι βέβαιος ότι θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση μας. Η συλλογή Κωστάκη μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός πόλος έλξης, όχι μόνο για το μουσείο, αλλά και για την ίδια τη Θεσσαλονίκη συνολικά. Το 2027 προβλέπεται η παράδοση των αρχιτεκτονικών μελετών μαζί με τα τεύχη δημοπράτησης, και μέχρι στιγμής το χρονοδιάγραμμα τηρείται με ακρίβεια. Σε εκείνο το σημείο θα γνωρίζουμε πλέον και το τελικό κόστος κατασκευής του μουσείου, ώστε να αποφασίσει η κυβέρνηση σε ποιο χρηματοδοτικό εργαλείο θα ενταχθεί το έργο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version