Κάποτε τα καλοκαίρια, όπως αυτό που μόλις μας αποχαιρέτησε δίνοντας τη θέση του για άλλη μια χρονιά στην αναμονή για το πρώτο σχολικό κουδούνι που θα χτυπήσει σε λίγες ημέρες, τα παιδιά μετρούσαν πόσα μπάνια έκαναν και πόσα παγωτά έφαγαν κατά το τρίμηνο του θέρους. Σήμερα τα παιδιά – ασχέτως εποχής – μετρούν πόσα βίντεο είδαν στο ΤikTok, πόσες φωτογραφίες ανέβασαν στο Instagram, με πόσους έκαναν chat – διότι η «ζωντανή» (live που θα έλεγαν και εκείνα) συνομιλία τούς πέφτει λιγάκι δύσκολη: Εσείς πόσους εφήβους είδατε αυτό το καλοκαίρι να έχουν βγει παρέα και να μην ανταλλάσσουν κουβέντα αλλά να είναι παραταγμένοι στη σειρά «κολλημένοι» στα κινητά τους; Επίσης πόσα παιδιά είδατε να ενδιαφέρονται να χαζέψουν έστω και για λίγο τη θέα στο μέρος των διακοπών τους, να κοιτάξουν τη θάλασσα για να ανοίξει το βλέμμα τους και να μην επιθυμούν διακαώς να είναι «καρφωμένα» σε μια οθόνη;

Με παιδιά «χυμένα» – ανάλογα με την εποχή – σε μια καρέκλα, σε έναν καναπέ ή σε μια ξαπλώστρα, συνήθως με ένα κινητό ή με ένα τάμπλετ στο χέρι, εναλλακτικά μπροστά σε μια τηλεόραση ή σε έναν υπολογιστή, οι απελπισμένοι – ασχέτως εποχής – γονείς μετρούν πόσες ώρες έμειναν πάλι τα βλαστάρια τους κολλημένα στην οθόνη, αναζητώντας λύσεις, που συχνότατα δεν βρίσκουν, για να μειώσουν τις ατελείωτες ώρες καθισιού και θέασης που δεν γνωρίζουν… εποχές, γιορτές και αργίες.

 

Εν δυνάμει σοβαρές
καρδιακές βλάβες

Λύσεις που όμως πρέπει να βρεθούν εδώ και τώρα διότι, όπως δείχνει μια νέα άκρως ανησυχητική μελέτη, το… καθιστικό παρόν των παιδιών θέτει σε σοβαρό κίνδυνο το μέλλον της υγείας της καρδιάς τους. Ουσιαστικώς από τη μελέτη αυτή, που παρουσιάστηκε στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας (ESC), το οποίο έλαβε χώρα στο Αμστερνταμ από τις 25 ως τις 28 Αυγούστου, προέκυψε ότι τα παιδιά που ακολουθούν καθιστική ζωή και συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο ως τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής τους αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για εν δυνάμει σοβαρές βλάβες στην καρδιά – αυτό μάλιστα φάνηκε να ισχύει ακόμη και για παιδιά που είναι φυσιολογικού βάρους και δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα με την αρτηριακή πίεσή τους.

Η μελέτη, η οποία διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Aνατολικής Φινλανδίας (University of Eastern Finland) στο Κουόπιο, ήταν η πρώτη που διερεύνησε με χρήση smartwatches, τα οποία κατέγραφαν την καρδιακή λειτουργία, τη σωρευτική επίδραση της καθιστικής ζωής από την παιδική ηλικία μέχρι και τα πρώτα ενήλικα χρόνια και τις καρδιακές βλάβες που θα μπορούσαν να εμφανιστούν αργότερα στη ζωή. Αποτελεί μέρος της μεγάλης μελέτης «Children of the 90s», η οποία ξεκίνησε το 1990/1991 και είναι μια από τις μεγαλύτερες κοόρτες που μετρούν πλήθος δεικτών οι οποίοι σχετίζονται με τον τρόπο ζωής από τη γέννηση.

Η πρώτη καταγραφή στα 766 παιδιά (55% κορίτσια, 45% αγόρια) που παρακολουθήθηκαν σε μάκρος χρόνου έγινε στην ηλικία των 11 ετών. Οι μικροί εθελοντές φόρεσαν ένα smartwatch με αισθητήρα κίνησης επί μία εβδομάδα. Η διαδικασία αυτή επαναλήφθηκε όταν ήταν 15 ετών, καθώς και στα 24 έτη τους.

 

Η καρδιά
στη… ζυγαριά

Οι ερευνητές μέτρησαν το βάρος της αριστερής κοιλίας της καρδιάς μέσω ηχοκαρδιογραφήματος στην ηλικία των 17 και των 24 ετών (η μέτρηση έγινε σε γραμμάρια διά του ύψους – g/m2,7 – καθώς με αυτόν τον τρόπο μέτρησης μπορεί να προκύψει εκτίμηση για το μέγεθος της καρδιάς ενός αναπτυσσόμενου οργανισμού όπως ο παιδικός σε σχέση με το μέγεθος του σώματός του).

Για ποιον λόγο μπήκε η καρδιά στη… ζυγαριά; Διότι, όπως εξήγησε στο ΒΗΜΑ-Science ο δρ Αντριου Aγκμπέτς, γιατρός, κλινικός επιδημιολόγος και κύριος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Φινλανδίας, που ήταν εκ των συγγραφέων της μελέτης, «η «βαρύτερη» καρδιά, όπως έχει φανεί από μελέτες σε ενηλίκους, αυξάνει την πιθανότητα καρδιακής προσβολής και εγκεφαλικού».

Οι επιστήμονες έβαλαν στο «μικροσκόπιο» τη σύνδεση μεταξύ της καθιστικής ζωής από την παιδική ηλικία ως και τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής και του βάρους της καρδιάς αφού ελήφθησαν υπ’ όψιν παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αυτή τη σχέση, όπως η ηλικία, το φύλο, η αρτηριακή πίεση, τα ποσοστά λίπους στο σώμα, το κάπνισμα, η φυσική δραστηριότητα, η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση καθώς και το οικογενειακό ιστορικό καρδιοπάθειας.

Γεωμετρική αύξηση
της… στασιμότητας

Τα όσα προέκυψαν μάλλον μας παροτρύνουν όλους να κάτσουμε να σκεφτούμε τι πρέπει να αλλάξει άμεσα: στην ηλικία των 11 ετών τα παιδιά ήταν καθηλωμένα σε μια καρέκλα (και όχι μόνο) επί 362 λεπτά κατά μέσο όρο ημερησίως. Στην εφηβεία (στα 15 έτη για την ακρίβεια) τα λεπτά αυξάνονταν σε 474 την ημέρα και στα 24 έτη έφταναν τα 531 την ημέρα. «Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο χρόνος που οι εθελοντές δεν κινούνταν μέσα στην ημέρα αυξήθηκε από τις 6 ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο στην ηλικία των 11 ετών σε περίπου 9 ώρες ημερησίως στα 24 έτη τους» σημείωσε ο δρ Αγκμπέτς.

Τα αίτια πίσω από
τη μη δραστηριότητα

Πού αποδίδεται αυτή η αύξηση της μη δραστηριότητας καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν; ρωτήσαμε τον ερευνητή. Οπως απάντησε, «υπάρχουν πολλά και διαφορετικά αίτια. Καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά περνούν περισσότερες ώρες σε οθόνες – για παράδειγμα κάνουν πολύ μεγαλύτερη χρήση κινητού και υπολογιστή. Παίζουν περισσότερα videogames, βλέπουν περισσότερες ταινίες. Παράλληλα όμως περνούν και περισσότερες ώρες στο σχολείο αλλά και σε εξωτερικά μαθήματα όσο είναι μαθητές και μετά στις παραδόσεις και σε διαλέξεις στο πανεπιστήμιο – συγχρόνως μελετούν και περισσότερο χρησιμοποιώντας υπολογιστή. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος που περνούν καθιστά τα παιδιά τούς «κλέβει» ζωτικής σημασίας χρόνο από φυσική δραστηριότητα ελαφράς έντασης. Τέτοιου τύπου δραστηριότητα είναι ένας μεγάλος περίπατος τουλάχιστον τριών ωρών την ημέρα αλλά και το ψάρεμα, το μαγείρεμα, το σκούπισμα, το τίναγμα χαλιών, το σιδέρωμα, το δίπλωμα των πλυμένων ρούχων, το πλύσιμο και η τακτοποίηση των πλυμένων πιάτων».

Η ανάλυση έδειξε ότι κάθε επιπλέον λεπτό καθισιού σε αυτές τις τόσο νευραλγικές ηλικίες μετρούσε. Συγκεκριμένα κάθε λεπτό αύξησης του χρόνου που οι εθελοντές δεν κινούνταν συνδεόταν με αύξηση της τάξεως των 0,004 g/m2,7 στη μάζα της αριστερής κοιλίας της καρδιάς μεταξύ 17 και 24 ετών. Οταν αυτό πολλαπλασιαζόταν με τα 169 λεπτά επιπρόσθετης καθιστικής ζωής μεταξύ 11 και 24 ετών, μεταφραζόταν σε 0,7 g/m2,7 αύξησης στη μάζα της αριστερής κοιλίας της καρδιάς – και κάτι τέτοιο αντιστοιχούσε σε αύξηση της τάξεως των 3 γραμμαρίων της μάζας της αριστερής κοιλίας μεταξύ των ηχοκαρδιογραφημάτων (από τα 17 στα 24 έτη) σε σχέση με τη μέση αύξηση ύψους των εθελοντών. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως υπογράμμισε ο ερευνητής, προηγούμενη μελέτη σε ενηλίκους είχε δείξει ότι αύξηση στη μάζα της αριστερής κοιλίας της τάξεως του 1 g/m2,7 σε μια περίοδο επτά ετών συνδεόταν με διπλασιασμό του κινδύνου καρδιοπάθειας, εγκεφαλικού και θανάτου.

 

Δεν σχετίζεται
με βάρος και πίεση

Ηταν μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η αύξηση του χρόνου της καθιστικής ζωής φάνηκε να συνδέεται με πιο «βαριά» καρδιά ασχέτως του σωματικού βάρους των εθελοντών και της αρτηριακής πίεσής τους – κοινώς, ακόμη και οι μικροί ή νεαροί εθελοντές που δεν είχαν περιττό βάρος, ούτε υψηλή αρτηριακή πίεση, παρουσίαζαν βλάβες στην καρδιά εξαιτίας της πολύωρης καθημερινής ακινησίας τους.

Ο δρ Αγκμπέτς μάς πληροφόρησε ότι η μελέτη αυτή συνεχίζεται περιλαμβάνοντας περισσότερα παιδιά. Παράλληλα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη μέτρηση και αξιολόγηση των αρχικών εθελοντών που έχουν πλέον φτάσει τα 30 έτη τους προκειμένου οι ερευνητές να καταγράψουν την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας τους.

Συμβουλές
(καλής) ζωής

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον ερευνητή, δεν είναι ανάγκη να αναμένουμε τα επόμενα αποτελέσματα για να σηκώσουμε τα παιδιά και τους νέους από τις καρέκλες και τους καναπέδες. «Οι γονείς πρέπει εδώ και τώρα να ενθαρρύνουν τα παιδιά και τους εφήβους να κινούνται περισσότερο προτείνοντάς τους, για παράδειγμα, να κάνουν μαζί μια βόλτα – οφείλουν πάνω από όλα να αποτελέσουν οι ίδιοι μοντέλα προς μίμηση, αφήνοντας κάτω τις οθόνες. Είναι πολύ σημαντικό το ότι παρατηρήσαμε πως η φυσική δραστηριότητα ελαφράς έντασης μπορεί να αναστρέψει τις αρνητικές συνέπειες της καθιστικής ζωής στην υγεία της καρδιάς των παιδιών. Και είναι υψίστης σημασίας για τους γονείς να εξηγήσουν στα παιδιά τους ότι οι πολλές ώρες ακινησίας αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιοπάθειας και καρδιακών βλαβών αργότερα στη ζωή τους. Οπως έλεγε και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, «αν δεν μπορείς να πετάξεις, τρέξε. Αν δεν μπορείς να τρέξεις, περπάτα. Αν δεν μπορείς να περπατήσεις, σύρσου. Αλλά συνέχισε να προχωράς με κάθε τρόπο»».

Ο ρόλος της φλεγμονής

Για ποιον λόγο η καθιστική ζωή μπορεί να βλάψει σοβαρά την καρδιά ακόμη και τόσο μικρών σε ηλικία ατόμων που μάλιστα δεν έχουν παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια όπως το περιττό βάρος ή η υψηλή αρτηριακή πίεση; ρωτήσαμε τον δρα Αγκμπέτς. Οπως μας εξήγησε, «δημοσιεύσαμε τον περασμένο Ιούνιο στο επιστημονικό περιοδικό “The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism” μελέτη η οποία έδειξε ότι ο αυξημένος χρόνος καθισιού από την παιδική ηλικία ως τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής συνδέεται με αυξημένη φλεγμονή. Η φλεγμονή είναι ένα από τα μονοπάτια μέσω των οποίων λαμβάνουν χώρα διαφορετικές διαδικασίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη νόσων. Η καθιστική ζωή αυξάνει τα επίπεδα στρες του οργανισμού με αποτέλεσμα η καρδιά να προσπαθεί να προσαρμοστεί ώστε να αποκαταστήσει τη φυσιολογική λειτουργία του. Ωστόσο, αν τα επίπεδα στρες που συνδέονται με την καθιστική ζωή παραμένουν υψηλά για μεγάλο διάστημα, η καρδιά αναγκάζεται να… κάνει υπερωρίες επί μακρόν, με αποτέλεσμα να οδηγείται σε διόγκωση και σε ανεπάρκεια σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της».

Γονείς στα πρόθυρα νευρικής κρίσης

Το νέο online τοπίο στο οποίο «βυθίζονται» ολοένα και περισσότερο τα σύγχρονα παιδιά αποτελεί τεράστια πηγή άγχους για τους γονείς, οι οποίοι αναζητούν τρόπους διαχείρισης της κατάστασης. Αυτό αποδεικνύουν δύο νέες πρόσφατες μελέτες.

Ο «βασιλιάς» των γονεϊκών ανησυχιών
Η πρώτη που ήταν ουσιαστικά μια μεγάλη εθνική αμερικανική δημοσκόπηση (CS Mott Children’s Hospital National Poll on Children’s Health – CS Mott Poll), η οποία διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, έδειξε ότι η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του Internet – γενικώς ο χρόνος μπροστά σε οθόνες – αποτελεί τον κύριο λόγο ανησυχίας των γονέων σχετικά με τα παιδιά τους.
Συγκεκριμένα τα δύο τρίτα των γονέων (σε σύνολο 2.099 απαντήσεων που συνελέγησαν από τους ερευνητές) δήλωσαν ότι ανησυχούν για τον αυξημένο χρόνο που περνούν τα τέκνα τους «αγκαλιά» με συσκευές, γεγονός που χάρισε στη χρήση οθόνης την πρώτη θέση στη λίστα των φόβων των γονέων σχετικά με την υγεία των παιδιών τους για το 2023.
«Τα παιδιά ξεκινούν να χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές καθώς και τα social media σε μικρότερες ηλικίες και οι γονείς παλεύουν να βρουν τρόπους ώστε να ελέγξουν με σωστό τρόπο τη χρήση οθόνης και να δράσουν προληπτικά ενάντια στις αρνητικές επιδράσεις που αυτή μπορεί να έχει στην ασφάλεια, στην αυτοεκτίμηση, στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και στις συνήθειες που παρεμβαίνουν στον ύπνο και σε άλλες παραμέτρους της υγείας των παιδιών» ανέφερε σε σχετικό δελτίο Τύπου η Σούζαν Γουόλφορντ, παιδίατρος και συνεπικεφαλής της CS Mott Poll, και συμβούλευσε τους γονείς να αξιολογούν σε τακτική βάση τη χρήση της τεχνολογίας που κάνουν τα παιδιά τους και να την περιορίζουν αν παρατηρήσουν σημάδια μη φυσιολογικής συμπεριφοράς. Σύμφωνα με την ερευνήτρια, υπάρχουν επίσης ειδικές ρυθμίσεις σε ορισμένα social media αλλά και σε συσκευές που μπορούν να βοηθήσουν στην προστασία των παιδιών από την κατάχρηση της οθόνης.

Το… ψηφιακό μητρικό καθήκον
Πάντως οι μαμάδες φαίνεται να είναι εκείνες που βιώνουν το περισσότερο άγχος σε ό,τι αφορά την… ψηφιακή ζωή των παιδιών τους, σύμφωνα με μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Νότιας Αυστραλίας που δημοσιεύτηκε στο «New Media & Society». Από τη μελέτη, που βασίστηκε σε συνεντεύξεις με μητέρες παιδιών ηλικίας 9 ως 16 ετών, προέκυψε ότι οι μαμάδες έχουν εκτός από τα υπόλοιπα «βάρη» που κουβαλούν μέσα στην ημέρα και ένα συνεχές βάρος σχετικά με το να επιβλέπουν την ψηφιακή δραστηριότητα των τέκνων τους, να εξοικειώνονται οι ίδιες με τις πλατφόρμες των social media και να σχεδιάζουν συνεχώς στρατηγικές διαχείρισης της χρήσης οθονών από τα παιδιά τους.
Οπως σημείωσε η ερευνήτρια του Πανεπιστημίου της Νότιας Αυστραλίας Φέι Χιζελγκρέιβ, η οποία πραγματοποίησε τις συνεντεύξεις, «ακόμη και όταν βρίσκονται στην εργασία τους, οι μητέρες χρειάζεται να έχουν τον έλεγχο σχετικά με τις δραστηριότητες των παιδιών τους στέλνοντας συνεχώς μηνύματα στο κινητό ή μιλώντας τους σε βιντεοκλήσεις. Αυτή η έντονη ενασχόληση μπορεί να εξηγεί το γιατί ορισμένες μητέρες ενθαρρύνουν τελικά τα παιδιά τους να χρησιμοποιούν τα ψηφιακά μέσα ώστε να κάνουν και εκείνες ένα διάλειμμα». Γι’ αυτό και, σύμφωνα με την ερευνήτρια, «χρειάζεται να μάθουμε περισσότερα σχετικά με το πώς η μητρική φροντίδα σε ένα “ψηφιακό σπίτι”, η οποία αποτελεί έναν πολύπλοκο ρόλο, επηρεάζει τις μητέρες κοινωνικά, ψυχικά και οικονομικά».