Για μια μερίδα της συνταγματικής θεωρίας, η αναγνώριση στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος της ορθόδοξης «επικρατούσας θρησκείας» έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα ή ελάσσονες συνέπειες, για παράδειγμα το εορτολόγιο. Αυτή η θέση δεν ευσταθεί, όχι μόνο γιατί δεν νοείται διάταξη του Συντάγματος που δεν παράγει δεσμεύσεις, αλλά γιατί πρώτος ο δικαστής προσδίδει στο άρθρο 3 κανονιστική βαρύτητα σε ζητήματα όπως η διδασκαλία των θρησκευτικών στο σχολείο ή ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός και η πρωινή προσευχή.

Παράλληλα, στο Σύνταγμα διατηρούνται, παρά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διατάξεις για τον θρησκευτικό όρκο των βουλευτών και του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι οποίες συμβολικά αλλοιώνουν τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους. Ας μην παραγνωρίζουμε ότι το Κράτος δεν πρέπει μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται ουδέτερο.

Από την άλλη, η «προνομιακή» θέση που επιφυλάσσει το Σύνταγμα στην Εκκλησία δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία. Ακόμη και στη Γαλλία της «laïcité», το Κράτος χρηματοδοτεί την καθολική εκπαίδευση, ενώ στην Ιταλία και τη Γερμανία η επίσημη αναγνώριση των θρησκειών αποτυπώνεται στην παρουσία των θρησκευτικών συμβόλων στη δημόσια σφαίρα (π.χ., στα σχολεία) και στο ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών.

Στην Ιρλανδία, το δικαίωμα στην άμβλωση αναγνωρίστηκε μόλις το 2018. Οι χριστιανικές καταβολές της Ευρώπης επιβιώνουν στις λιγότερο ή περισσότερο «εκκοσμικευμένες» κοινωνίες της, αυτές που προήλθαν από τη διαδικασία που ο Μαρσέλ Γκοσέ έχει αποκαλέσει «απομάγευση» του κόσμου.

Στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη ανακύπτουν σκληρές αντιθέσεις, όταν πρακτικές εκδοχών του Ισλάμ (π.χ., μπούρκα, σωματικές προσβολές) παραβιάζουν τις θεμελιώδεις αρχές του νομικού μας πολιτισμού και ειδικότερα την ισότητα των γυναικών και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Στην πολυπολιτισμική Δύση επείγουσα σημασία αποκτά, όπως υπογραμμίζει ο Τζον Ρολς, η επάλληλη συναίνεση (overlapping consensus) ανάμεσα στις θρησκευτικές κοινότητες, κοινώς o αναστοχασμός και η αναζήτηση των αξιών που τις ενώνουν αντί για την έμφαση σε όσα τις χωρίζουν. Προοπτική μάλλον αισιόδοξη, αν αναλογιστεί κανείς πόσο συμπαγές είναι το θρησκευτικό συναίσθημα ή τον τρόπο με τον οποίο διαμεσολαβείται γεωπολιτικά και ιστορικά η σχέση μεταξύ των θρησκειών, ιδίως χριστιανών και μουσουλμάνων.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ζήτημα θρησκείας και πολιτικής δεν ακολουθεί το ευρωπαϊκό μοτίβο. Για την ακρίβεια, τίθεται μάλλον αντίστροφα, όχι δηλαδή – τουλάχιστον προς το παρόν – ως διακινδύνευση της ορθόδοξης ταυτότητας από τις θρησκευτικές μειονότητες, αλλά ως πρόβλημα (αυτο)περιορισμού των λόγων και πράξεων της Εκκλησίας στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Πολιτείας.

Τις λαοσυνάξεις του 2000 για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες και τις αντιδράσεις σήμερα στον γάμο και την υιοθεσία των ομοφύλων δένει ένα διαχρονικό νήμα: η ηχηρή παρέμβαση της Εκκλησίας στον ζωτικό χώρο του πολιτικού, στο όνομα της αντιπροσώπευσης και της αυθεντικής έκφρασης της βούλησης του λαού και του έθνους. Ετσι, πέρα από τη συγκυρία και τις εφήμερες εντυπώσεις της, αναπαράγεται μια διαρκής και διάχυτη σύγχυση ως προς την πολιτική διάσταση του λαού αφενός και τον ρόλο του κλήρου αφετέρου.

Ομως, ο λόγος της Εκκλησίας, φύσει αγαπητικός και συμπεριληπτικός, δεν αφορά – πολύ περισσότερο όταν εκφέρεται με όρους αποκλεισμού ή στιγματισμού κοινωνικών ομάδων – την απόλαυση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Ούτε, βέβαια, το Κράτος πρέπει να αποφαίνεται επί θεολογικών θεμάτων ή να εμπλέκεται κανονιστικά στα εσωτερικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως καταδεικνύουν οι ρυθμίσεις (πάλι) του άρθρου 3 του Συντάγματος για το αυτοδιοίκητο, την τήρηση των συνοδικών κανόνων και τη μετάφραση της Αγίας Γραφής.

Η θρησκευτική παράδοση των Ελλήνων, με τις πλούσιες και διαταξικές πολιτισμικές της εκφάνσεις, ουδόλως εξαρτάται από την περιπλοκή αυτή εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας και τις αντιφάσεις της. Εχει την αυτοτελή της δύναμη και εγγραφή στην ιστορία και στο βίωμα του έθνους.

Σε καμία περίπτωση δεν ρυθμίζει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, που δεν υπάγονται, σε ένα Κράτος Δικαίου, στον συσχετισμό της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Αντιθέτως, ισχύουν για όλες και όλους, ανεξαρτήτως πίστης, αγνωστικισμού ή αθεΐας. Στα 50 χρόνια της Μεταπολίτευσης, η εμπέδωση αυτής της αυτονόητης παραδοχής παραμένει μια συνταγματική, θεσμική και εν τέλει κοινωνική εκκρεμότητα.

 

Ο κ. Γιώργος Ν. Καραβοκύρης είναι επίκουρος καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.