Σε μείζον πρόβλημα, χωρίς ρεαλιστική προοπτικής επίλυσης τουλάχιστον εντός του επόμενου χρονικού διαστήματος, εξελίσσεται για την Αθήνα το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και κατ’ επέκταση ο εγκλωβισμός των ελληνόκτητων πλοίων στον Περσικό Κόλπο. Το ζήτημα, πέραν της εύλογης ανησυχίας που προκαλεί στον εφοπλιστικό κόσμο της χώρας (ο οποίος κατέχει τον ισχυρότερο στόλο παγκοσμίως), πλήττει την πάγια ελληνική προτεραιότητα ως προς την απαρέγκλιτη ανάγκη προστασίας της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, δημιουργεί ένα δυσχερές τετελεσμένο στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς και αποτυπώνει τα περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης της Αθήνας στο καθεστώς της Τεχεράνης.
Και όσο αυτά συμβαίνουν, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αυξάνει την πίεση προς τους Ευρωπαίους και το ΝΑΤΟ να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, άρα τα πλοία τους και τα εμπορεύματά τους, στα Στενά του Ορμούζ, ενώ ο αριθμός των κρατών που ενδιαφέρονται να συμμετέχουν σε μια δύναμη η οποία θα μεταβεί στην περιοχή – μόνο μετά τη λήξη των εχθροπραξιών – όλο και μεγαλώνει. Καθώς όμως περνούν οι μέρες και εμπεδώνεται το μέγεθος της ζημίας, το Ιράν επεξεργάζεται και εφαρμόζει μεθόδους επιπλέον ελέγχου των Στενών του Ορμούζ, ανεξαρτήτως της έκβασης του πολέμου.
Στο αντίπαλο στρατόπεδο
Παρά το δυσμενές περιβάλλον, η Αθήνα προσανατολίζεται να αναλάβει νέες διπλωματικές πρωτοβουλίες προκειμένου να διεκδικήσει την έξοδο των δέκα ελληνικών πλοίων και των 89 ελλήνων ναυτικών που παραμένουν εντός του Περσικού Κόλπου, με τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη να επικοινωνεί τακτικά με όλους τους εμπλεκόμενους ομολόγους του. Πάντως, η πρώτη απόπειρα του ίδιου, ο οποίος συνομίλησε το Σάββατο 28 Μαρτίου με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες ο Αμπάς Αραγτσί εξήγησε ότι από τα Στενά του Ορμούζ περνούν απρόσκοπτα μόνο τα πλοία των «φιλικών χωρών». Και η Ελλάδα, προφανώς, δεν ανήκει σε αυτές. Η Τεχεράνη, παρά τους παραδοσιακούς διαύλους επικοινωνίας που διατηρούνταν εδώ και χρόνια ανοικτοί (μέσω της ελληνικής πρεσβείας και με αιχμή του δόρατος των διμερών σχέσεων τη ναυτιλία και το εμπόριο) έχει πλέον τοποθετήσει την Αθήνα στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Στην εξέλιξη αυτή οδήγησαν τόσο οι στενές σχέσεις της ελληνικής πρωτεύουσας με το Τελ Αβίβ και την Ουάσιγκτον – είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες ώρες πριν από το ξέσπασμα του πολέμου ο κ. Γεραπετρίτης συναντήθηκε στον Λευκό Οίκο με τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο – όσο και η επίσημη θέση της κυβέρνησης περί της ανάγκης ελέγχου του βαλλιστικού και πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης ως προϋπόθεση ειρήνευσης της περιοχής. Η ενεργοποίηση, δε, της πυροβολαρχίας των Patriot έναντι ιρανικών πυραύλων, προς προστασία του εδάφους της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και η δημοσιότητα που έλαβε το περιστατικό, ενόχλησε ακόμα περισσότερο την Τεχεράνη.
Σύμφωνα, δε, με έλληνα διπλωμάτη, ο οποίος προσφάτως υπηρέτησε στο Ιράν, ο Αραγτσί δεν φημίζεται για τη διαλλακτικότητά του. «Είναι παλιός στο διπλωματικό σώμα, έχει υπηρετήσει σε καίρια πόστα και κυρίως είναι σκληρός και καχύποπτος» λέει ο ίδιος στο «Βήμα». Προσθέτει δε ότι «είναι πλήρως αποδεκτός από τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι τώρα πλέον ελέγχουν πλήρως όλα όσα συμβαίνουν στα Στενά του Ορμούζ». Υπενθυμίζεται ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με το Ιράν, ενώ στις 12 Μαρτίου αποχώρησε από την Τεχεράνη, για λόγους ασφαλείας, η ελληνική πρεσβεία.
Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στο άμεσο μέλλον και την τύχη των δέκα ελληνικών πλοίων. Αλλωστε, στην Αθήνα κυριαρχεί η άποψη ότι σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να διακυβευθεί η σχέση με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τον αραβικό κόσμο, με αντίτιμο την προστασία του ελληνόκτητου στόλου. Ακόμα κι αν κατά γενική ομολογία η ναυτιλία αποτελεί για τη χώρα ταυτοτικό ζήτημα, αλλά και εναλλακτική οδός διεύρυνσης του διπλωματικού αποτυπώματός της, αυτό που προέχει για την κυβέρνηση είναι η διατήρηση των στρατηγικών σχέσεών της με τους ισχυρούς παίκτες στην περιοχή.
Τα πράγματα, όμως, περιπλέκονται καθώς με πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Βουλής του Ιράν, προβλέπεται η επιβολή τελών διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία θεωρούνται τμήμα των ιρανικών χωρικών υδάτων. Με λίγα λόγια, η Τεχεράνη θα αποφασίζει ποιος, πότε και με ποιο τίμημα θα κάνει χρήση του κομβικού περάσματος. Εκτός αν κάποια ξένη δύναμη καταφέρει να ελέγξει την περιοχή, προοπτική η οποία δύσκολα θα ευοδωθεί. Η ανησυχία στον ναυτιλιακό κόσμο κλιμακώθηκε έτι περαιτέρω καθώς στα μέσα της περασμένης εβδομάδας δεξαμενόπλοιο με σημαία Κουβέιτ χτυπήθηκε από πύραυλο στα ανοικτά του Κατάρ.
«Αν πάμε σε μια λογική διοδίων, τα οποία σήμερα μπορεί να ξεπερνούν τα 2 εκατομμύρια δολάρια ανά διέλευση, τότε αλλάζουν πλήρως τα κόστη και για τους Ελληνες» επισημαίνει στο «Βήμα» στέλεχος της ναυτιλιακής αγοράς, προσθέτοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα του ελληνόκτητου στόλου έναντι των Ινδών και των Κινέζων, οι οποίοι διαθέτουν άριστες σχέσεις με το Ιράν.
Αυτό που πρέπει να καταστεί σαφές είναι ότι από τον Περσικό Κόλπο δεν περνούν μόνο τάνκερ με ιρανικό πετρέλαιο, αλλά πολλές εκατοντάδες πλοία από και προς τις αραβικές χώρες, φορτωμένα με πολλών ειδών αγαθά. Η μεγάλη εικόνα είναι ότι με την εμπλοκή στα Στενά του Ορμούζ σπάνε κομβικοί κρίκοι της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Εξ ου και τις τελευταίες ημέρες η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προσανατολίζονται να παρέχουν βοήθεια τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και σε μια πιθανή διεθνή δύναμη προστασίας της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο.
Οι «35» και το Συμβούλιο Ασφαλείας
Σε παράλληλο επίπεδο, η Ελλάδα έσπευσε την Πέμπτη να συνυπογράψει την πρωτοβουλία των 35 πλέον χωρών, οι οποίες δηλώνουν μεν διαθέσιμες να μεταβούν με ναυτικές δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ, υπό την προϋπόθεση όμως να προηγηθεί κατάπαυση του πυρός. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται όλοι οι ισχυροί της Ευρώπης (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, Ολλανδία) καθώς και ο Καναδάς, τα Εμιράτα και τα σκανδιναβικά κράτη. Ο κ. Γεραπετρίτης συμμετείχε την ίδια ημέρα σε τηλεδιάσκεψη των 35, όπου και ανέλυσε τις επιπτώσεις του κλεισίματος των Στενών για την Ελλάδα. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», ο υπουργός Εξωτερικών πρότεινε η εντολή ανάπτυξης της ναυτικής δύναμης στην περιοχή να αποκτήσει μακροπρόθεσμα χαρακτηριστικά. Προφανώς η Αθήνα αντιλαμβάνεται ότι ακόμα και αν οι συγκρούσεις αποκλιμακωθούν, η διάνοιξη των θαλάσσιων εμπορικών οδών δεν θα είναι μια απλή υπόθεση. Αυτό υποδεικνύουν άλλωστε οι ενέργειες των Ιρανών στα Στενά του Ορμούζ.
Οσο εξελίσσονταν αυτά, το Μπαχρέιν προωθούσε, ως προεδρεύουσα χώρα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ψήφισμα με αντικείμενο τον προσφορότερο τρόπο αντιμετώπισης του κλεισίματος των Στενών. Τελικά, η πρωτοβουλία δεν προχώρησε εξαιτίας των αντιδράσεων, κυρίως της Κίνας και της Ρωσίας και δευτερευόντως της Γαλλίας, με τα μέλη του Συμβουλίου πάντως (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) να βρίσκονται σε συνεχείς διεργασίες προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο.
Είναι ευκταίο μεν ο διεθνής ναυτικός συνασπισμός να θωρακιστεί με σχετικό ψήφισμα του Οργανισμού, όμως σημειώνονταν διαφωνίες όσον αφορά το είδος και το εύρος της εντολής, ειδικά σε σχέση με το ζήτημα της χρήσης βίας, εν όψει της σύγκλησης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Αντιστοίχως, διαφορετικές απόψεις υπάρχουν και μεταξύ των 35. Η φύση, άλλωστε, ενός τόσο ετερόκλητου συνασπισμού δεν θα μπορούσε να προδιαθέτει για κάτι διαφορετικό.
