Περπατώντας πριν από κανέναν μήνα στην Κυψέλη με τον σκύλο μου, σταμάτησα σε ένα περίπτερο για να πάρω ένα μπουκαλάκι νερό. Φεύγοντας, το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο ψυγείο με τα παγωτά. Πιο σύγχρονο και αστραφτερό, αλλά το ίδιο πολλά υποσχόμενο όπως το θυμόμουν πάντα. Γύρισα πίσω, βούτηξα στο εσωτερικό του και βρήκα εκείνο που ήθελα: το κορνέτο, την καρδιά από κρέμα, τη μεγάλη αγάπη των παιδικών μου χρόνων.
Μη φανταστείτε ότι με παρέσυρε το κύμα νοσταλγίας που κυκλοφορεί τελευταία. Κάθε χρόνο φροντίζω το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού να είναι από περίπτερο. Το τηρώ σαν μια προσωπική παράδοση, τιμώντας εκείνο το περίφημο «μετράμε παγωτά» των παιδικών μας χρόνων. Για μια στιγμή θυμήθηκα τον εαυτό μου τεσσάρων ή πέντε χρονών, μπροστά σε ένα ψυγείο με παγωτά, να τεντώνω τις μύτες των ποδιών μου για να βλέπω καλύτερα το εσωτερικό του. Άνοιγα την πόρτα, άφηνα την ψύξη να πάρει την κάψα του παιχνιδιού και ανακάτευα με την ησυχία μου το περιεχόμενό του μέχρι να βεβαιωθώ ότι είχα διαλέξει το σωστό Luky Cap ή το πιο εμφανίσιμο «Σπρώξε Γλείψε», πάντα με γεύση φράουλα. Στην ιεροτελεστία αυτή πρωταγωνιστούσε και ο περιπτεράς. Κάποια στιγμή διέκοπτε έξαλλος την εξερεύνησή μου, φωνάζοντας ότι δεν αντέχει άλλο τα παιδιά που κρατάνε τόση ώρα ανοιχτό το ψυγείο. Εγώ, βέβαια, ήξερα ότι μια χαρά μας άντεχε, στις καλές του μας κερνούσε και τσιχλίτσα.

Κάθε φορά το ίδιο. Ποτέ δεν κουραζόμουν ούτε να ψάχνω το παγωτό ούτε να ακούω τις αγριοφωνάρες του. Του έδινα τα λεφτά, πενήντα, εξήντα ή ογδόντα δραχμές –ποιος θυμάται τώρα– άνοιγα το παγωτό από κάτω για να αρπάξω το δωράκι, που συνήθως έχανα λίγο αργότερα στο σκάμμα της παιδικής χαράς, και μετά απολάμβανα το παγωτό μου, βανίλια, σοκολάτα και φράουλα. Τόσο απλό όσο και οι έγνοιες που χωρούσαν τότε στο κεφάλι μου.
Είμαι μεγάλος άνθρωπος πια. Ξέρω ότι η πόρτα του ψυγείου δεν πρέπει να μένει πολλή ώρα ανοιχτή. Εκείνη τη μία φορά όμως, όταν αγοράζω το πρώτο παγωτό του καλοκαιριού, κάνω ακριβώς ό,τι έκανα και παιδί. Δεν κλείνω την πόρτα μέχρι να βρω εκείνο το παγωτό που θα ξεκλειδώσει καλύτερα τις αναμνήσεις μου. Και παρόλο που γνωρίζω πως η γεύση του δεν είναι πια αυτή που πραγματικά αναζητώ, νιώθω μια παράλογη χαρά απολαμβάνοντάς το. Εξάλλου, συνήθως καταλήγω στο «Σπρώξε Γλείψε», που μου παγώνει τη γλώσσα και τις αισθήσεις και με κάνει να χαμογελάω σαν χαζή.

Μία από τις στιγμές που με έκανε καλύτερο άνθρωπο συνέβη πριν από δεκατρία χρόνια, όταν, παρακούοντας τις οδηγίες της αδερφής μου, αγόρασα ένα κορνέτο στον τρίχρονο ανιψιό μου, τον Νικόλα. Μόλις είχε γνωρίσει τη ζάχαρη και εγώ ανυπομονούσα να τον μυήσω στη δική μου παράδοση. Τον συνάντησα με τη μητέρα μου στο πάρκο και πήγαμε μαζί στην κυρία Σούλα, στο ψιλικατζίδικο πίσω από το πάρκο του Χολαργού. Καθόμασταν σε ένα παγκάκι και εγώ είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου, αναπολώντας τα δικά μου παιδικά καλοκαίρια. Ο Νικόλας γύρισε προς το μέρος μου κρατώντας τον πύραυλό του, με κοίταξε με εκείνα τα καταγάλανα μάτια του και με ρώτησε αν ήμουν στεναχωρημένη.
Του είπα πως ναι, λίγο.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, μου πρότεινε το παγωτό του.
«Θέλεις λίγο;»

Χρόνια πριν, ο Νικόλας με τη μυστική συνταγή της ευτυχίας στα χέρια του.
Σαν να μπορούσαν όλα τα προβλήματα του κόσμου να λυθούν με μια μπουκιά παγωτό. Σαν να είχε ανακαλύψει τη μυστική συνταγή που μας κάνει πιο ξέγνοιαστους και πιο ευτυχισμένους. Για εκείνο το παγωτό και για εκείνη την απλούστευση της πραγματικότητας, που τελικά ήταν ένα σπουδαίο μάθημα ζωής, εύχομαι να υπάρχουν πάντα τα παγωτά του περιπτέρου.
Τώρα, σας προτείνω να κάνουμε μια μικρή βόλτα στην παιδική μας ηλικία. Οκ, όσοι από εμάς τη θυμόμαστε. Να ξαναβρούμε εκείνες τις γεύσεις που μας ξετρέλαιναν, τα κυπελλάκια, τα χωνάκια και τα ξυλάκια που άλλοτε ήταν η επιβράβευση επειδή κοιμηθήκαμε το μεσημέρι, άλλοτε η έκπληξη του παππού και της γιαγιάς και άλλοτε ο καλύτερος τρόπος να ξοδέψουμε το χαρτζιλίκι μας. Να θυμηθούμε τα μικροσκοπικά δωράκια που έκρυβαν στη βάση τους και μας έκαναν να νιώθουμε τυχεροί. Τις γρανίτες που μας πήγαιναν στα ουράνια, χωρίς να μας περνά ποτέ από το μυαλό ότι πιθανότατα ήταν απλώς νερό με χρώμα. Το καϊμάκι που απολάμβανε η γιαγιά μας με τόση ικανοποίηση και τον τεράστιο πύραυλο που έπαιρναν οι μεγάλοι, ενώ εμείς τους κοιτούσαμε απορημένοι, αναρωτώμενοι πώς θα κατάφερναν να τον φάνε ολόκληρο. Και, φυσικά, το κορνέτο, εκείνο που η διαφήμιση μάς είχε πείσει ότι έκρυβε καρδιά από κρέμα και που, αν τρώγαμε καμιά εικοσαριά, ίσως να βρίσκαμε τον μεγάλο μας έρωτα.
Το καλύτερο είναι ότι πολλά από αυτά τα παγωτά υπάρχουν ακόμη στα ψυγεία των περιπτέρων. Υπάρχει άνθρωπος που δε θα χαιρόταν με ένα Κοκτέιλ ή ένα Σικάγο; Εσείς, δηλαδή, δεν έχετε πάρει ποτέ ένα «Σπρώξε Γλείψε» για να το φάτε οδηγώντας μέσα στην κίνηση, με τη μουσική δυνατά;
Laky Cap

Δεν ήταν το πιο νόστιμο παγωτό του περιπτέρου. Το Luky Cap ήταν το παγωτό που σε έκανε να ανοίγεις πρώτα τον πάτο και μετά το καπάκι. Το δωράκι έκρυβε όλη τη μαγεία και για λίγα δευτερόλεπτα ένιωθες ότι είχες κερδίσει το λαχείο.
Σικάγο

Το κυπελλάκι που διάλεγαν οι μεγάλοι και εμείς προσπαθούσαμε να τους το κλέψουμε. Πλούσιο, σοκολατένιο, με γεύση που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη. Και φυσικά, κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τη θρυλική διαφήμιση με το «Πω πω… Σικάγο γίναμε!», που καρφώθηκε στο μυαλό μας για δεκαετίες.
Πατούσα – Big Foot

Ένα παγωτό που έμοιαζε με πατούσα και γι’ αυτό γινόταν αμέσως το πιο αστείο του ψυγείου. Δεν το διάλεγες μόνο για τη φράουλα και τη σοκολάτα. Το διάλεγες γιατί ήθελες να κρατάς στο χέρι ένα γιγάντιο πόδι και να γελάς με τους φίλους σου.
Turbo

Το απόλυτο «σπρώξε γλείψε». Μια παγωμένη γρανίτα που ανέβαινε σιγά σιγά μέσα από το χάρτινο κυλινδρικό κουτί και κρατούσε περισσότερο από κάθε άλλο παγωτό. Ήταν η καλύτερη παρέα για τον δρόμο προς την παραλία.
Shock

Το όνομά του δεν ήταν τυχαίο. Ήταν από τα μεγαλύτερα και πιο πλούσια παγωτά του περιπτέρου, με κρέμα, σοκολάτα και σιρόπι βύσσινο. Το παγωτό του θείου που έβρισκε το packaging εξαιρετικά σέξι αλλά ποτέ δεν το παραδεχόταν.
Κοκτέιλ

Βανίλια, καραμέλα και σοκολάτα σε ένα κυπελλάκι που έμοιαζε να αλλάζει γεύση σε κάθε κουταλιά. Ήταν από εκείνα τα παγωτά που έτρωγες αργά, προσπαθώντας να μη χαλάσεις τις σπείρες στην επιφάνειά του.
Τρόικα

Τρεις διαφορετικές γεύσεις, τρεις διαφορετικές διαθέσεις, ένα ξυλάκι. Το πρώτο πράγμα που έκανες ήταν να αποφασίσεις από ποια πλευρά θα ξεκινήσεις, λες και αυτή η επιλογή είχε τεράστια σημασία. Τότε, βέβαια, μόνο τέτοιους προβληματισμούς είχαμε.
Τρινιτά

Το κυπελάκι που πολλοί αποκαλούσαν ξαδερφάκι του Σικάγο. Σοκολάτα, βανίλια και πλούσια υφή, σε μια εποχή που δε χρειαζόσουν toppings και cookies για να ενθουσιαστείς.
Καϊμάκι

Το παγωτό των γιαγιάδων μας. Με χαρακτηριστικό άρωμα μαστίχας και εκείνη την τέλεια υφή που ως παιδιά μας φαινόταν παράξενη, αλλά μεγαλώνοντας καταλάβαμε γιατί το αγαπούσαν τόσο.
Cucciolone

Πριν ακόμη ανοίξεις το παγωτό, διάβαζες το μικρό κόμικ πάνω στο μπισκότο. Και ύστερα άρχιζε η δύσκολη αποστολή: να το φας χωρίς να διαλυθεί στα χέρια σου. Συνήθως αποτύγχανες, αλλά αυτό ήταν μέρος της εμπειρίας
Mega Bite

Ένα από τα πιο «χορταστικά» ξυλάκια του ψυγείου. Σοκολάτα απ’ έξω, βανίλια στο εσωτερικό και μέγεθος που δικαιολογούσε απόλυτα το όνομά του. Ήταν από εκείνα που κρατούσαν μέχρι να σου περάσει η στεναχώρια αν είχε χάσει η ομάδα σου.
Lollipop

Η πιο τίμια γρανίτα του περιπτέρου. Φράουλα και λεμόνι μαζί, λίγες δραχμές και η πρώτη δαγκωνιά που πάγωνε τα δόντια τόσο πολύ, ώστε αναγκαζόσουν να συνεχίσεις… γλείφοντάς την.
