Αν και το ΠαΣοΚ διατηρεί τη δεύτερη θέση, αναμένεται να πιεστεί από τα επερχόμενα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού. Βάσει της Metron Analysis (29/4), καταγράφουν διψήφια ποσοστά στην πιθανότητα ψήφου και όσοι απαντούν «πολύ» πιθανό να τα στηρίξουν, υπολογίζονται σε 11% και 10% αντίστοιχα. Άρα ο ανταγωνισμός θα είναι έντονος και κάθε κόμμα προσέρχεται στη μάχη με πλεονεκτήματα και αδυναμίες.
Το ΠαΣοΚ διαθέτει πιο «πιστή» και πολιτικά αφοσιωμένη εκλογική βάση. Οι ψηφοφόροι του διαμένουν κυρίως στην περιφέρεια και είναι κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, αν και το 2023 ενίσχυσε την επιρροή του και στους νεότερους. Συνολικά έχουν την τάση να προσέρχονται σε υψηλότερα ποσοστά στις κάλπες. Κινητοποιούνται άλλωστε αποτελεσματικότερα χάρις στον κομματικό μηχανισμό που διαθέτει η αξιωματική αντιπολίτευση πανελλαδικά. Οι ιστορικές παρατάξεις έχουν βαθιές κοινωνικές ρίζες κι ευρύ στελεχιακό δυναμικό. Επιπλέον η ηγεσία του κόμματος δεν έχει δοκιμαστεί στην εξουσία και θεωρητικά έχει την ευκαιρία να εμπνεύσει προσδοκίες για την επόμενη ημέρα. Ούτως ή άλλως το ΠαΣοΚ βρίσκεται εκτός διακυβέρνησης για 11 χρόνια – από το 2015.
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, εμφανίζει και αδυναμίες. Για να μεγαλώσει εκλογικά χρειάζεται να προσεγγίσει αναποφάσιστους ψηφοφόρους του «μεσαίου χώρου» προερχόμενους από τη ΝΔ. Επίσης να προσελκύσει και όσους κεντροαριστερούς το 2023 είχαν στραφεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό απαιτεί, μεταξύ άλλων, διακριτή αντιπολίτευση στα θέματα που απασχολούν περισσότερο τους πολίτες ώστε να συγκροτήσει μια πειστική εναλλακτική.
Για την ώρα το ΠαΣοΚ εστιάζει επικοινωνιακά σε θέματα διαφάνειας και κράτους δικαίου όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Ωστόσο επενδύει λιγότερο συστηματικά στο ζήτημα του πληθωρισμού και της οικονομίας που καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις σε Ελλάδα και Ευρώπη. Επιπλέον η εικόνα κυβερνησιμότητας μοιάζει αδύναμη. Στο δείκτη της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, σύμφωνα με τη Μetron (29/4), ο αρχηγός του λαμβάνει 6%, ενώ στην αυτοτελή αξιολόγησή του ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης απέναντι στον Πρωθυπουργό υπολείπεται στις θετικές γνώμες κατά 11 μονάδες (16% έναντι 27% αντίστοιχα). Συναφώς απουσιάζει μέχρις στιγμής μια «σκιώδης» κυβέρνηση που θα αντιπολιτεύεται πιο συντονισμένα τη ΝΔ σε όλους τους τομείς πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση, ενώ η απήχησή του ΠαΣοΚ στους κεντρώους ψηφοφόρους υποχωρεί (15,3% τον Απρίλιο από 20,8% το Μάρτιο), αυξάνεται την ίδια ώρα στους κεντροαριστερούς (26,7% στον Απρίλιο από 24,4% το Μάρτιο). Παραμένει όμως ερωτηματικό αν θα διατηρήσει τις ίδιες επιδόσεις και μετά την έλευση των νέων παικτών.
Ο Τσίπρας από την πλευρά του διαθέτει ως πρώην πρωθυπουργός κυβερνητική εμπειρία και τυπικά έχει προχωρήσει σε rebranding. Αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ για να ιδρύσει έναν νέο φορέα με, εν μέρει, νέα και αδοκίμαστα στελέχη. Η προσπάθεια ανανέωσης είναι εμφανής. Η επαρκής οργανωτική δικτύωση και η συγκρότηση ψηφοδελτίων όμως παραμένουν μια πρόκληση καθώς ο χρόνος τρέχει. Ως πρόσωπο πάντως, διατηρεί απήχηση σε ένα υπολογίσιμο ακροατήριο. Όσοι δηλώνουν «πολύ/αρκετά» πιθανό να τον στηρίξουν, υπολογίζονται αθροιστικά στο 21% (Μetron 29/4). Όσοι περίπου τον ψήφισαν και το 2023. Στην πλειονότητά τους, ανήκουν στην κεντροαριστερά και την αριστερά. Σε αυτούς απευθύνεται πρωτίστως, εξ ου και μιλά για «Κυβερνώσα Αριστερά» που επιχειρεί να καλύψει έναν χώρο μεταξύ ριζοσπαστισμού και σοσιαλδημοκρατίας στο πλαίσιο μιας πολυσυλλεκτικής εκλογικής στρατηγικής. Όπως συνέβη άλλωστε και την περίοδο που κυριαρχούσε η «Πρώτη Φορά Αριστερά». Επίσης έχει την τάση να μιλά συχνά για το θέμα της οικονομίας και του κόστους ζωής που αφορούν την πλειοψηφία, ενώ έχει αποδεδειγμένα επικοινωνιακό ταλέντο και θεωρείται ικανός campaigner.
Από την άλλη πλευρά όμως, η πολιτική του αξιοπιστία έχει δοκιμαστεί στην πράξη με συνέπεια να δυσκολεύεται να καλλιεργήσει νέες προσδοκίες. Η εμπειρία της διακυβέρνησης του θεωρείται ακόμα νωπή και συν τοις άλλοις δεν έχει παρέλθει μεγάλο διάστημα από το 2023, όταν ήταν ξανά υποψήφιος πρωθυπουργός. Σχεδόν οκτώ στους δέκα πολίτες (78%), στην ίδια έρευνα της Metron, δηλώνουν «απίθανο/όχι και τόσο πιθανό» να στηρίξουν έναν φορέα υπό τον ίδιο. Ακόμη στο δείκτη της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία που συγκεντρώνει αυθόρμητες απαντήσεις, οι επιδόσεις του είναι παρόμοιες για την ώρα με εκείνες του Ανδρουλάκη (7%).
To εγχείρημά του είναι συνολικά δύσκολο. Ουδείς άλλωστε πρώην πρωθυπουργός στη Μεταπολίτευση έχει κάνει comeback. Ο Ανδρέας επανήλθε βεβαίως το 1993 μετά την ήττα του 1989 αλλά δεν είχε παραιτηθεί από την ηγεσία του ΠαΣοΚ. Παρέμεινε αρχηγός της αντιπολίτευσης και μετά την αθώωση από το Ειδικό Δικαστήριο επανεξελέγη. Παλαιότερα στις περιπτώσεις επανόδου του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ελευθέριου Βενιζέλου είχαν μεσολαβήσει μια δικτατορία και μια πολεμική ήττα αντίστοιχα. Άλλες εποχές.
Μένει ωστόσο να φανεί αν η προσωπική απήχηση Τσίπρα θα αποδειχθεί ικανή να συσπειρώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις του άλλοτε κραταιού ΣΥΡΙΖΑ κι αν βεβαίως μπορεί να διατυπώσει ένα νέο αφήγημα για το μέλλον.
Τρίτος ανταγωνιστής είναι το κόμμα Καρυστιανού. Πρόκειται για πρόσωπο εκτός πολιτικής χωρίς ακόμη σαφές πολιτικό στίγμα, γεγονός που της επιτρέπει να έχει απήχηση σε ένα ευρύ ακροατήριο. Σε πρώτη ανάγνωση καταγράφει οριζόντια επιρροή σε όλο το ιδεολογικό φάσμα. Κάτι που σημαίνει πως όσοι δηλώνουν πρόθεση να την στηρίξουν, δεν επηρεάζονται από την ιδεολογία τους. Άρα συγκεντρώνει μια ευρύτερη συμπάθεια ως συγγενής θύματος στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Ταυτόχρονα όμως οι σχετικά περισσότεροι πιθανοί ψηφοφόροι της προσδιορίζονται ως κεντροαριστεροί, δεξιοί ή ως πολίτες που απορρίπτουν τη διάκριση «αριστερά-δεξιά». Πρόκειται για ένα κοινό που επιλέγει σήμερα κυρίως αντισυστημικά κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς και σε έναν βαθμό αποτελεί συνέχεια του αντιμνημονιακού μπλοκ της προηγούμενης δεκαετίας. Υπό αυτή την έννοια συμπίπτει εν μέρει με το πιθανό ακροατήριο Τσίπρα οξύνοντας έτσι τον ανταγωνισμό.
Ο «αντι-συστημισμός» άλλωστε ανθεί σε περιβάλλοντα χαμηλής εμπιστοσύνης στους θεσμούς, βαθιάς απογοήτευσης και έντονης δυσπιστίας έναντι της πολιτικής. Αποτελεί όμως ερωτηματικό αν όσοι απορρίπτουν τα κόμματα εξουσίας ή και το πολιτικό σύστημα γενικά, θα προσέλθουν τελικά στις κάλπες. Όπως επίσης κι αν ο προσωπο-κεντρικός χαρακτήρας του νέου κόμματος θα τους κινητοποιήσει επαρκώς ώστε να αποκτήσει σταθερές οργανωτικές δομές που θα μεταφραστούν σε ανταγωνιστικό εκλογικό ποσοστό.
Συνολικά οι δημοσκοπήσεις του Ιουνίου ίσως δώσουν κάποιες πρώτες απαντήσεις για τον χάρτη της αντιπολίτευσης.
*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης στο Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.
