Από την κρίση χρέους στην κρίση εμπιστοσύνης: Παπανδρέου, Παπαδήμος και οι αιχμές για τη Δικαιοσύνη

Με αφετηρία το βιβλίο του Γιώργου Σταυρόπουλου, δύο πρώην πρωθυπουργοί, πρώην υπουργοί και συνταγματολόγοι συζήτησαν για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, τη σχέση της με την πολιτική εξουσία και τη δοκιμασία του κράτους δικαίου.

Από την κρίση χρέους στην κρίση εμπιστοσύνης: Παπανδρέου, Παπαδήμος και οι αιχμές για τη Δικαιοσύνη

Με αιχμές για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την επιρροή της εκτελεστικής εξουσίας στα ανώτατα δικαστήρια, αλλά και με αναδρομή στην κυβέρνηση Παπαδήμου και στην κρίσιμη διετία 2011-2012, όταν η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με τον κίνδυνο χρεοκοπίας και εξόδου από το ευρώ, παρουσιάστηκε χθες, στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ, το βιβλίο του Γιώργου Σταυρόπουλου, Επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η εκδήλωση, που διοργάνωσαν οι Εκδόσεις Παπαζήση, εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη συζήτηση για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, την ποιότητα των θεσμών, τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τις παθογένειες της σχέσης της με την πολιτική εξουσία. Στο ίδιο τραπέζι συναντήθηκαν δύο πρώην πρωθυπουργοί, πρώην υπουργοί και καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου, με κοινό σημείο αναφοράς το έργο και τη δημόσια διαδρομή ενός δικαστικού λειτουργού που κινήθηκε, όπως αναδείχθηκε, ανάμεσα στη Δικαιοσύνη, την εκτελεστική εξουσία και τον θεσμικό προβληματισμό.

Τον χαιρετισμό απηύθυνε πρώτος ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, ενώ στη συνέχεια μίλησαν ο πρώην πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος, οι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου Γιώργος Σωτηρέλης και Σπύρος Βλαχόπουλος, καθώς και ο ίδιος ο συγγραφέας. Τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος Αντώνης Καρακούσης.

Γιώργος Παπανδρέου: Η χώρα μας χρειάζεται νομοθετικές και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για μια Δικαιοσύνη χωρίς κυβερνητική, κομματική ή άλλου τύπου κηδεμονία»

Ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου συνέδεσε ευθέως την οικονομική ανάπτυξη με την ποιότητα των θεσμών και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, υπογραμμίζοντας ότι το επενδυτικό έλλειμμα της χώρας δεν υπήρξε μόνο ζήτημα οικονομικών δεικτών, αλλά κυρίως ζήτημα εμπιστοσύνης στο κράτος δικαίου.

Ανατρέχοντας στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, ανέφερε ότι προσπάθησε να πείσει επιχειρηματίες, μεταξύ αυτών και πολλούς επιτυχημένους Έλληνες της διασποράς, «να έρθουν και να επενδύσουν στην Ελλάδα». Η απάντηση που, όπως είπε, λάμβανε συχνά ήταν αποκαλυπτική: «Θα μπλέξουμε χωρίς τέλος με δικαστικές υποθέσεις».

Πίσω από αυτή τη φράση, σύμφωνα με τον ίδιο, βρισκόταν «η αβεβαιότητα» και η «έλλειψη ξεκάθαρων κανόνων», αλλά και η αίσθηση ότι «η ισχύς, το μέσο, η γνωριμία και η πολιτική επιρροή υπερτερούσαν του κράτους δικαίου». Όπως τόνισε, ένα τέτοιο περιβάλλον απέκλειε τις σοβαρές παραγωγικές επενδύσεις και ευνοούσε, αντιθέτως, επενδυτές που αναζητούσαν την αγορά έτοιμων επιχειρήσεων ή ακινήτων, καθώς και την «εύκολη και γρήγορη κερδοσκοπία».

Ο κ. Παπανδρέου χαρακτήρισε την κατάσταση αυτή «μια ακόμη απόδειξη» ότι το οικονομικό πρόβλημα της χώρας «ήταν και παραμένει πρωτίστως θεσμικό», δηλαδή πρόβλημα «ευνομίας και κράτους δικαίου». Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη για νομοθετικές και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο μια Δικαιοσύνη «χωρίς κυβερνητική, κομματική ή άλλου τύπου κηδεμονία».

Καταλήγοντας, επισήμανε ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν αρκεί να είναι μόνο θεσμικές. Απαιτείται, όπως ανέφερε, και «αλλαγή αντίληψης και νοοτροπίας»: στο πολιτικό σύστημα, στη Διοίκηση και στη σχέση εξουσίας και πολίτη.

Λουκάς Παπαδήμος: Η κρίση, η κυβέρνηση συνεργασίας και ο ρόλος Σταυρόπουλου

Ο πρώην πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, μιλώντας για το βιβλίο και τη διαδρομή του Γιώργου Σταυρόπουλου, ανέδειξε τόσο την πολυετή θεσμική του προσφορά όσο και τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε στην κυβέρνηση συνεργασίας της περιόδου 2011-2012. Χαρακτήρισε το έργο του «αξιοθαύμαστο», επισημαίνοντας τη συμβολή του ως δικαστή του Συμβουλίου της Επικρατείας επί 40 χρόνια, ως Υπουργού Επικρατείας σε μια εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για τη χώρα, ως προέδρου ή μέλους προπαρασκευαστικών επιτροπών, ως Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου επί τέσσερα χρόνια, καθώς και ως προέδρου ή ενεργού μέλους πολλών επιτροπών και διοικητικών συμβουλίων.

Ο κ. Παπαδήμος διευκρίνισε ότι, στον περιορισμένο χρόνο της παρέμβασής του, θα εστίαζε σε δύο βασικά και επίκαιρα ζητήματα. Το πρώτο αφορούσε την «κατανομή και άσκηση των εξουσιών στο δημοκρατικό πολίτευμα», δηλαδή τη σχέση της εκτελεστικής εξουσίας με τη νομοθετική και τη δικαστική, αλλά και τη λειτουργία της κυβέρνησης, η οποία, όπως τόνισε, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων των υπουργών στην πράξη. Το δεύτερο, στο οποίο στάθηκε εκτενέστερα, ήταν το έργο της κυβέρνησης την περίοδο 2011-2012, όταν ο Γιώργος Σταυρόπουλος διετέλεσε Υπουργός Επικρατείας και, κατά τον ίδιο, «διακρίθηκε για την προώθηση και υλοποίηση του νομοθετικού έργου της κυβέρνησης», αλλά και για τον πολυδιάστατο ρόλο του στον σχεδιασμό, τον συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής, τη διασφάλιση της ενότητας της κυβέρνησης και τη συνοχή του κυβερνητικού έργου.

Αναφερόμενος στο πέμπτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Ο Πρωθυπουργός και οι υπουργοί», ο πρώην πρωθυπουργός σημείωσε ότι εκεί αναδεικνύονται καίρια ζητήματα για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των κρατικών θεσμών. Ο Γιώργος Σταυρόπουλος, όπως είπε, εξετάζει τη σημασία της εξισορροπημένης κατανομής των εξουσιών, ιδίως της εκτελεστικής έναντι της νομοθετικής και της δικαστικής.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Παπαδήμος στάθηκε στην άποψη του Γιώργου Σταυρόπουλου ότι η αντιμετώπιση ορισμένων παθογενειών στη λειτουργία του Κοινοβουλίου και των υπουργείων θα μπορούσε να αναζητηθεί ακόμη και σε μια «συνταγματική απαγόρευση ανάθεσης υπουργικών καθηκόντων σε πρόσωπα που έχουν εκλεγεί ως βουλευτές». Εναλλακτικά, όπως ανέφερε, θα μπορούσε να προβλεφθεί μια λιγότερο αυστηρή ρύθμιση, δηλαδή η απαγόρευση διατήρησης της βουλευτικής ιδιότητας σε περίπτωση ανάδειξης βουλευτή σε υπουργό, καθώς και η απαγόρευση συμμετοχής του στις επόμενες εκλογές.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι, κατά τον Γιώργο Σταυρόπουλο, ακόμη και χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, η διάκριση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μπορεί να ενισχυθεί με την ανάθεση της διοίκησης των περισσότερων υπουργείων, για ορισμένη χρονική περίοδο και όχι επ’ αόριστον, σε εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες με γνώσεις και εμπειρία στα αντικείμενα της αρμοδιότητάς τους. Με αυτόν τον τρόπο, όπως σημείωσε, οι υπουργοί θα μπορούν «να αφοσιώνονται στα καθήκοντά τους, χωρίς να σκέπτονται την εκλογή ή την επανεκλογή τους».

Ωστόσο, ο κ. Παπαδήμος υπογράμμισε ότι οι υπουργοί δεν πρέπει να λειτουργούν ανεξέλεγκτα και ότι οφείλουν να διαθέτουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Όπως ανέφερε, πρέπει να ενημερώνουν τη Βουλή για το έργο τους, ενώ οι βουλευτές πρέπει να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου των υπουργών και των πεπραγμένων κάθε υπουργείου. Ο ίδιος δήλωσε ότι συμμερίζεται τις απόψεις του Γιώργου Σταυρόπουλου ως προς τα πλεονεκτήματα αυτών των θεσμικών αλλαγών, σημείωσε όμως ότι ανακύπτουν ζητήματα δημοκρατικής εκπροσώπησης, ελέγχου των υπουργών και λειτουργίας της κυβέρνησης, τα οποία «απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση και συζήτηση».

Στη συνέχεια, ο πρώην πρωθυπουργός πέρασε στο έκτο μέρος του βιβλίου, το οποίο αναφέρεται διεξοδικά στη συμμετοχή του Γιώργου Σταυρόπουλου, ως Υπουργού Επικρατείας, στην κυβέρνηση συνεργασίας του 2011-2012. Όπως είπε, το βιβλίο εξετάζει τρεις βασικές διαστάσεις: πρώτον, τη συγκρότηση, τη λειτουργία και το έργο μιας πολυκομματικής κυβέρνησης σε συνθήκες μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, δεύτερον, τις εμπειρίες και το έργο του Γιώργου Σταυρόπουλου ως υπουργού αρμόδιου για το νομοθετικό έργο και τον συντονισμό της κυβερνητικής πολιτικής, και τρίτον, το «σημαντικό και σχεδόν άγνωστο νομοθετικό έργο» που υλοποιήθηκε με τη συμβολή πολλών υπουργών και με τη στενή συνεργασία τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κατά τον κ. Παπαδήμο, παρουσιάζει η αποτύπωση όσων προηγήθηκαν του σχηματισμού της κυβέρνησης συνεργασίας. Ο Γιώργος Σταυρόπουλος, όπως ανέφερε, παρουσιάζει και αξιολογεί τα πολιτικά γεγονότα και τις αποφάσεις που ελήφθησαν σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, πριν ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Παπαδήμος αναφέρθηκε στις δυσκολίες υλοποίησης του πρώτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, του πρώτου μνημονίου, την άνοιξη του 2011, παρά την επιτυχή εφαρμογή του το 2010. Οι δυσκολίες αυτές, όπως σημείωσε, οφείλονταν μεταξύ άλλων στη μη επίτευξη συνεννόησης της κυβέρνησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης για τα αναγκαία μέτρα πολιτικής, καθώς και στην αυξανόμενη αντίδραση των πολιτών.

Ακολούθως, αναφέρθηκε στις διαβουλεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους τον Ιούλιο του 2011 και τους επόμενους μήνες, οι οποίες δεν οδήγησαν σε αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία, αλλά κατέληξαν τελικά στις αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Οκτώβριο του 2011. Οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν την ανάγκη αναδιάρθρωσης και απομείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, με την εθελοντική συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, το γνωστό PSI, καθώς και την ανάγκη υιοθέτησης ενός νέου οικονομικού προγράμματος προσαρμογής, ενός δεύτερου μνημονίου, ώστε να συμφωνηθεί η πρόσθετη χρηματοδότηση της χώρας με 130 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ο κ. Παπαδήμος στάθηκε επίσης στο «εξαιρετικά αρνητικό» κλίμα που επικρατούσε στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την Ελλάδα και στη συνεχή μείωση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας. Αναφέρθηκε ακόμη στην ανακοίνωση της πρόθεσης του τότε πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου να τεθεί το δεύτερο μνημόνιο στην κρίση του λαού με δημοψήφισμα, καθώς και στη ματαίωση του δημοψηφίσματος μετά τις διεθνείς αντιδράσεις. Όπως υπογράμμισε, όλα αυτά τα γεγονότα διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη δημιουργία ενός νέου κυβερνητικού σχήματος, με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ και την αποδοχή ή συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας.

Η συγκρότηση της κυβέρνησης, όπως είπε, αποτέλεσε την «πρώτη μεγάλη πρόκληση», καθώς έπρεπε να ολοκληρωθεί μέσα σε μία μόνο ημέρα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τού ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στις 10 Νοεμβρίου και όρισε την ορκωμοσία για τις 11 Νοεμβρίου. «Συνήθως, ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης παίρνει αρκετές εβδομάδες», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Αμέσως ακολούθησαν διαβουλεύσεις με τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας και τον πρόεδρο του ΛΑΟΣ για την εκπροσώπηση των δύο κομμάτων στην κυβέρνηση. Ο κ. Παπαδήμος ανέφερε ότι ο Γιώργος Σταυρόπουλος σωστά καταγράφει πως ο Αντώνης Σαμαράς υπέδειξε μόνο έξι εξωκοινοβουλευτικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας ως υπουργούς, αριθμό που ο ίδιος χαρακτήρισε μικρό για μια πιο ισορροπημένη κομματική εκπροσώπηση. Πρόσθεσε, όμως, μια πληροφορία που, όπως είπε, ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν γνώριζε: ότι ο Αντώνης Σαμαράς είχε συμφωνήσει πως στα έξι αυτά στελέχη θα περιλαμβάνονταν οι δύο αντιπρόεδροι της Νέας Δημοκρατίας, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος και ο Σταύρος Δήμας.

Το γεγονός αυτό, όπως ανέφερε, τον ικανοποίησε ιδιαίτερα, διότι στην κυβέρνηση θα συμμετείχαν δύο ανώτατα στελέχη του κόμματος. Έτσι, διόρισε τον Σταύρο Δήμα υπουργό Εξωτερικών και τον Δημήτρη Αβραμόπουλο υπουργό Εθνικής Άμυνας. Από την πλευρά του, το ΛΑΟΣ υπέδειξε δέκα στελέχη, από τα οποία ο κ. Παπαδήμος επέλεξε τέσσερα ως μέλη της κυβέρνησης, «χωρίς υπόδειξη από το κόμμα».

Η ένταξη δέκα νέων μελών στην κυβέρνηση σήμαινε, ταυτόχρονα, την αποχώρηση δέκα μελών της κυβέρνησης του ΠαΣοΚ και μάλιστα από συγκεκριμένα υπουργεία. Ο κ. Παπαδήμος χαρακτήρισε τη διαδικασία «σύνθετη υπόθεση», η οποία συζητήθηκε και συμφωνήθηκε με επιτυχία με τον Γιώργο Παπανδρέου την ίδια ημέρα. Στο νέο κυβερνητικό σχήμα πρότεινε επίσης τον Τάσο Γιαννίτση, ο οποίος ορκίστηκε υπουργός Εσωτερικών, και τον Γιώργο Σταυρόπουλο, ο οποίος ορκίστηκε υπουργός Επικρατείας. Η συγκρότηση της κυβέρνησης ολοκληρώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 11ης Νοεμβρίου, ημέρα της ορκωμοσίας. Αργότερα, ο Παντελής Καψής συμφώνησε να συμμετάσχει στην κυβέρνηση ως υπουργός Επικρατείας, αρμόδιος για θέματα επικοινωνίας.

Μετά τη συγκρότηση της κυβέρνησης, άμεση προτεραιότητα αποτέλεσε η οργάνωση και στελέχωση του γραφείου του Πρωθυπουργού. Όπως ανέφερε ο κ. Παπαδήμος, ύστερα από συνεχείς και συντονισμένες προσπάθειες, η στελέχωση του γραφείου ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη λειτουργία της κυβέρνησης στην πράξη. Ο Γιώργος Σταυρόπουλος, όπως είπε, επισημαίνει σωστά ότι, παρά το γεγονός πως οι υπουργοί προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν συγκρουστεί με έντονο, σχεδόν εχθρικό τρόπο, συνεργάστηκαν «άψογα και δημοκρατικά, σε κλίμα ομοψυχίας». Αυτό, κατά τον κ. Παπαδήμο, κατέστη δυνατό επειδή όλοι είχαν αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανάγκη επίτευξης των κυβερνητικών στόχων σε σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε «να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας».

Οι συζητήσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο ήταν, όπως ανέφερε, εκτενείς, αναλυτικές και παραγωγικές. Πέρα από τα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και τις διαπραγματεύσεις για το δεύτερο μνημόνιο, η κυβέρνηση εξέτασε και έλαβε σημαντικές αποφάσεις για διαρθρωτικά μέτρα που αφορούσαν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την αγορά εργασίας, τη δημόσια διοίκηση και την ενίσχυση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Σημαντικό στοιχείο, κατά τον πρώην πρωθυπουργό, ήταν ότι σχεδόν όλες οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου για τα νομοσχέδια και τα άλλα θέματα λαμβάνονταν ομόφωνα. Σε αυτό, όπως υπογράμμισε, υπήρξε καθοριστική η συμβολή του Γιώργου Σταυρόπουλου, ο οποίος συνέβαλε στη διαμόρφωση συναίνεσης και ομοφωνίας για ορισμένα νομοσχέδια, μέσα από την επικοινωνία του με εκπροσώπους των κομμάτων που στήριζαν την κυβέρνηση. Θυμήθηκε, πάντως, δύο εξαιρέσεις, στις οποίες εκφράστηκαν έντονες διαφωνίες και αντιρρήσεις από υπουργούς: τα νομοσχέδια για την απελευθέρωση της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών και της παροχής υπηρεσιών ταξί.

Ο κ. Παπαδήμος αναφέρθηκε ακόμη στη στάση του Αντώνη Σαμαρά, όπως αυτή παρουσιάζεται στο βιβλίο. Όπως σημείωσε, το βιβλίο καταγράφει ότι ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ενώ στήριζε πολιτικά την κυβέρνηση, ασκούσε πιέσεις για την ταχεία ολοκλήρωση του έργου της και, σε ορισμένες περιπτώσεις, «άρχισε να την υπονομεύει συστηματικά». Ο ίδιος, ωστόσο, έκρινε αναγκαίο να προσθέσει ότι στις τακτικές συναντήσεις του με τους αρχηγούς των κομμάτων που στήριζαν την κυβέρνηση, τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Αντώνη Σαμαρά και τον Γιώργο Καρατζαφέρη, οι συζητήσεις ήταν «εποικοδομητικές, συναινετικές και υποστηρικτικές» του κυβερνητικού έργου. Το ίδιο, όπως είπε, ίσχυε και για τις διμερείς συναντήσεις του με τους πολιτικούς αρχηγούς, οι οποίες ήταν ευγενικές και φιλικές, όπως και οι προσωπικές τους σχέσεις.

Οι δημόσιες τοποθετήσεις, κατά τον κ. Παπαδήμο, επηρεάζονταν από κομματικούς παράγοντες και έγιναν εντονότερες μετά την ψήφιση του δεύτερου μνημονίου, στις 12 Φεβρουαρίου 2012, από 199 βουλευτές, ενώ ο προϋπολογισμός είχε ψηφιστεί από 258 βουλευτές. Η ένταση αυτή ενισχύθηκε και μετά την αποχώρηση του ΛΑΟΣ από την κυβέρνηση, καθώς και την ανεξαρτητοποίηση βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό, όπως ανέφερε, εξηγεί την πιο έντονη και λιγότερο συναινετική δημόσια στάση ορισμένων πολιτικών αρχηγών.

Ολοκληρώνοντας, ο κ. Παπαδήμος στάθηκε στις μαρτυρίες του Γιώργου Σταυρόπουλου για τη λειτουργία της κυβέρνησης, μέσα από τις οποίες αποτυπώνονται οι τεράστιες δυσκολίες και οι αγωνίες για την επίτευξη του βασικού σκοπού της. Αυτός ήταν η υλοποίηση των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής της 26ης και 27ης Οκτωβρίου, οι οποίες αφορούσαν, αφενός, την υιοθέτηση του δεύτερου μνημονίου και, αφετέρου, την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους με την εθελοντική συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.

Το εγχείρημα, όπως τόνισε, ήταν «σύνθετο και δύσκολο», καθώς απαιτούσε την ταυτόχρονη ολοκλήρωση δύο παράλληλων διαπραγματεύσεων: με την τρόικα, για το περιεχόμενο του δεύτερου μνημονίου, και με τους ιδιώτες επενδυτές, για το κούρεμα του δημόσιου χρέους, τη μείωση των επιτοκίων και τη μεγάλη επιμήκυνση της διάρκειας των νέων ομολόγων. Οι δύο διαπραγματεύσεις έπρεπε να ολοκληρωθούν ταυτόχρονα, επειδή ήταν αλληλοεξαρτώμενες και επειδή από αυτές εξαρτιόταν τόσο η βιωσιμότητα του χρέους όσο και η πρόσθετη χρηματοδότηση της χώρας με 130 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ο χρόνος, όπως υπενθύμισε, ήταν ασφυκτικός. Την άνοιξη του 2012 επρόκειτο να καταστεί απαιτητή η εξόφληση μεγάλου ποσού ελληνικών ομολόγων, κάτι που θα ήταν ανέφικτο χωρίς την απομείωση του χρέους και χωρίς το δεύτερο μνημόνιο. Η αποτυχία, όπως είπε, θα συνεπαγόταν «τη χρεοκοπία της χώρας και την έξοδο από την Ευρωζώνη».

Με συνεχείς, καθημερινές και πολύωρες συσκέψεις, με την ουσιώδη συνεργασία του Αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού Οικονομικών Βαγγέλη Βενιζέλου, καθώς και με τη συμβολή επιτροπών τεχνοκρατών, οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν με επιτυχία σε θετικό αποτέλεσμα, το οποίο εγκρίθηκε από τους Ευρωπαίους εταίρους και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στις 22 Φεβρουαρίου 2012. «Αποφεύχθηκε, επομένως, η χρεοκοπία της χώρας και η έξοδος από το ευρώ», σημείωσε, προσθέτοντας ότι πριν από την παραίτηση της κυβέρνησης είχε ήδη εκταμιευθεί ποσό 75 δισεκατομμυρίων ευρώ από το νέο δάνειο.

Κλείνοντας, ο κ. Παπαδήμος αναγνώρισε ότι ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για το δεύτερο μνημόνιο και την αναδιάρθρωση του χρέους, καθώς ο ρόλος του ως Υπουργού Επικρατείας ήταν διαφορετικός. Υπογράμμισε, όμως, ότι ο ρόλος αυτός ήταν «πολυδιάστατος» ως προς τον σχεδιασμό της κυβερνητικής πολιτικής και τη συνοχή του κυβερνητικού έργου. Η συμβολή του, όπως κατέληξε, υπήρξε καθοριστική για την εύρυθμη λειτουργία της κυβέρνησης, την προώθηση και υλοποίηση του νομοθετικού έργου και την επιτάχυνση του εκσυγχρονισμού των δομών του κράτους.

Αλέκος Παπαδόπουλος: Αιχμές για την επιρροή της κυβέρνησης στην ηγεσία της Δικαιοσύνης

Ο πρώην υπουργός Αλέκος Παπαδόπουλος σκιαγράφησε τον Γιώργο Σταυρόπουλο όχι ως έναν απόμακρο θεσμικό παρατηρητή, αλλά ως έναν άνθρωπο που έζησε και έδρασε μέσα στην «πλατιά ενδοχώρα της ελληνικής ζωής και πραγματικότητας». Αναφερόμενος στην παιδεία του, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, στο οικογενειακό του περιβάλλον, στις ικανότητές του και, κυρίως, στον «αναγεννησιακό και καθολικό χαρακτήρα του», υπογράμμισε ότι όλα αυτά αποτέλεσαν το θεμέλιο του δικαστή και του ανθρώπου που πορεύθηκε με «πίστη που ορίζει έναν σκοπό», με μέθοδο, σύνεση και πρωτοβουλία.

Ο κ. Παπαδόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στην προσωπικότητα του συγγραφέα, όπως την έχει γνωρίσει εδώ και πολλά χρόνια, αλλά και όπως αναδεικνύεται μέσα από τη συνολική δράση και το βιβλίο του. Όπως είπε, ο Γιώργος Σταυρόπουλος μπορεί «αβίαστα» να καταταχθεί σε μια ιδιότυπη πρωτοπορία ανθρώπων που δεν αρκούνται στη σκέψη, αλλά δρουν ταυτόχρονα, έχοντας την αίσθηση προσωπικής ευθύνης για το μέλλον της χώρας. Γι’ αυτό, όπως σημείωσε, συνεχίζει ακόμη, «με νηφάλιο και αυθεντικό τρόπο», τις προσπάθειές του ώστε ο Ελληνισμός να πάψει να εξελίσσεται ως «το ανάπηρο καθυστέρημα της Ευρώπης».

Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε η ιστορική απόσταση της χώρας από τις προηγμένες θεσμικά κοινωνίες της Ευρώπης. Η σμίκρυνση αυτής της απόστασης, όπως είπε, αποτελεί επί δύο αιώνες «το θεμελιακό και υπαρξιακό ζητούμενο του νεοελληνικού κράτους». Με αναφορές σε διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές παραδόσεις, σημείωσε ότι ο Δημήτρης Μπάτσης το αποκάλεσε «εκβιομηχάνιση», ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το διατύπωσε ως «ανήκουμε στη Δύση», ο Ανδρέας Παπανδρέου το είπε «αλλαγή» και ο Κώστας Σημίτης «εκσυγχρονισμό». Στην ουσία, όμως, κατά τον ίδιο, όλοι εξέφραζαν «την ίδια αγωνία»: την ανάγκη θεσμικής, κοινωνικής και πολιτικής ωρίμανσης της χώρας.

Με αυστηρή γλώσσα, ο πρώην υπουργός περιέγραψε μια κοινωνία που «πορεύεται πλέον χωρίς πνευματική βάση», με συχνά φαινόμενα κυνισμού και με «νοθευμένα πολιτιστικά και πολιτικά πρότυπα». Σε αυτό το περιβάλλον, η θεσμική ακεραιότητα της Δικαιοσύνης, όπως υπογράμμισε, δεν εξαρτάται μόνο από τη στάση της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, αλλά και από το ίδιο το πολιτικό σύστημα, το οποίο, κατά την έκφρασή του, «πάντα την εποφθαλμιά» και συστηματικά την εμπλέκει σε έναν «τυφλό πολιτικό ανταγωνισμό».

Ο κ. Παπαδόπουλος άσκησε έντονη κριτική στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται αυτός ο ανταγωνισμός στη χώρα. Όπως είπε, δεν εκτυλίσσεται μέσα σε ένα δημοκρατικό καθεστώς καθηκόντων και ευθύνης προς όφελος της Πολιτείας, αλλά «μέσα σε σκοτεινούς διαδρόμους» που οδηγούν στην απόκτηση της εξουσίας ως αυτοσκοπού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επέμεινε ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς «δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι», αλλά δημόσιοι λειτουργοί με αυξημένη ευθύνη.

Κατά τον ίδιο, οι δικαστές και οι εισαγγελείς δεν διεκπεραιώνουν απλώς υποθέσεις. Αποτελούν «μια μορφή ηγεσίας», η οποία πρέπει να είναι εξοπλισμένη με ιδιαίτερες ψυχικές και πνευματικές ιδιότητες. Οφείλουν, όπως είπε, να φέρουν «μεγάλο φορτίο αξιοπιστίας», να εμπνέουν εμπιστοσύνη και να καθοδηγούν με γενναιότητα. Δεν αρκεί να αντλούν κύρος μόνο από τη θέση τους. Αντίθετα, είναι κρίσιμο «να προσδίδουν οι ίδιοι κύρος στη δικαστική τους ιδιότητα και στη συμπεριφορά τους».

Ο πρώην υπουργός διευκρίνισε ότι δεν έχει λόγους να πιστεύει πως η Δικαιοσύνη πάσχει στη χώρα στον βαθμό που συχνά εμφανίζεται. Ωστόσο, επισήμανε ότι δίνονται, «οίκοθεν», σοβαρές αφορμές για αρνητικές επικρίσεις, οι οποίες στη συνέχεια γενικεύονται επικίνδυνα και μετατρέπονται σε απαξιωτικές πεποιθήσεις.

Ο ίδιος επέλεξε να σταθεί ενδεικτικά σε ένα φαινόμενο που χαρακτήρισε φαινομενικά αθώο, αλλά βαθιά επιζήμιο για τη Δικαιοσύνη: την «αγωνιώδη και υποδόρια» αναζήτηση από τις κυβερνήσεις ερεισμάτων επιρροής στα ανώτατα κλιμάκια του θεσμού. Υπενθύμισε ότι το Σύνταγμα προβλέπει μόνο μία θέση αντιπροέδρου σε καθένα από τα ανώτατα δικαστήρια. Παρ’ όλα αυτά, όπως ανέφερε, σχεδόν όλα τα κυβερνώντα κόμματα αύξησαν σταδιακά τις θέσεις αυτές από μία σε δέκα στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, θέσεις που επιλέγονται από τις κυβερνήσεις. Αντίστοιχη εξέλιξη, όπως είπε, υπήρξε και με τους προέδρους Εφετών.

Χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα αυστηρή διατύπωση, χαρακτήρισε αυτές τις επιλογές «μια καθαρά αήθη πολιτική πράξη», διότι, όπως υποστήριξε, λειτουργικά δεν ήταν αναγκαίες. Οι θέσεις των αντιπροέδρων, κατά την άποψή του, πρέπει να περιοριστούν άμεσα. «Είναι θέμα αρχής», τόνισε, προτείνοντας μία θέση αντιπροέδρου ανά ανώτατο δικαστήριο, όπως, σύμφωνα με τον ίδιο, συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη.

Με αιχμηρό τρόπο έθεσε και το ζήτημα της συνταγματικότητας αυτής της πρακτικής. Όπως είπε, κάποιος θα μπορούσε «αφελώς» να αναρωτηθεί γιατί, αφού το Σύνταγμα προβλέπει μόνο αντιπρόεδρο στα ανώτατα δικαστήρια, η αύξηση των θέσεων σε δέκα δεν κρίθηκε κάποια στιγμή αντισυνταγματική. Το ερώτημα αυτό, πρόσθεσε, γεννά αμέσως ένα δεύτερο, επίσης «αφελές»: «Από ποιον άραγε θα κριθεί;».

Στη συνέχεια, ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε σε ένα ακόμη «ελληνικό παράδοξο», το οποίο ενέταξε στα διαλυτικά στοιχεία που συνδέονται με την απόπειρα επηρεασμού και άλωσης της Δικαιοσύνης. Πρόκειται, όπως είπε, για την ακατανόητη επιλογή, ιδίως τα τελευταία χρόνια, προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων με θητεία μόλις ενός έτους. Έτσι, λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή τους, οι πρόεδροι «έρχονται και παρέρχονται κάθε χρόνο», επιτείνοντας το ευάλωτο σημείο και το διοικητικό κενό των ανωτάτων δικαστηρίων.

Ο μικρός χρόνος θητείας, ενός έτους ή ακόμη και λίγων μηνών, κατά τον πρώην υπουργό, καθιστά στην ουσία τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων «υπηρεσιακούς προέδρους», ανήμπορους να ασκήσουν ουσιαστική διοίκηση και να συμβάλουν στη βελτίωση της ποιότητας και της λειτουργίας των δικαστηρίων. «Το γιατί αυτό γίνεται είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Γιώργος Σωτηρέλης: «Η κυβέρνηση Παπαδήμου χαρακτηρίστηκε “δοτή”, παρότι διέθετε στήριξη μεγαλύτερη από τα δύο τρίτα της Βουλής»

Ο συνταγματολόγος Γιώργος Σωτηρέλης ξεκίνησε την παρέμβασή του με μια χαρακτηριστική φράση: «Εν αρχή ην ο δικαστής». Με αυτήν θέλησε να υπογραμμίσει ότι, πριν από κάθε άλλη ιδιότητα, ο Γιώργος Σταυρόπουλος υπήρξε ένας εξαιρετικός δικαστής, όχι μόνο λόγω της ευθυκρισίας του, αλλά και λόγω του ανοιχτού πνεύματος, της απουσίας προκαταλήψεων και της «έκδηλης δημοκρατικής ευαισθησίας» που, όπως είπε, τον χαρακτήριζαν.
Ανακαλώντας την πρώτη τους γνωριμία στο Εκλογοδικείο, ο κ. Σωτηρέλης σημείωσε ότι του έκαναν αμέσως εντύπωση η προσήνεια, η ευγένεια και, κυρίως, ο σεβασμός του Γιώργου Σταυρόπουλου στην «ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής βούλησης», όπως την επιτάσσει το Σύνταγμα. Αργότερα, όταν τον γνώρισε ως πρόεδρο του Τρίτου Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, διαπίστωσε, όπως ανέφερε, ότι ήταν «ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση».

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον έλεγχο της συνταγματικότητας του εκλογικού συστήματος της Αυτοδιοίκησης και ειδικότερα στο όριο του 42%, το οποίο, όπως είπε, άλλαξε επιτηδευμένα το παραδοσιακό 50%+1, δηλαδή την απόλυτη πλειοψηφία, ως βάση δημοκρατικής νομιμοποίησης των προέδρων, των δημάρχων και των περιφερειαρχών, αλλά και των τριών πέμπτων του δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου.

Ο κ. Σωτηρέλης θυμήθηκε ότι, όταν διατύπωσε τις σχετικές ενστάσεις για τη «φανερή παραβίαση» της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, ιδίως ως προς τα τρία πέμπτα, πολλοί συνάδελφοί του τον αποθάρρυναν. «Δεν τολμούν τα δικαστήριά μας τέτοιες αποφάσεις», του έλεγαν. Όπως παραδέχθηκε, και ο ίδιος ο πρόεδρος αρχικά ήταν κάπως επιφυλακτικός. Ωστόσο, ο ίδιος διέκρινε αμέσως «ένα ειλικρινές ενδιαφέρον» και «έναν γνήσιο προβληματισμό».

Αυτό που, κατά τον κ. Σωτηρέλη, αποδείχθηκε καθοριστικό ήταν ότι ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν υπήρξε δικαστής δογματικός ή απόλυτος. Κυρίως, όμως, όπως τόνισε, «δεν ήταν κομφορμιστής», δεν έτεινε «ευήκοον ους» στην εκτελεστική εξουσία και δεν υπάκουε σε καμία σκοπιμότητα. Έτσι, το Τρίτο Τμήμα, υπό την προεδρία του, «τόλμησε», υιοθετώντας ένα σκεπτικό που, όπως είπε, συμπλήρωσε και ολοκλήρωσε τη σχετική επιχειρηματολογία. Αν και η Ολομέλεια, παρά την «ισχυρή, ισχυρότατη μειοψηφία», αποφάσισε τελικά αντίθετα, ο κ. Σωτηρέλης απέδωσε την έκβαση αυτή στην «ατολμία» και τον «κομφορμισμό».

Η υπόθεση αυτή, όπως σημείωσε, υπήρξε και η αρχή μιας μεγάλης φιλίας, η οποία συνεχίζεται αμείωτη στο πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, όπως ανέφερε, το βιβλίο αναδεικνύει ότι ο Γιώργος Σταυρόπουλος δεν υπήρξε μόνο δικαστής. Μέσα από επιλογές αλλά και συγκυρίες, γνώρισε από κοντά σχεδόν όλα τα «γρανάζια της μηχανής του συνταγματικού κράτους».

Αφετηρία αυτής της διαδρομής υπήρξε η εκτελεστική εξουσία, αρχικά μέσα από το νομικό γραφείο του Πρωθυπουργού. Οι πολιτικές συγκυρίες, όμως, τον οδήγησαν λίγο αργότερα στη θέση του Υπουργού Επικρατείας στην κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου. Στο σημείο αυτό, ο κ. Σωτηρέλης θέλησε να θυμίσει ότι στην κυβέρνηση εκείνη αποδιδόταν τότε «μειωμένη δημοκρατική νομιμοποίηση» και χαρακτηριζόταν «δοτή», παρότι, όπως είπε, διέθετε νομιμοποίηση από πάνω από τα δύο τρίτα της Βουλής. Αντίθετα, πρόσθεσε, άλλες κυβερνήσεις που στηρίζονται σε λίγο πάνω από το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος, «ελέω καλπονοθευτικών εκλογικών συστημάτων», θεωρούνται δημοκρατικά νομιμοποιημένες.

Ο ίδιος επισήμανε, πάντως, ότι κατά την άποψή του το μόνο λάθος εκείνης της κυβέρνησης ήταν η συμμετοχή του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού. «Και το λάθος αυτό, δυστυχώς, το πληρώνουμε ακόμη», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σε αυτή την κυβέρνηση, όπως υπογράμμισε, ο Γιώργος Σταυρόπουλος «δεν έπαιξε διακοσμητικό ρόλο». Ανέλαβε τη διεκπεραίωση σημαντικών υποθέσεων, τόσο στο επίπεδο του νομοθετικού έργου όσο και στο επίπεδο της προετοιμασίας της συνταγματικής αναθεώρησης. Πέρα όμως από όσα είχαν ήδη αναφερθεί, ο κ. Σωτηρέλης θέλησε να φωτίσει και μια λιγότερο γνωστή πτυχή της περιόδου εκείνης.

Όπως είπε, ο ίδιος ήταν επικεφαλής ομάδας που είχε διαμορφώσει πρόταση, την οποία είχε ήδη υιοθετήσει με θέρμη ο τότε υπουργός Δημήτρης Ρέππας, για τη νομοθετική εξειδίκευση της καθιέρωσης του επιτελικού κράτους. Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι δεν αναφέρεται στο σημερινό «γιαλαντζί» επιτελικό κράτος, όπως το χαρακτήρισε, το οποίο, κατά την άποψή του, «νοθεύει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα και υποκαθιστά την κυβέρνηση».

Αντιθέτως, αναφέρθηκε σε ένα «πραγματικό επιτελικό κράτος», με επιτελικά υπουργεία που θα διαθέτουν ελάχιστες διευθύνσεις, αρμόδιες για σχεδιασμό, παρακολούθηση και έλεγχο, με λίγους αλλά υψηλά καταρτισμένους υπαλλήλους. Όλες οι υπόλοιπες, εκτελεστικές αρμοδιότητες, όπως εξήγησε, θα έπρεπε να μεταφέρονται σταδιακά προς τα κάτω, προς την αποκέντρωση, καθ’ ύλην ή κατά τόπον, και προς την αυτοδιοίκηση.

Ο κ. Σωτηρέλης συνέδεσε την προσωπικότητα και τις προτάσεις του Γιώργου Σταυρόπουλου με τη σημερινή κατάσταση των θεσμών. Όπως είπε, αν υπήρχαν δικαστές σαν τον Σταυρόπουλο στην ηγεσία της πολιτικής Δικαιοσύνης και ιδίως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, «δεν θα είχαμε τόσες και τέτοιες προσπάθειες απροκάλυπτης συγκάλυψης σκανδάλων της εκτελεστικής εξουσίας». Ως κορυφαίο παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση των υποκλοπών, την οποία χαρακτήρισε «δέκα φορές χειρότερη από το Watergate».

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι αν είχαν υιοθετηθεί οι προτάσεις του Γιώργου Σταυρόπουλου για τη νομοθέτηση και τη διοίκηση, «θα είχαμε άλλη πολιτική πραγματικότητα». Αν, επίσης, είχαν εισακουστεί οι προτάσεις του για τη συνταγματική αναθεώρηση, όπως είπε, δεν θα μιλούσαμε σήμερα για το «στρίβειν διά του Συντάγματος», φράση με την οποία ο ίδιος έχει περιγράψει περιπαικτικά αυτό που θεωρεί ότι επιχειρεί σήμερα η κυβέρνηση.

Σπύρος Βλαχόπουλος: «Αν ο κόσμος αισθανθεί ότι η Δικαιοσύνη δεν επιτελεί τα καθήκοντά της, ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν είναι ανεξάρτητοι, ότι οι δικαστικοί λειτουργοί έχουν πολύ έντονες έως και προσωπικές διαφωνίες μεταξύ τους, τότε, στην περίπτωση αυτή, αντιλαμβάνεστε ότι έχουμε ένα πολύ σοβαρό δομικό, θεσμικό αλλά και κοινωνικό πρόβλημα»

Ο συνταγματολόγος Σπύρος Βλαχόπουλος επέλεξε να σταθεί σε μια ιδιότητα του Γιώργου Σταυρόπουλου που, όπως είπε, αξίζει ιδιαίτερης προσοχής: την ιδιότητά του ως ιδρυτή της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες. Πρόκειται, όπως σημείωσε, για μια επιλογή που δεν είναι αυτονόητη, ιδίως σε έναν χώρο ο οποίος, «εν πολλοίς και αδίκως», έχει ταυτιστεί με μια πιο συντηρητική προσέγγιση. Για τον ίδιο, το ουσιώδες είναι ότι ο δικαστής πρέπει να είναι «ανοιχτός στην κοινωνία».

Ο κ. Βλαχόπουλος διευκρίνισε ότι αυτό δεν σημαίνει πως ο δικαστής πρέπει να υπακούει στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Αντιθέτως, όπως τόνισε, ο δικαστής πολλές φορές οφείλει να έρχεται σε σύγκρουση με αυτό. Εκείνο που έχει σημασία, κατά τον ίδιο, είναι η εικόνα ενός δικαστή που δεν απομονώνεται από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά «συμμετέχει στα κοινωνικά δρώμενα».

Μιλώντας συνολικότερα για το βιβλίο, ο κ. Βλαχόπουλος υπογράμμισε ένα χαρακτηριστικό που, όπως είπε, του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση: ότι ο Γιώργος Σταυρόπουλος «παίρνει θέση για όλα». Δεν αποφεύγει τα δύσκολα ζητήματα, δεν χαρίζεται σε κανέναν και, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «δεν χαρίζεται ούτε στην ίδια τη Δικαιοσύνη και στους δικαστικούς λειτουργούς». Την ίδια στιγμή, όμως, ο λόγος του διατηρεί νηφαλιότητα και αμεροληψία. «Είναι δύσκολο να τον κατατάξεις σε ένα στρατόπεδο», σημείωσε, αναδεικνύοντας τη θεσμική ανεξαρτησία της σκέψης του.

Στη συνέχεια, ο συνταγματολόγος αναφέρθηκε στην προσέγγιση του Γιώργου Σταυρόπουλου για το Σύνταγμα του 1952, ένα συνταγματικό κείμενο που, όπως είπε, έχει δεχθεί ίσως την εντονότερη κριτική στη νεότερη συνταγματική ιστορία. Ο κ. Βλαχόπουλος προειδοποίησε απέναντι σε ένα συχνό ιστορικό σφάλμα: να βλέπουμε τα γεγονότα του παρελθόντος «με τα μάτια του παρόντος». Σε αυτό το σημείο, ανέδειξε τη στάση του Γιώργου Σταυρόπουλου, ο οποίος, όπως είπε, τοποθετεί τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, γράφοντας ότι το Σύνταγμα του 1952 «δεν ήταν ως προς πολλές διατάξεις του ένα κακό συνταγματικό κείμενο για την εποχή του».

Ο κ. Βλαχόπουλος υπενθύμισε ότι επρόκειτο για ένα μετεμφυλιακό Σύνταγμα, που λειτούργησε στο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου. Το πραγματικό πρόβλημα, όπως εξήγησε, δεν ήταν τόσο το ίδιο το κείμενο του Συντάγματος, όσο το γεγονός ότι το εύρος των φιλελεύθερων ρυθμίσεών του απομειώθηκε εξαρχής σημαντικά. Αυτό συνέβη μέσω ειδικής πρόβλεψης του ίδιου του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις του δεν θα ίσχυαν όταν ήταν αντίθετες προς συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα.

Αυτό, όπως υπογράμμισε, είναι το γνωστό «παρασύνταγμα». Επομένως, κατά τον κ. Βλαχόπουλο, η ουσία της κριτικής δεν πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο συνταγματικό κείμενο του 1952, αλλά στο παρασυνταγματικό πλέγμα που περιόρισε στην πράξη τις φιλελεύθερες εγγυήσεις του.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη στάση του Γιώργου Σταυρόπουλου απέναντι στον δικαστικό συνδικαλισμό και τις δικαστικές ενώσεις. Όπως είπε, ο συγγραφέας είναι θετικός απέναντι στις δικαστικές ενώσεις, ταυτόχρονα όμως τονίζει κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: την ανάγκη νηφαλιότητας. Οι «εμπρηστικές δηλώσεις» ενώσεων δικαστικών λειτουργών, καθώς και οι ανακοινώσεις στις οποίες δικαστές στρέφονται εναντίον άλλων δικαστών, δεν συμβάλλουν, όπως σημείωσε, στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης του κοινού προς τη Δικαιοσύνη.

Στο σημείο αυτό, ο κ. Βλαχόπουλος έθεσε ένα ευρύτερο και κρίσιμο ζήτημα: τη φθίνουσα εμπιστοσύνη της ελληνικής κοινωνίας προς τη Δικαιοσύνη. Όπως ανέφερε, σήμερα η κοινωνία δεν εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη στον ίδιο βαθμό που την εμπιστευόταν σε προηγούμενες δεκαετίες. Και αυτό, κατά τον ίδιο, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό. «Η Δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο», τόνισε χαρακτηριστικά.

Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι η απώλεια εμπιστοσύνης προς τη Βουλή ή την κυβέρνηση είναι ασφαλώς αρνητική, αλλά δεν έχει το ίδιο βάρος με την απώλεια εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη. Αν οι πολίτες αισθανθούν ότι η Δικαιοσύνη δεν επιτελεί τα καθήκοντά της, ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν είναι ανεξάρτητοι ή ότι υπάρχουν πολύ έντονες, ακόμη και προσωπικές, διαφωνίες μεταξύ τους, τότε, όπως είπε, η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα «πολύ σοβαρό δομικό, θεσμικό αλλά και κοινωνικό πρόβλημα».

Γιώργος Σταυρόπουλος: «Το Σύνταγμα του 1975 τίμησε τους εισαγγελείς εντάσσοντάς τους στους ισόβιους δικαστικούς λειτουργούς. Το ερώτημα είναι αν όλοι τίμησαν αυτή την εμπιστοσύνη»

Ο Γιώργος Σταυρόπουλος, επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρώην υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση Λουκά Παπαδήμου, διατύπωσε μια αιχμηρή και συνολική θεσμική παρέμβαση για τη Δικαιοσύνη, τη λειτουργία των ανώτατων δικαστηρίων, την ανεξαρτησία των δικαστών και την ανάγκη βαθύτερων αλλαγών όχι μόνο στους θεσμούς, αλλά και στη νοοτροπία της δημόσιας ζωής.

Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Όπως ανέφερε, «η Ελληνική Δημοκρατία έχει ανάγκη από ένα τελείως διαφορετικό Συμβούλιο της Επικρατείας» σε σχέση με αυτό που λειτουργεί σήμερα. Κατά την άποψή του, η χώρα χρειάζεται ένα ανώτατο διοικητικό δικαστήριο που θα ασχολείται μόνο με τις σοβαρές δικαστικές υποθέσεις και θα τις ολοκληρώνει σε σύντομο χρόνο.

Για να επιτευχθεί αυτό, πρότεινε την καθιέρωση προηγούμενης άδειας από το ίδιο το δικαστήριο για τη συζήτηση κάθε ενδίκου βοηθήματος που ασκείται ενώπιόν του, με κριτήριο τη σοβαρότητα της υπόθεσης ή τα νομικά ζητήματα που τίθενται. Όπως σημείωσε, αυτό ήδη συμβαίνει «σχεδόν σε όλα τα ανώτατα δικαστήρια του εξωτερικού». Για τις μη σημαντικές διοικητικές διαφορές, πρόσθεσε, αρκούν τα λοιπά διοικητικά δικαστήρια, τα οποία, κατά βάση, λειτουργούν εύρυθμα.

Ο κ. Σταυρόπουλος στάθηκε και στη διοικητική οργάνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας, επισημαίνοντας ότι σε ένα ανώτατο δικαστήριο «δεν χρειάζονται δέκα αντιπρόεδροι», ιδίως όταν για την επιλογή τους αποφασίζει ανέλεγκτα το Υπουργικό Συμβούλιο με τα «γνωστά δικά του κριτήρια». Αντί για αυτό, υποστήριξε ότι χρειάζονται μόνο πρόεδροι των τμημάτων, οι οποίοι θα αναδεικνύονται από τους ίδιους τους δικαστές.

Ως προς την επιλογή του Προέδρου του Δικαστηρίου, πρότεινε να γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενδεχομένως μετά από σύμφωνη γνώμη ενός συμβουλίου «μείζονος αντιπροσωπευτικότητας και κύρους», χωρίς καμία δεδομένη εκ των προτέρων πλειοψηφία. Στόχος, όπως εξήγησε, είναι η εκλογή του να μη βρίσκεται υπό την επιρροή των πολιτικών σκοπιμοτήτων της στιγμής.

Με ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα, ο κ. Σταυρόπουλος ζήτησε να τερματιστεί ο «σημερινός ασφυκτικός εναγκαλισμός της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία στο ανώτατο επίπεδο». Χαρακτήρισε «ηθικά απαράδεκτο» να επιλέγει η κυβέρνηση τους κορυφαίους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, ιδίως της διοικητικής, οι οποίοι στη συνέχεια καλούνται να κρίνουν τις πράξεις εκείνων που τους επέλεξαν.

Η χώρα, όπως τόνισε, έχει ανάγκη από δικαστές και εισαγγελείς που, σε όλα τα επίπεδα, θα είναι «πράγματι ανεξάρτητοι και αμερόληπτοι» κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οφείλουν, όπως είπε, να σέβονται τις λοιπές εξουσίες, αλλά και να έχουν το θάρρος να αντιστέκονται στις υπερβάσεις τους, όπως και στην υπόγεια επιρροή μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, των οποίων η ισχύς στη σημερινή εποχή είναι ιδιαίτερα εμφανής.

Ο κ. Σταυρόπουλος αναγνώρισε ότι υπάρχουν πολλοί άξιοι δικαστές, σημείωσε όμως ότι υπάρχουν και ορισμένοι, λιγότεροι, που «δεν τιμούν την υψηλή ιδιότητά τους». Η χώρα, όπως είπε, έχει ανάγκη από ένα άλλο πρότυπο δικαστικού λειτουργού. «Ο δικαστής δεν πρέπει να συμπεριφέρεται ως ευλύγιστος υπάλληλος», τόνισε, υπενθυμίζοντας ότι κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων είναι ισότιμος με όσους ασκούν τις άλλες δύο κρατικές λειτουργίες.

Αυτή την αυτονόητη αρχή, κατά τον ίδιο, δεν την τηρούν ορισμένοι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι σκέφτονται κυρίως την επόμενη προαγωγή τους, είτε από ανώτερους συναδέλφους τους είτε από την κυβερνητική εξουσία, και προσαρμόζουν αναλόγως τη συμπεριφορά τους πριν και μετά την ανέλιξή τους. Επειδή, όπως υπενθύμισε, οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού, ο δικαστής πρέπει διαρκώς να πασχίζει να είναι άξιος της εμπιστοσύνης του λαού, τον οποίο και ο ίδιος υπηρετεί με τη δική του παρέμβαση.

Στο ίδιο πλαίσιο, πρότεινε και αλλαγές στη σύνθεση των δικαστικών συμβουλίων που αποφασίζουν για τα περισσότερα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών. Για την καλύτερη εξυπηρέτηση της αξιοκρατίας, υποστήριξε ότι η σύνθεσή τους πρέπει να διευρυνθεί, ύστερα από συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να συμμετέχουν όχι μόνο ανώτατοι δικαστές, αλλά και δικαστές άλλων βαθμίδων, ενδεχομένως και πρόσωπα εκτός του δικαστικού σώματος.

Αναφερόμενος στη σημερινή εικόνα της Δικαιοσύνης, ο κ. Σταυρόπουλος παρατήρησε ότι τον τελευταίο καιρό κατηγορείται για πολλά, «άλλοτε άδικα, συχνά όμως δίκαια». Ορισμένοι ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, όπως είπε, δίνουν πράγματι την εντύπωση ότι είναι «πλήρως υποταγμένοι στις εκάστοτε κυβερνητικές διαθέσεις». Κατά την αιχμηρή διατύπωσή του, λειτουργούν μόνοι ή παρασύρουν και άλλους σε αποφάσεις και πράξεις νομικά εσφαλμένες, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα πολιτικά πρόσωπα που τους επέλεξαν. Πρόκειται, όπως είπε, για συμπεριφορά «ακραία προσβλητική της ηθικής του δικαστικού λειτουργήματος».

Αντί να λειτουργούν ως πρότυπα δικαστικής ανεξαρτησίας, πρόσθεσε, ορισμένοι προβάλλουν την εικόνα προσώπων εξαρτημένων από την κυβερνητική βούληση. Μάλιστα, όπως ανέφερε, ενοχλούνται από την εύλογη κριτική που τους ασκείται, αποκαλύπτοντας «καλά κρυμμένες αυταρχικές τάσεις». Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν και η αναφορά του σε όσους μιλούν για τοξικότητα των αντιδράσεων, «χωρίς να υποψιάζονται ότι την τοξικότητα δημιουργεί η δική τους συμπεριφορά» και ότι η αντίδραση σε αυτήν αποτελεί υγιές στοιχείο του δημόσιου διαλόγου.

Ωστόσο, ο κ. Σταυρόπουλος θέλησε να υπογραμμίσει ότι η εικόνα αυτή δεν αφορά το σύνολο του δικαστικού σώματος. Αντιθέτως, όπως είπε, υπάρχουν και άλλοι δικαστές, «οι συντριπτικά περισσότεροι», που τιμούν το αξίωμα που κατέχουν, είτε υπηρετούν στην ανώτατη βαθμίδα είτε όχι. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στο θάρρος που δείχνουν τελευταία πολλοί πρωτοβάθμιοι δικαστές, τόσο στην πολιτική όσο και στη διοικητική Δικαιοσύνη. Αυτοί, κατά την έκφρασή του, αποτελούν «τη μεγάλη ελπίδα» για μια συνολικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, για την οποία θα μπορεί να είναι υπερήφανος ο ελληνικός λαός.

Ολοκληρώνοντας την αναφορά του στους δικαστικούς λειτουργούς, στάθηκε ειδικότερα στους εισαγγελείς. Όπως είπε, είναι πλέον σαφές ότι διαχρονικά κάποιοι από τα ανώτατα κλιμάκια του εισαγγελικού κλάδου δεν ανταποκρίθηκαν στην τιμή που έγινε στους εισαγγελείς με το Σύνταγμα του 1975, όταν κατατάχθηκαν για πρώτη φορά στους ισόβιους δικαστικούς λειτουργούς. Ορισμένοι, κατά τον ίδιο, απέδειξαν ότι δεν διακατέχονται από τις ιδέες της ανεξαρτησίας που πρέπει να κατευθύνουν τις ενέργειες κάθε δικαστικού λειτουργού.

Γι’ αυτό, όπως σημείωσε, οι επιλογές στις ανώτατες εισαγγελικές θέσεις πρέπει να γίνονται με μεγαλύτερη προσοχή. Παράλληλα, υποστήριξε ότι πρέπει να αλλάξει και η εκπαίδευση των μελλοντικών εισαγγελέων στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών.

Ο κ. Σταυρόπουλος έκανε και μια συγκριτική αναφορά στην Ιταλία, επισημαίνοντας ότι οι επιθέσεις της ιταλικής κυβέρνησης στο ιταλικό δικαστικό σώμα αποδεικνύουν την επιθυμία των εκάστοτε κυβερνώντων να ελέγχουν τη Δικαιοσύνη. Εκεί, όμως, όπως σημείωσε, η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών υποστηρίχθηκε από τον ίδιο τον ιταλικό λαό, μέσα από την ετυμηγορία του σε πρόσφατο δημοψήφισμα.

Πέρα από τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούν συνταγματική αναθεώρηση, ο κ. Σταυρόπουλος ανέφερε και αλλαγές που μπορούν να γίνουν με κοινό νόμο. Ο αριθμός των βουλευτών, όπως είπε, μπορεί να περιοριστεί στους διακόσιους, καθώς ο επιπλέον αριθμός τους έχει «μάλλον αντιπαραγωγικό χαρακτήρα». Αναγκαίος, κατά τον ίδιο, είναι επίσης ο σημαντικός περιορισμός του αριθμού των υπουργών, αναπληρωτών υπουργών, υφυπουργών και λοιπών κυβερνητικών θέσεων, καθώς και η μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών σε υπουργικές θέσεις. Για τον σκοπό αυτό, πρόσθεσε, θα μπορούσαν να προβλεφθούν ακόμη και ποσοστώσεις.

Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η χώρα χρειάζεται σημαντικές θεσμικές αλλαγές σε πολλά επίπεδα. Η πιο σημαντική, όμως, και ταυτόχρονα η πιο δύσκολη αλλαγή δεν αφορά μόνο τους νόμους, αλλά τη νοοτροπία των ανθρώπων. «Η ηθική στην πολιτική, η υπεύθυνη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η νοοτροπία πλήρους ανεξαρτησίας όλων των δικαστών και εισαγγελέων δεν εξαρτώνται πάντα από νομικές ρυθμίσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αυτό που απαιτείται, όπως είπε, είναι να διαχυθεί «μια άλλη νοοτροπία ζωής» σε μια κοινωνία κουρασμένη και απογοητευμένη από κακές πρακτικές που συχνά εκπορεύονται από πάνω. Σε αυτή την προοπτική, ο κ. Σταυρόπουλος έστρεψε το βλέμμα στη νεότερη γενιά, την οποία χαρακτήρισε ελπίδα για μια αποτελεσματική διέξοδο από τη σημερινή δυστοπία. «Ας την αφήσουμε να αναπτύξει τα αποτελεσματικά της αντισώματα», κατέληξε.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version