Η Δικονομική μας νομοθεσία οριοθετεί τρεις θεσμούς οι οποίοι εμπεδώνουν την αμεροληψία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Δηλαδή, το να μην είναι για διάφορους λόγους προκατειλημμένοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Ποιοι είναι αυτοί οι θεσμοί; Είναι οι θεσμοί του «αποκλεισμού», της «εξαίρεσης» και της «αποχής» των δικαστικών προσώπων (άρθρα 14 έως 26 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).
Οι λόγοι εξαίρεσης
Στην προκείμενη πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών μας ενδιαφέρουν οι λόγοι εξαίρεσης (άρθρο 15 του ΚΠΔ). Τι είναι οι λόγοι εξαίρεσης;
Είναι γεγονότα τα οποία επικαλείται ένας κατηγορούμενος ή ένας ύποπτος και τα οποία είναι δυνατό να θεμελιώσουν «υπόνοια μεροληψίας» ενός δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού κατά τη λογική εκτίμηση του προσώπου που τα επικαλείται ( Δαλακούρα, Ο νέος ΚΠΔ, 2Η έκδοση).
Έτσι, ενδεικτικά (από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας) τέτοια γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν υπόνοιες μεροληψίας εναντίον ενός δικαστικού οργάνου είχαν θεωρηθεί τα ακόλουθα:
Το άμεσο προσωπικό συμφέρον (του Δικαστή ή του Εισαγγελέα) από την έκβαση μιας υπόθεσης, η ιδιαίτερη φιλία ή η οικειότητα ή η έχθρα ενός Δικαστή ή ενός Εισαγγελέα με τους διαδίκους και η οποιαδήποτε εκδήλωση ή η διατύπωση απόψεων εκ μέρους ενός δικαστικού οργάνου για το αντικείμενο της δίκης στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία η υιοθετούμενη γνώμη θα υπερέβαινε την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων (ΑΠ 2021/2005).
Και υπάρχει και κάτι άλλο. Ποιο;
Οι λόγοι αποχής που δηλώνει ο ίδιος ο Δικαστής ή ο Εισαγγελέας για να μη συμμετέχει σε μια ποινική υπόθεση (άρθρο 23 του ΚΠΔ).
Γιατί κάνω αυτή την αναφορά; Γιατί οι παραπάνω λόγοι εξαίρεσης είναι δυνατό (μαζί με τους λεγόμενους «λόγους ευπρεπείας») να προταθούν και από τον ίδιο το Δικαστή ή τον Εισαγγελέα. Πότε;
Όταν ο ίδιος κρίνει και σταθμίζει, ότι επιβάλλεται η μη συμμετοχή του σε μια ποινική διαδικασία, ώστε ο θιγόμενος (κατηγορούμενος ή ύποπτος) από την απόφαση να την αποδεχτεί ως αποτέλεσμα μιας καλόπιστης και αδιάβλητης δικαστικής κρίσης.
Και ενόψει όλων αυτών τίθεται και το πιο κρίσιμο πρόβλημα. Ποιο;
Θα μπορούσε άραγε να υποστηριχθεί, ότι εναντίον του Εισαγγελέα του ΑΠ κ. Τζαβέλλα υπήρχαν «υπόνοιες μεροληψίας» κατά το χρόνο εκείνο κατά τον οποίο πριν από λίγες ημέρες είχε θέσει στο αρχείο την πολύκροτη υπόθεση της παρακολούθησης των κινητών τηλεφώνων πολιτικών αρχηγών, ανωτάτων στρατιωτικών αξιωματούχων, Υπουργών και άλλων (με το παράνομο λογισμικό Predator);
Και το πρόβλημα αυτό ανακύπτει, επειδή πολύ πρόσφατα αποκαλύφθηκε στη δημόσια σφαίρα το ακόλουθο γεγονός:
Δηλαδή, ότι ο Εισαγγελέας του ΑΠ κ. Τζαβέλλας εκτελούσε καθήκοντα επόπτη εισαγγελέα στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) στο κρίσιμο χρονικό διάστημα (κατά το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί το ανωτέρω παράνομο λογισμικό ) και είχε συναινέσει στην άρση του απορρήτου των επικοινωνιών (κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος) για λόγους «εθνικής ασφάλειας» 11 προσώπων (« ΤΑ ΝΕΑ»).
Και μέσα σε αυτά τα πρόσωπα των οποίων το κινητό τηλέφωνο παρακολουθούνταν (για λόγους εθνικής ασφάλειας) περιλαμβάνονταν ένας Υπουργός της σημερινής κυβέρνησης, ο οικονομικός Εισαγγελέας , ένας δημοσιογράφος και άλλα πρόσωπα.
Υπό το πρίσμα τούτο ανακύπτει και το τελικό ερώτημα. Δηλαδή:
Η προγενέστερη δικαιοδοτική κρίση του κ. Τζαβέλλα μέσω της οποίας είχε συναινέσει στην παρακολούθηση των κινητών τηλεφώνων 11 ατόμων, δεν επηρέαζε καθοριστικά και τη πρόσφατη «Εισαγγελική του απόφανση» μέσω της οποίας – ως «ελεγκτικό όργανο πλέον»- είχε θέσει όλη την υπόθεση των υποκλοπών στο αρχείο (αξιολογώντας κατά κάποιο τρόπο και τη νομιμότητα των δικών του παλαιότερων ενεργειών);
Κατά την κρίση μου η απάντηση είναι σίγουρα θετική.
Με άλλα λόγια είναι αναμενόμενο και εύλογο ένα εισαγγελικό όργανο να είναι «επηρεασμένο ή προκατειλημμένο» από την κρίση την οποία είχε εκφέρει σε προγενέστερο χρόνο.
Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΕΔΔΑ)
Και αυτός είναι ο λόγος εκείνος ένεκα του οποίου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε τέτοιες υποθέσεις απαιτεί να μη συμμετέχει το ίδιο δικαστικό πρόσωπο και σε ένα προγενέστερο και σε ένα μεταγενέστερο διαδικαστικό στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης ( :ενδεικτικά Piersack κατά Βελγίου, 1982, de Cubber κατά Βελγίου 1984).
Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;
Κατά την αξιολογική μου κρίση θα έπρεπε ο ίδιος ο Εισαγγελέας του ΑΠ κ. Τζαβέλλας να δηλώσει αποχή, σύμφωνα με το άρθρο 23 του ΚΠΔ, και να μην αξιολογήσει την υπόθεση των υποκλοπών (θέτοντας την στο αρχείο), λόγω ακριβώς της προηγούμενης δικαιοδοτικής του εμπλοκής σε τμήμα της ίδιας συνολικής υπόθεσης των εκτεταμένων παρακολουθήσεων κινητών τηλεφώνων με το επίμαχο παράνομο λογισμικό.
Και τούτο, γιατί μόνο ένα αμερόληπτο δικαστικό όργανο -πάλι κατά την κρίση μου- «θα βρει την άκρη ως την αλήθεια, ακόμη και αν είναι κρυμμένη στα κατάβαθα της γης» (Σαίξπηρ, Άμλετ, ΙΙ, 2).
Υ. Γ Δεν κάνω αναφορά στο άρθρο 14παρ. 3 του ΚΠΔ (και στην εντελώς εσφαλμένη φιλοσοφία του για τον Εισαγγελέα) γιατί αφορά τους λόγους «αποκλεισμού».
Ο Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ