Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ χαρακτηρίζεται από έντονη αστάθεια, με περιόδους ονομαστικής επαναλειτουργίας να ακολουθούνται από νέους περιορισμούς, εν μέσω κλιμακούμενων εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Στην πράξη, η ναυσιπλοΐα παραμένει αβέβαιη – ούτε πλήρως ανοικτή ούτε πλήρως κλειστή – αλλά υποκείμενη σε συνεχή στρατιωτική παρεμβολή και πολιτική αντιπαράθεση.
Το νομικό καθεστώς που διέπει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απολύτως σαφές, λόγω του ότι το Ιράν έχει υπογράψει, αλλά δεν έχει επικυρώσει, ούτε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), ούτε τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958, για την Αιγιαλίτιδα Ζώνη και τη Συνορεύουσα Ζώνη. Ωστόσο, τα πλοία απολαμβάνουν ένα μη ανασταλτό δικαίωμα ασφαλούς διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος. Η παρεμπόδιση αυτού του δικαιώματος από το Ιράν συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Το ισχυρότερο νομικό επιχείρημα είναι ότι τα πλοία (και τα αεροσκάφη) απολαύουν του δικαιώματος διέλευσης εν πορεία (transit passage/passage en transit) στα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με τα άρθρα 38 και 39 της UNCLOS, το δικαίωμα διέλευσης εν πορεία συνίσταται στη συνεχή και ταχεία ναυσιπλοΐα, μέσω διεθνούς στενού, η οποία ασκείται κατά τον συνήθη τρόπο λειτουργίας των πλοίων και των αεροσκαφών. Τα παράκτια κράτη τέτοιων Στενών, όπως το Ιράν, δεν επιτρέπεται να παρεμποδίζουν τη διέλευση, ενώ το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορεί να ανασταλεί για κανέναν λόγο, συμπεριλαμβανομένων λόγων ασφάλειας, σε αντίθεση με το δικαίωμα αβλαβούς διέλευσης (innocent passage/passage inoffensif).
Επιπλέον, όπως έκρινε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση του Στενού της Κέρκυρας, τα κράτη υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ασφαλή διέλευση ουδέτερων πλοίων, μέσω στενών, ακόμη και σε περίοδο ένοπλης σύρραξης. Το καθεστώς διέλευσης εν πορεία είναι πιθανό να εφαρμόζεται στα πλοία και τα αεροσκάφη, ακόμη και αν το Ιράν δεν έχει κυρώσει την UNCLOS. Το εν λόγω καθεστώς αποτελεί, κατά πάσα πιθανότητα, διεθνές εθιμικό δίκαιο, δεσμευτικό για όλα τα κράτη.
Εναλλακτικά, το Ιράν φέρεται να υποστηρίζει ότι το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ είναι εκείνο της αβλαβούς διέλευσης και όχι της διέλευσης εν πορεία. Σύμφωνα με το άρθρο 19 της UNCLOS, η διέλευση θεωρείται αβλαβής, εφόσον το αλλοδαπό πλοίο δεν επιδίδεται σε δραστηριότητες «επιζήμιες για την ειρήνη, την τάξη ή την ασφάλεια του παράκτιου κράτους».
Τα άρθρα 21 και 22 επιτρέπουν στο παράκτιο κράτος να θεσπίζει νόμους και κανονισμούς σχετικά με την αβλαβή διέλευση, μεταξύ άλλων, ως προς την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τη θαλάσσια κυκλοφορία. Ωστόσο, κατά το άρθρο 45, παράγραφος 2 της UNCLOS, η αβλαβής διέλευση, μέσω διεθνών στενών, δεν μπορεί να ανασταλεί.
Τα εμπορικά πλοία διατηρούν, συνεπώς, δικαίωμα ασφαλούς διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, ακόμη και υπό αυτό το πιο περιοριστικό καθεστώς, δεδομένου ότι το παράκτιο κράτος δεν δύναται να απαγορεύσει ή να αναστείλει την αβλαβή διέλευση, μέσω στενών που χρησιμοποιούνται για διεθνή ναυσιπλοΐα.
Κατά το μέτρο που οι ενέργειες του Ιράν περιορίζουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, κατά παράβαση των δικαιωμάτων διέλευσης εν πορεία και αβλαβούς διέλευσης, το Ιράν υπέχει διεθνή ευθύνη για τις εν λόγω πράξεις.
Πέραν των παραβιάσεων του δικαίου της θάλασσας, ενέργειες που επηρεάζουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ενδέχεται να συνιστούν και άλλες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.
- Πρώτον, στο πλαίσιο του jus ad bellum, τυχόν επιθέσεις του Ιράν κατά εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ δύνανται να συνιστούν παραβίαση της απαγόρευσης χρήσης βίας, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
- Δεύτερον, στο πλαίσιο του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, επιθέσεις του Ιράν κατά εμπορικών πλοίων θα παραβίαζαν, κατά πάσα πιθανότητα, την αρχή της διάκρισης, η οποία επιβάλλει στους εμπολέμους να διακρίνουν μεταξύ στρατιωτικών στόχων και πολιτικών αντικειμένων. Πλήγματα κατά ουδέτερων εμπορικών πλοίων, που φέρουν σημαία κρατών μη εμπλεκομένων στη σύρραξη, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, βάσει οποιασδήποτε εύλογης στρατιωτικής σκοπιμότητας και θα συνιστούσαν παραβιάσεις του jus in bello.
*Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης είναι νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων, διδάκτωρ δημοσίου διεθνούς δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης
