Στουρνάρας: Ανάπτυξη με κινδύνους από τον πόλεμο και την ενεργειακή αβεβαιότητα

Η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης, όμως η γεωπολιτική αστάθεια και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εντείνουν τους κινδύνους για πληθωρισμό και επιβράδυνση, όπως προειδοποιεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας

Στις προσπάθειες της Ελλάδας για δημοσιονομική εξυγίανση, χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση και διαρκείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην περίοδο που ακολούθησε την κρίση χρέους της χώρας μας αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Στουρνάρας, ως καλεσμένος σε εκδήλωση της ΑΧΕΠΑ στη Φρανκφούρτη, ενώ εστίασε και στο πώς όλα αυτά μπορούν να βοηθήσουν μια χώρα να ανακτήσει την οικονομική της αξιοπιστία μετά από χρόνια δυσκολιών και να θέσει τα θεμέλια για βιώσιμη ανάπτυξη.

Ο πόλεμος, εάν συνεχιστεί, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις, δηλαδή υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη.

Όπως είπε χαρακτηριστικά, η εμπειρία αυτή παραμένει επίκαιρη σήμερα, καθώς εξελίσσεται η πρόσφατη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή. Η γεωπολιτική σύγκρουση αποτελεί ένα επιπλέον αρνητικό σοκ προσφοράς για την παγκόσμια οικονομία και την οικονομία της ζώνης του ευρώ, με δυνητικά μεγάλες μακροοικονομικές επιπτώσεις σε περίπτωση που η σύγκρουση παραμείνει ή εξαπλωθεί σε άλλες χώρες.

Εστιάζοντας στις πηγές σημαντικών κινδύνων επιβράδυνσης της ελληνικής οικονομίας αναφέρθηκε στην γεωπολιτική αστάθεια και την κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, μια νέα, σοβαρή ενεργειακή κρίση που απορρέει από αυτόν τον πόλεμο, τις προστατευτιστικές πιέσεις, την αβεβαιότητα της οικονομικής πολιτικής, τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό και την κλιματική αλλαγή.

Όπως είπε χαρακτηριστικά, ο πόλεμος, εάν συνεχιστεί, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις, δηλαδή υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη.

Τρέχουσα κατάσταση και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας

Όπως σημείωσε ο διοικητής της ΤτΕ, η Ελλάδα έχει υποστεί μια βαθιά οικονομική μεταμόρφωση τα τελευταία χρόνια, αναδεικνύοντας ως μία από τις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στη ζώνη του ευρώ, μετά από πάνω από μια δεκαετία κρίσης και διαρθρωτικών προσαρμογών. Από το 2019, η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ ξεπερνά σταθερά τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, επαναφέροντας τη χώρα σε τροχιά σύγκλισης προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα εισοδήματος, μετά από πολλά χρόνια απόκλισης. Το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, όπως και το 2024, σημαντικά πάνω από τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ, ο οποίος ήταν 1,4%.

Η οικονομική ανάπτυξη το 2025 στηρίχθηκε τόσο στην ιδιωτική κατανάλωση όσο και στις επενδύσεις, οι οποίες συνέβαλαν κατά 1,4 και 1,5 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα στην αύξηση του προϊόντος. Οι καθαρές εξαγωγές συνέβαλαν επίσης θετικά, προσθέτοντας 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,7%, αντέχοντας στο δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον. Συνολικά, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2% το 2025, χάρη στις ισχυρές επιδόσεις της αγοράς εργασίας, ενώ η αύξηση των επενδύσεων επιταχύνθηκε στο 8,9%, κυρίως λόγω της χρηματοδότησης από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). ‍Οι οικονομικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία παραμένουν θετικές, παρά τις ισχυρές εξωτερικές αντιξοότητες.

Εάν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν διαρκέσει περισσότερο από μερικές εβδομάδες και εάν οι τιμές της ενέργειας υποχωρήσουν, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί σε γενικές γραμμές στο ίδιο επίπεδο με το 2025, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω προσέγγιση των ευρωπαϊκών επιπέδων εισοδήματος. Κύριος μοχλός της ανάπτυξης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά.

Βραχυπρόθεσμα, οι επενδύσεις θα υποστηριχθούν από τους εναπομείναντες διαθέσιμους πόρους του RRF. Το σημαντικότερο είναι ότι η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας δεν στηρίχθηκε σε βραχυπρόθεσμα μέτρα τόνωσης, αλλά μάλλον σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη: υγιή δημόσια οικονομικά, ανθεκτική κατανάλωση των νοικοκυριών, ισχυρή ανάκαμψη των επενδύσεων που υποστηρίζεται από το RRF και εξαιρετικές επιδόσεις στις εξαγωγές — ιδίως στον τουρισμό, την εφοδιαστική, τις ψηφιακές υπηρεσίες και τους τομείς έντασης καινοτομίας, όπως τα φαρμακευτικά προϊόντα.

Εν τω μεταξύ, η αγορά εργασίας έχει ενισχυθεί, με την ανεργία να μειώνεται σε μονοψήφια επίπεδα για πρώτη φορά από την αρχή της κρίσης, στο 8,9% το 2025, και την συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό να αυξάνεται, ενώ το εύρος των εξαγωγών επεκτείνεται πέρα από τον τουρισμό προς μεταποιημένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και η μείωση του ποσοστού απόλυτης φτώχειας (με το όριο φτώχειας να παραμένει σταθερό σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης του 2019) μεταξύ 2019 και 2023 καταδεικνύουν ότι η ανάκαμψη μεταφράζεται πλέον και σε κέρδη κοινωνικής πρόνοιας, και όχι μόνο σε μακροοικονομικά οφέλη.

Η μακροοικονομική διακυβέρνηση έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποκατάσταση της διεθνούς εμπιστοσύνης. Η Ελλάδα συνεχίζει να επιτυγχάνει ισχυρά πρωτογενή και συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα χωρίς να καταφεύγει σε περιοριστικά μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά χάρη στην πειθαρχημένη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών, τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και την αποφασιστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.

Το δημόσιο χρέος μειώνεται σταθερά ως ποσοστό του ΑΕΠ και αναμένεται να φθάσει περίπου στο 138 % του ΑΕΠ το 2026, χάρη στην ισχυρή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ και στις ευνοϊκές συνθήκες εξυπηρέτησης του χρέους. Οι υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές έχουν δημιουργήσει περιθώρια για στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις, προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και επενδύσεις σε ψηφιακές, πράσινες και υποδομικές προτεραιότητες — όλα αυτά ενώ παραμένουν πλήρως ευθυγραμμισμένες με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.

Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης ανταποκρίθηκαν με αναβαθμίσεις των αξιολογήσεων κρατικού χρέους και τραπεζών, συμβάλλοντας στην προσέλκυση νέου ξένου κεφαλαίου σε ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. Ωστόσο, το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει πολύ ευάλωτο.

Οι νέοι κίνδυνοι

Η γεωπολιτική αστάθεια και η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, μια νέα, σοβαρή ενεργειακή κρίση που απορρέει από αυτόν τον πόλεμο, οι προστατευτιστικές πιέσεις, η αβεβαιότητα της οικονομικής πολιτικής, ο χρηματοπιστωτικός κατακερματισμός και η κλιματική αλλαγή αποτελούν πηγές σημαντικών κινδύνων επιβράδυνσης. Ο πόλεμος, εάν συνεχιστεί, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει στασιμοπληθωριστικές επιπτώσεις, δηλαδή υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη.

Στο εσωτερικό, ορισμένα κληροδοτήματα της κρίσης, όπως το ιδιωτικό χρέος, η μείωση του κεφαλαίου και του εργατικού δυναμικού, καθώς και οι δημογραφικές πιέσεις, η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας και οι καθυστερήσεις στις δικαστικές και διοικητικές μεταρρυθμίσεις, παραμένουν ανεπίλυτα, ενώ το κόστος στέγασης συνεχίζει να επιβαρύνει όλο και περισσότερο τα νοικοκυριά. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα έχει μετατοπίσει την προσοχή της από την ανάκαμψη στη «στρατηγική επιτάχυνση».

Ο κεντρικός οικονομικός στόχος της είναι πλέον η εξασφάλιση μακροπρόθεσμης πραγματικής σύγκλισης με τη ζώνη του ευρώ, χωρίς να αναδημιουργηθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες του παρελθόντος. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται η ταχύτερη κάλυψη του εναπομείναντος επενδυτικού χάσματος με τη ζώνη του ευρώ, η διατήρηση των κερδών παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, η συνέχιση της υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, η αποτελεσματική κινητοποίηση και κατανομή των εγχώριων πόρων, των διαρθρωτικών κονδυλίων της ΕΕ και των κονδυλίων του Μηχανισμού Επανόρθωσης και Ανθεκτικότητας (RRF), καθώς και των άμεσων ξένων επενδύσεων, ιδίως σε τομείς που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες διεθνούς εμπορίου, σε έναν κόσμο που διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από την τεχνολογική πρόοδο και τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό.

Η μακροοικονομική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα πρέπει να παραμείνει ο ακρογωνιαίος λίθος. Η αυστηρή τήρηση των κανόνων της ΕΕ και η επιταχυνόμενη μείωση του χρέους, συμπεριλαμβανομένης της πρόωρης αποπληρωμής της Ελληνικής Δανειακής Διευκόλυνσης (GLF), υπήρξαν και εξακολουθούν να είναι ουσιαστικής σημασίας για τη διατήρηση της αξιοπιστίας. Ωστόσο, η σταθερότητα δεν αρκεί.

Η δημοσιονομική στρατηγική πρέπει να καταστεί εγγενώς ευνοϊκή για την ανάπτυξη, ανακατευθύνοντας τις δαπάνες προς τις υποδομές, την εκπαίδευση, την καινοτομία και τη στήριξη των δημογραφικών αναγκών, ενώ παράλληλα πρέπει να εκσυγχρονιστεί περαιτέρω το φορολογικό σύστημα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της δικαιοσύνης. Το αποφασιστικό πεδίο μάχης είναι η κινητοποίηση επενδύσεων.

Η αξιοποίηση των εναπομενόντων κονδυλίων του RRF πρέπει να είναι ταχεία και αποτελεσματική, αλλά η εξωτερική χρηματοδότηση από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να προσελκύεται ενεργά ιδιωτικό κεφάλαιο μέσω ταχύτερης αδειοδότησης, εμβάθυνσης της κεφαλαιαγοράς και ανάπτυξης μη τραπεζικών χρηματοδοτικών μηχανισμών, ενώ η ιδιωτική αποταμίευση πρέπει να ανασυγκροτηθεί μέσω της ενίσχυσης των πλήρως κεφαλαιοδοτούμενων πυλώνων του συνταξιοδοτικού συστήματος, της παροχής κινήτρων για την κάλυψη του ασφαλιστικού κενού για φυσικές καταστροφές και της βελτίωσης της χρηματοοικονομικής παιδείας.

Πράσινη και ψηφιακή μετάβαση

Τέλος, η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση όχι ως υποχρεώσεις, αλλά ως ευκαιρίες στρατηγικής ανταγωνιστικότητας. Η επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στη χωρητικότητα του δικτύου, στις διασυνδέσεις, στην προετοιμασία για την τεχνητή νοημοσύνη και στην καινοτομία στον τομέα της κυκλικής οικονομίας είναι απαραίτητη — όπως και η στροφή της πολιτικής στέγασης από τις επιδοτήσεις προς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην πλευρά της προσφοράς.

Η νέα ενεργειακή κρίση αποτελεί μια σαφή υπενθύμιση ότι η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να μειώσει την εξάρτησή της από τα (εισαγόμενα) ορυκτά καύσιμα. Εάν διατηρηθούν η πολιτική σταθερότητα, η δημοσιονομική ευθύνη, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η θεσμική αξιοπιστία και η δυναμική των μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση όχι μόνο να διατηρήσει την ανάκαμψη, αλλά και να προχωρήσει σε μια φάση μόνιμα υψηλότερου ποσοστού επενδύσεων, αύξησης της παραγωγικότητας και οικονομικής ανθεκτικότητας.

Πηγή: ot.gr

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version