Αλί Χαμενεΐ: Το τέλος του ασκητή δικτάτορα που κράτησε το Ιράν σε ομηρία

Για 37 χρόνια ο Αλί Χαμενεΐ προσποιήθηκε τον ασκητή ενώ έπνιγε τον λαό του στο αίμα και έσπερνε τον τρόμο στον κόσμο. Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στην ιστορία, σύμφωνα με τον Τραμπ, δεν νικήθηκε μόνο από τα όπλα, αλλά και από την απύθμενη υποκρισία του.

Στην πολιτική σκακιέρα της σύγχρονης Μέσης Ανατολής, κανένας παίκτης δεν κάθισε στο τραπέζι περισσότερο από τον Αλί Χαμενεΐ. Αλλά και κανείς δεν αναποδογύρισε το ταμπλό με τόση εκδικητικότητα, τόσο κυνισμό και τόσο αίμα.

Ο Αλί Χαμενεΐ έζησε για δεκαετίες ως ένας σκιώδης, απρόσιτος αυτοκράτορας και πέθανε τελικά ως ο απόλυτος, εξαιρετικά ευάλωτος στόχος.

Το αναντίρρητα αμφιλεγόμενο σαρωτικό στρατιωτικό χτύπημα Αμερικής και Ισραήλ και η έναρξη ενός νέο πολέμου από τον Αμερικανό πρόεδρο, εκείνον που θα τερμάτιζε όλες τις συρράξεις της υφηλίου, έγραψαν το βίαιο επίλογο στην καριέρα του ανθρώπου που τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες κατάφερε να κάνει το Ιράν συνώνυμο με τον τρόμο. Για τους γεωγραφικούς γείτονες, τους διεθνείς παρατηρητές αλλά και τους ίδιους τους συμπατριώτες του.

Ακούγεται ως τραγική ειρωνεία. Όμως ο Αλί Χαμενεΐ δεν υπήρξε ποτέ ένας χαρισματικός πνευματικός ηγέτης –τουλάχιστον όχι με το σχεδόν μεταφυσικό εκτόπισμα του προκατόχου του, Ρουχολάχ Χομεϊνί.

Ήταν όμως ένας αναμφισβήτητα προσεκτικός, ρεαλιστής και αδίστακτος αριστοτέχνης της πολιτικής επιβίωσης. Ένας πολιτικός που παρότι κατά πως λέγεται λάτρευε τον Βίκτορ Ουγκό, έδειχνε να γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά τον Μακιαβέλι.

Ο Χαμενεΐ πέρασε μια ολόκληρη ζωή χτίζοντας ιδεολογικά, στρατιωτικά και γεωπολιτικά αναχώματα για να μην εγκλωβιστεί ποτέ στη γωνία, μόνο και μόνο για να καταλήξει ακριβώς εκεί: ολομόναχος, σε ένα καταφύγιο της Τεχεράνης, έχοντας ξεμείνει οριστικά από καλές επιλογές.

Ένα σκοτεινό υπόγειο στη Μασχάντ

Ο άνθρωπος που συμμετείχε και ενορχήστρωσε τη διαμόρφωση του Ιράν όπως το γνωρίζουμε σήμερα πριν ακόμα την επανάσταση του 1979 και τον οστρακισμό του σάχη γεννήθηκε στις 19 Απριλίου 1939 στην ιερή πόλη του Μασχάντ, στο βορειοανατολικό Ιράν.

Ήταν ο δεύτερος γιος από τα οκτώ συνολικά παιδιά μιας εξαιρετικά φτωχής οικογένειας. Ο πατέρας του, Τζαβάντ Χαμενεΐ, ένας σεβάσμιος αλλά ταπεινός ισλαμικός μελετητής αζέρικης καταγωγής, του επέβαλε από τα γεννοφάσκια του έναν βίο απόλυτου και αδιαπραγμάτευτου ασκητισμού.

Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε σε ένα μικρό, σκοτεινό σπίτι που διέθετε μόλις ένα δωμάτιο και ένα σκοτεινό, υγρό υπόγειο. Το καθημερινό τους φαγητό ήταν συχνά μόνο ξερό ψωμί, λίγες σταφίδες και, στις καλές μέρες, λίγο τυρί. Η οικογένεια ζούσε σχεδόν εξ ολοκλήρου από την ελεημοσύνη των άλλων.

Η μητέρα του, Χαντιτζέχ Μιρνταμαντί, ήταν μια γυναίκα εξαιρετικά μορφωμένη για τα δεδομένα της εποχής. Εκείνη του άνοιξε τον δρόμο προς το διάβασμα, μαθαίνοντάς του από παιδί να απαγγέλλει τους στίχους του μεγάλου Πέρση ποιητή Χαφέζ.

Σε έναν κόσμο που αναδιέτασσε βίαια τα σύνορά του μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και με το Ιράν να βιώνει τις συνέπειες της αγγλοσοβιετικής εισβολής – ανάμεσά τους ήταν και η άνοδος του Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί στην εξουσία-, η δική του πραγματικότητα παρέμεινε αυστηρά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις άκαμπτες θρησκευτικές πεποιθήσεις και τη μόνιμη και μάλλον οδυνηρή στέρηση.

Αυτά τα πρώτα χρόνια της ακραίας φτώχειας σφυρηλάτησαν έναν χαρακτήρα που, δεκαετίες αργότερα, θα απαιτούσε τον απόλυτο πλούτο και την απόλυτη εξουσία. Για κάποιους αυτή ήταν η καθυστερημένη και αναντίρρητα εκδικητική αποζημίωση που ο Χαμενεΐ ζήτησε. Και μάλιστα από εκείνους που δεν του χρωστούσαν.

Η δεκαετία της ριζοσπαστικοποίησης

Σε ηλικία μόλις 11 ετών, φόρεσε για πρώτη φορά τα ράσα του κληρικού. Η συγκεκριμένη επιλογή τον έκανε συχνά στόχο χλευασμού και ειρωνείας από τους συνομήλικούς του, καθώς το κοσμικό Ιράν του σάχη έμοιαζε να γυρίζει οριστικά την πλάτη στο συντηρητικό ιερατείο, αγκαλιάζοντας μια επιφανειακή εκδοχή του δυτικού τρόπου ζωής.

Το 1953, το βρετανο-αμερικανικό πραξικόπημα (Επιχείρηση Αίας της CIA και της MI6) που ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό Μοχάμεντ Μοσαντέκ για τα μάτια των πετρελαϊκών εταιρειών, άφησε ένα βαθύ τραύμα στην ιρανική κοινωνία. Για τον έφηβο Χαμενεΐ λειτούργησε ως η απόλυτη ιδεολογική αφύπνιση.

Το 1957 ταξίδεψε για λίγο στο Νατζάφ του Ιράκ για ανώτερες σπουδές, αλλά ο πατέρας του τον ανάγκασε να επιστρέψει. Στην Κομ, το πνευματικό κέντρο της σιιτικής θεολογίας, βρήκε το ιδανικό του καταφύγιο.

Εκεί ρούφηξε τη ριζοσπαστική σκέψη της συντηρητικής αντιπολίτευσης, μελετώντας δίπλα στον τότε εξόριστο Ρουχολάχ Χομεϊνί. Οι προσβολές της εφηβείας, η φτώχεια και ο ωμός και απροσχημάτιστος παρεμβατισμός της Δύσης μετασχηματίστηκαν μέσα του σε ένα βαθύ, ανυποχώρητο μένος.

Στα μπουντρούμια της SAVAK

Το 1964 o Χαμενεΐ παντρεύτηκε τη Μανσουρέ Χοτζαστέ Μπαγκερζαντέ, η οποία θα παρέμενε για πάντα μια απόλυτα «αόρατη» φιγούρα, χωρίς δημόσιο πρόσωπο, χωρίς φωνή – το απόλυτο, σιωπηλό πρότυπο της υποταγής που ο ίδιος οραματιζόταν για κάθε γυναίκα στη χώρα του.

Υπήρξε, ωστόσο, μια επικίνδυνη, γοητευτική αντίφαση στη σκέψη του: ενώ διάβαζε φανατικά δυτική λογοτεχνία, καταβροχθίζοντας έργα όπως «Τα Σταφύλια της Οργής» του Στάινμπεκ, την «Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά» και τον αγαπημένο του Βίκτωρα Ουγκώ –έχοντας αποκαλέσει τους «Αθλίους» ένα «θαύμα» και ένα «βιβλίο απόλυτης σοφίας»–, παράλληλα μετέφραζε στα φαρσί τον Αιγύπτιο ριζοσπάστη Σαγίντ Κουτμπ, του οποίου οι ιδέες θα γεννούσαν αργότερα τη σύγχρονη ισλαμική τρομοκρατία.

Ενώ ο Σάχης προωθούσε τη μεταρρυθμιστική Λευκή Επανάσταση, ο Χαμενεΐ οργάνωνε τα μυστικά δίκτυα του Χομεϊνί. Η δράση του δεν πέρασε απαρατήρητη.

Συνελήφθη επανειλημμένα και βασανίστηκε άγρια (κυρίως στη διαβόητη φυλακή Κασρ) από τη μυστική αστυνομία SAVAK, την οποία είχαν εκπαιδεύσει η CIA και η Μοσάντ. Όπως παραδέχτηκε αργότερα στα απομνημονεύματά του (το «Κελί Νο 14» που κυκλοφόρησε το 2021), οι μήνες στην απομόνωση δεν τον έσπασαν. Αντίθετα, του δίδαξαν την αναγκαιότητα της απόλυτης, κυνικής καταστολής.

Μπορεί πνευματικός καθοδηγητής του να ήταν ο Χομενεΐ, όμως πραγματικοί spin doctors του Χαμενεΐ ήταν οι τότε διώκτες του.

Από τον σκιώδη πυρήνα στην εξουσία

Τη δεκαετία του ‘70 ο Χαμενεΐ λειτούργησε ως ο κρίσιμος, σκιώδης σύνδεσμος στο εσωτερικό της χώρας -ο Χομεϊνί ήταν εξόριστος αρχικά στο Ιράκ και αργότερα το Παρίσι-, συμμετέχοντας ενεργά στις μαζικές διαδηλώσεις του 1978.

Όταν η Ισλαμική Δημοκρατία αναδύθηκε από τις στάχτες της μοναρχίας τον Φεβρουάριο του 1979 και ο Χομεϊνί επέστρεψε θριαμβευτής από τη Γαλλία, ο Χαμενεΐ πήρε την αμοιβή του: μια θέση στο πανίσχυρο Επαναστατικό Συμβούλιο.

Είχε πια αποκτήσει έξι παιδιά, ενώ ταυτόχρονα πρωτοστατούσε στην εδραίωση του αντιαμερικανισμού. Στην κρίση της αμερικανικής πρεσβείας (1979-1981) υπήρξε από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές των φοιτητών που κρατούσαν τους ομήρους, φροντίζοντας να κόψει οριστικά κάθε διπλωματική γέφυρα με τον «Μεγάλο Σατανά».

Το ματωμένο δαχτυλίδι και η ανέλπιστη διαδοχή

Τον Ιούνιο του 1981, μια βόμβα κρυμμένη σε ένα μαγνητόφωνο κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε τζαμί της Τεχεράνης (έργο της αντιπολιτευόμενης οργάνωσης ΜΕΚ), εξερράγη, αφήνοντάς του μόνιμη παράλυση στο δεξί του χέρι.

Ο ίδιος, με απόλυτη ψυχρότητα, δήλωσε αργότερα: «Δεν θα χρειαστώ το χέρι. Αρκεί να λειτουργούν το μυαλό και η γλώσσα μου». Η απόπειρα του έδωσε το φωτοστέφανο του «ζωντανού μάρτυρα» και την ίδια χρονιά εξελέγη Πρόεδρος του Ιράν.

Έκτοτε, στο δεξί, νεκρό του χέρι, φορούσε μόνιμα ένα ογκώδες δαχτυλίδι με κόκκινο αχάτη. Ήταν μια σαφής επίδειξη εξουσίας: οι αξιωματούχοι που γίνονταν δεκτοί σε ακρόαση, όφειλαν, όπως λένε άνθρωποι από τον πυρήνα του που αυτομόλησαν από το καθεστώς, να σκύψουν και να το ασπαστούν.

Στη διάρκεια του αιματηρού πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980-1988) κι ενώ η Δύση εξόπλιζε τον Σαντάμ Χουσεΐν, κάνοντας τα στραβά μάτια στη χρήση χημικών όπλων, ο Χαμενεΐ παγίωσε τον ακραίο αντιαμερικανισμό του και την πύρινη ρητορική του.

Στο εσωτερικό, το καθεστώς εκμεταλλεύτηκε τον πόλεμο για να εξοντώσει κάθε αντιφρονούντα στις μαζικές εκτελέσεις του 1988. Το 1989, με τον θάνατο του Χομεϊνί, ο πρώην πρόεδρος Αλί Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί προώθησε παρασκηνιακά τον Χαμενεΐ για τη θέση του Ανώτατου Ηγέτη.

Επειδή στερούνταν των απαραίτητων ανώτατων θεολογικών τίτλων (δεν είχε καν τον βαθμό του Αγιατολάχ), το Σύνταγμα του Ιράν άλλαξε εν μια νυκτί. Ο άλλοτε φοβισμένος μαθητής, που στο συμβούλιο φαινόταν να παραδέχεται πως «δεν έχει τα προσόντα» τουλάχιστον πριν ο ρόλος κοπεί και ραφτεί στα μέτρα του, μόλις είχε καταλάβει τον απόλυτο θρόνο.

Χαβιάρι και Φρουροί

Γνωρίζοντας πως η νομιμοποίησή του ήταν θεολογικά ελλιπής, αντικατέστησε το πνευματικό κύρος με τον απόλυτο τρόμο. Μία από τις μεγαλύτερες ειρωνείες, ωστόσο, ήταν η ακλόνητη φιλοδοξία του να θεωρείται διανοούμενος.

Κάθε χρόνο διοργάνωνε στην κατοικία του «βραδιές ποίησης», όπου ποιητές διατάζονταν να απαγγείλουν στίχους που υμνούσαν την Επανάσταση, με τον ίδιο να τους διορθώνει φιλολογικά, καπνίζοντας την πανάκριβη πίπα του. Το σκηνικό θύμιζε θέατρο του παραλόγου: ο άνθρωπος που υπέγραφε τις εκτελέσεις συγγραφέων και τη φίμωση του Τύπου, υποδυόταν τον ευαίσθητο κριτικό λογοτεχνίας.

Παράλληλα, πίσω από την καλοστημένη βιτρίνα του ταπεινού κληρικού, επωαζόταν ο αχόρταγος μονάρχης. Χτίζοντας μια προσωπική οικονομική αυτοκρατορία δεκάδων δισεκατομμυρίων μέσω του σκιώδους ιδρύματος Setad, απολάμβανε αποκλειστικά το ακριβότερο χαβιάρι της Κασπίας, συγκέντρωνε σπάνια δαχτυλίδια και διατηρούσε προσωπικούς στάβλους με εκατοντάδες καθαρόαιμα άλογα, ναυλώνοντας ιδιωτικές πτήσεις για κτηνιάτρους από τη Δύση.

Την ίδια περίοδο, μετέτρεψε τους Φρουρούς της Επανάστασης από ιδεολογική στρατιωτική δύναμη σε ένα πανίσχυρο οικονομικό καρτέλ. Ο Χαμενεΐ είχε δημιουργήσει αυτό που κάθε απολυταρχικός ηγεμόνας ονειρεύεται. Ένα κράτος που δούλευε με οργανόγραμμα μαφίας, το οποίο ο ίδιος έλεγχε στον απόλυτο βαθμό.

Πυρηνικό πόκερ

Η άνοδος του λαϊκιστή, αρνητή του Ολοκαυτώματος και οριακά καλτ για το δυτικό τύπο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ στην εξουσία του Ιράν το 2005 αποτέλεσε το ιδανικό προπέτασμα καπνού. Ενώ το πρόσωπο του προέδρου συγκέντρωνε την οργή της Δύσης, ο Χαμενεΐ επιτάχυνε ανενόχλητος το κρυφό πυρηνικό πρόγραμμα.

Όταν όμως το 2009 εκατομμύρια Ιρανοί κατέβηκαν στους δρόμους με το μεταρρυθμιστικό «Πράσινο Κίνημα» ρωτώντας «Πού είναι η ψήφος μου;», ο Χαμενεΐ ένιωσε την απειλή. Έδωσε το χρίσμα στον γιο του, Μοτζταμπά, να συντονίσει την καταστολή.

Οι πολιτοφύλακες έπνιξαν την εξέγερση στο αίμα, σκοτώνοντας και βασανίζοντας χιλιάδες. Ο ανώτατος ηγέτης αποκάλεσε τους διαδηλωτές «ταραχοποιούς κατευθυνόμενους από ξένα κέντρα».

Ταυτόχρονα με την εξουσιομανία του εδραίωνε και κάποιες νέες συνήθειες που μπορεί να μην είχαν άμεσο αντίκτυπο στην πολιτική και θρησκευτική διοίκησή του, αλλά είναι ενδεικτικές του αισθήματος μεγαλείου που έτρεφε για τον εαυτό του.

Πίσω από τα κλειστά φώτα της οδού Παλαιστίνης, όπου διέμενε, ο ηγέτης είχε εξελιχθεί σε έναν βαθιά υποχόνδριο άνθρωπο. Διατηρούσε μια στρατιά από δοκιμαστές φαγητού και έπινε νερό μόνο από το αυστηρά ελεγχόμενο προσωπικό του απόθεμα.

Νωρίς τα πρωινά, πριν ο ήλιος χαράξει, ο Χαμενεΐ, φορώντας αθλητική φόρμα και ορειβατικά μποτάκια, περπατούσε στα μονοπάτια του βουνού Τοτσάλ.

Τον ακολουθούσε ένας αόρατος στρατός από ελεύθερους σκοπευτές, απομακρύνοντας βίαια τους ανυποψίαστους πολίτες που απλώς είχαν βγει για τζόκινγκ.

Ο άξονας της αντίστασης

Τη δεκαετία του ‘10 και με την ιρανική οικονομία να πνίγεται από τη θηλιά των διεθνών κυρώσεων, ο Χαμενεΐ κατάπιε την υπερηφάνειά του και ανέχτηκε –με μισή καρδιά– την ιστορική Συμφωνία για τα Πυρηνικά του 2015 επί προεδρίας του μετριοπαθούς Χασάν Ροχανί.

Δεν εγκατέλειψε όμως το μακιαβελικό του όραμα: να κρατήσει τον πόλεμο αυστηρά εκτός ιρανικών συνόρων, εξάγοντας τον θάνατο στις γειτονιές των άλλων.

Άδειασε τα κρατικά ταμεία για να γιγαντώσει τον λεγόμενο «Άξονα της Αντίστασης» –χρηματοδοτώντας τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι και τις σιιτικές πολιτοφυλακές– και αιματοκύλισε ανηλεώς τη Δαμασκό για να κρατήσει όρθιο τον Μπασάρ αλ-Άσαντ. Είχε μόλις χτίσει μια περιφερειακή αυτοκρατορία με πρώτη και αποκλειστική ύλη τον τρόμο.

Την ώρα βέβαια που το Ιράν αναλάμβανε ακόμα πιο σοβαρά το ρόλο του μεγάλου αποσταθεροποιητή της Μέσης Ανατολής, ο Χαμενεΐ ένιωθε το ίδιο του το σώμα να τον προδίδει. Έχοντας φτάσει στο σημείο να θεωρεί την προσωπική του υγεία απολύτως ταυτισμένη με την επιβίωση του κράτους, κάθε ιατρικό του δελτίο μετατρεπόταν σε ζήτημα εθνικής ασφαλείας.

Όταν το 2014 μπήκε στο χειρουργείο για επέμβαση καρκίνου του προστάτη, ο μηχανισμός προπαγάνδας έστησε ένα κωμικοτραγικό τηλεοπτικό σόου, για να την παρουσιάσει ως επέμβαση ρουτίνας.

Για τα επόμενα δέκα χρόνια, οι φήμες για τις μεταστάσεις της ασθένειάς του αναδείχθηκαν στο πιο καλά φυλαγμένο –και εμμονικά συζητημένο– μυστικό της Μέσης Ανατολής. Κάθε φορά που χανόταν για εβδομάδες από προσώπου γης, ο πλανήτης κρατούσε την ανάσα του, στοιχηματίζοντας για το τέλος του.

Και κάθε φορά, εκείνος επέστρεφε –εμφανώς πιο γερασμένος, πιο αδύναμος, με ένα χέρι παράλυτο και φωνή που συχνά έτρεμε– μόνο και μόνο για να εκτοξεύσει ακόμα μία λυσσαλέα, εμπρηστική απειλή εξολόθρευσης εναντίον του Ισραήλ και της Δύσης.

Η πτώση

Τον Σεπτέμβριο του 2022, η δολοφονία της Μάχσα Αμινί πυροδότησε την εξέγερση με κεντρικό σύνθημα το «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Την ώρα που το κράτος του εκτελούσε διαδηλωτές, η ίδια του η αδερφή, Μπαντρί, και η ανιψιά του, Φαριντέ, τον αποκήρυξαν δημόσια ως «αιμοσταγή δικτάτορα». Ο Χαμενεΐ διέταξε τη σύλληψη της ανιψιάς του.

Δύο χρόνια μετά το περιφερειακό του οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει. Τον Μάιο του ’24 ο σκληροπυρηνικός Πρόεδρος Εμπραχίμ Ραϊσί σκοτώθηκε σε συντριβή ελικοπτέρου και πέντε μήνες αργότερα ο στενός του σύμμαχος, Χασάν Νασράλα, εξοντώθηκε από το Ισραήλ. Τα πράγματα για τον Χαμενεΐ θα γίνονταν ακόμα χειρότερα. Η χρονιά έκλεισε με την οριστική πτώση του καθεστώτος του Άσαντ στη Συρία.

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, που επανέφερε την ακραία πολιτική «μέγιστης πίεσης», οδήγησε στο σφοδρό βομβαρδισμό των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων στον «Πόλεμο των 12 Ημερών» τον Ιούνιο.

Το τελειωτικό, εσωτερικό χτύπημα ήρθε τον Ιανουάριο του 2026. Η οικονομία κατέρρευσε περαιτέρω και οι Ιρανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους, αποφασισμένοι να τελειώσουν το καθεστώς. Ο Χαμενεΐ, διαισθανόμενος την απώλεια του ελέγχου, διέταξε άμεσο μπλακ-άουτ στο διαδίκτυο και έδωσε ρητές, αδιαπραγμάτευτες εντολές εξόντωσης στους Φρουρούς.

Το αποτέλεσμα ήταν μια ασύλληπτη, φρικτή σφαγή. Σύμφωνα με υπολογισμός που κανείς δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει σε ένα καθεστώς τόσο απομονωμένο και μυστιοκοπαθές πάνω από 30.000 διαδηλωτές δολοφονήθηκαν. Ήταν ο πιο αιματοβαμμένος και βάρβαρος απολογισμός στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.

Ένα απόλυτο αλλά διάτρητο καθεστώς

Πολλοί βρήκαν την κάθαρση του δράματος στο θάνατο του Χαμενεΐ που επιβεβαιώθηκε πριν από λίγες ώρες από το Ιράν. Άλλοι αναρωτιούνται για την επόμενη ημέρα που μοιάζει πιο άδηλη και αχαρτογράφητη από ποτέ.

Σε κάθε περίπτωση η απόλυτη ειρωνεία βρίσκεται στην ίδια τη φύση της εξόντωσής του Χαμενεΐ. Το χτύπημα απέδειξε πως ο παρανοϊκός μηχανισμός ασφαλείας του, το κράτος των Φρουρών για το οποίο θυσίασε τα πάντα, ήταν τελικά τόσο στεγανό όσο ένα σουρωτήρι.

Η βαθιά, απόλυτη διάτρηση του ιρανικού καθεστώτος από τους ξένους πράκτορες, μετέτρεψε τον άλλοτε «αόρατο» και πάνσοφο ηγέτη σε έναν γελοία εύκολο στόχο γεωεντοπισμού. Ο άνθρωπος που καμωνόταν στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του τον Θεό – έστω τον Αλάχ-, εξαλείφθηκε με το πάτημα ενός κουμπιού.

Ακόμα και μετά θάνατον πάντως ο Χαμενεΐ εξακολουθεί να καταπιέζει τους πολίτες του. Οι Ιρανοί, όπως ανακοινώθηκε από το κρατικό δίκτυο της χώρας, εισέρχονται σε μια περίοδο 40ημερου εθνικού πένθους για το θάνατο του ηγέτη τους. Είναι υποχρεωμένοι να θρηνήσουν τον ίδιο τους το δήμιο.

Ακόμα και νεκρός, θαμμένος κάτω από τα υλικά της απολυταρχικής αυτοκρατορίας που ο ίδιος έχτισε, ο Αλί Χαμενεΐ αρνείται να τους αφήσει ήσυχους. Ακόμα και νεκρός παραμένει ένας απόλυτος, αμετανόητος δικτάτορας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version