Λίγο μετά τις 03:00 τα ξημερώματα της Παρασκευής (τοπική ώρα), η κρατική τηλεόραση του Πακιστάν διέκοψε το πρόγραμμά της μεταδίδοντας έκτακτο «κόκκινο συναγερμό», καθώς η κλιμακούμενη ένταση μεταξύ Ισλαμαμπάντ και Καμπούλ περνούσε σε ανοιχτή στρατιωτική φάση.
Οι πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν την έναρξη της επιχείρησης «Γκαζάμπ λιλ-Χακ» («Δίκαιη Οργή», στα ουρντού), σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν. Η επίθεση του πυρηνικά εξοπλισμένου Πακιστάν κατά του δυτικού γείτονά του, του Αφγανιστάν, ξεκίνησε με αεροπορικά πλήγματα εναντίον «καίριων στρατιωτικών εγκαταστάσεων του καθεστώτος των Αφγανών Ταλιμπάν», όπως μετέδωσε το PTV News.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο υπουργός Άμυνας του Πακιστάν, Χουάτζα Μοχάμεντ Ασίφ, με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, διατύπωσε το σκεπτικό της Ισλαμαμπάντ για την προσφυγή στη στρατιωτική ισχύ. Κατηγόρησε τους Ταλιμπάν ότι «μετέτρεψαν το Αφγανιστάν σε αποικία της Ινδίας» και ότι «εξάγουν τρομοκρατία», καταλήγοντας στη φράση: «Τώρα υπάρχει ανοιχτός πόλεμος μεταξύ μας».
Με τη δήλωσή του, ο Ασίφ συμπύκνωσε τις βασικές γεωστρατηγικές ανησυχίες του Ισλαμαμπάντ: την ενδεχόμενη εμβάθυνση των σχέσεων μεταξύ των Ταλιμπάν και της Ινδία —παραδοσιακού αντιπάλου του Πακιστάν— καθώς και τη διαχρονική αντιπαράθεση για την επιρροή στο Αφγανιστάν μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων.
Κλιμάκωση μετά από μήνες έντασης
Ο «ανοιχτός πόλεμος» της Παρασκευής αποτελεί κορύφωση μιας παρατεταμένης περιόδου διπλωματικών τριβών και διασυνοριακών επεισοδίων κατά μήκος των 2.600 χιλιομέτρων συνόρων. Το Ισλαμαμπάντ κατηγορεί το καθεστώς των Ταλιμπάν στην Καμπούλ ότι παρέχει καταφύγιο σε ένοπλες οργανώσεις που δρουν κατά του πακιστανικού κράτους· οι Ταλιμπάν απορρίπτουν τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η ασφάλεια στο Πακιστάν αποτελεί εσωτερική του υπόθεση.
Οι σχέσεις των δύο πλευρών υπήρξαν στο παρελθόν στενές. Μετά την ανατροπή του πρώτου καθεστώτος των Ταλιμπάν το 2001 από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πακιστάν κατηγορήθηκε ότι φιλοξενούσε ηγετικά στελέχη και μαχητές του κινήματος. Η επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, τον Αύγουστο του 2021, αρχικά εκλήφθηκε στο Ισλαμαμπάντ ως ευκαιρία εμβάθυνσης της συνεργασίας. Ωστόσο, η προσδοκία αυτή δεν επιβεβαιώθηκε.
Κεντρικό αγκάθι παραμένει η διαφιλονικούμενη Γραμμή Ντουράντ, το αποικιακής προέλευσης σύνορο που χαράχθηκε το 1893 και ουδέποτε αναγνωρίστηκε επισήμως από την Καμπούλ. Το ζήτημα διαπερνά τις παστούνικες κοινότητες εκατέρωθεν των συνόρων και αποτελεί διαχρονική πηγή έντασης.
Τρομοκρατικές επιθέσεις και αποτυχημένες διαπραγματεύσεις
Η άμεση αφορμή για την κλιμάκωση αποδίδεται στην έξαρση επιθέσεων το τελευταίο έτος. Σύμφωνα με τη South Asian Terrorism Portal, το Πακιστάν κατέγραψε τουλάχιστον 1.070 βίαια περιστατικά το προηγούμενο έτος —συμπεριλαμβανομένων βομβιστικών επιθέσεων— με σχεδόν 4.000 νεκρούς, καθιστώντας το την πλέον αιματηρή χρονιά της τελευταίας δεκαετίας.
Συνομιλίες που διεξήχθησαν στη Ντόχα τον Οκτώβριο κατέληξαν σε 48ωρη εκεχειρία, η οποία κατέρρευσε λίγες ώρες μετά τη λήξη της. Ακολούθησαν νέοι γύροι διαπραγματεύσεων, χωρίς απτό αποτέλεσμα, ενώ στο τραπέζι είχαν τεθεί η εφαρμογή της εκεχειρίας, η σύσταση κοινής επιτροπής για τη Γραμμή Ντουράντ και το άνοιγμα εμπορικών περασμάτων.
Ο παράγοντας Ινδία και η λογική των «πληρεξουσίων»
Η επιδείνωση των σχέσεων συνδέεται και με την προσέγγιση των Ταλιμπάν με την Ινδία, με την οποία το Πακιστάν έχει μακρά αντιπαράθεση για το Κασμίρ. Σε συνέντευξή του στο FRANCE 24, ο Ασίφ έκανε λόγο για «πόλεμο δι’ αντιπροσώπων», υποστηρίζοντας ότι η Ινδία, σε συνεργασία με την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, υποδαυλίζει την αποσταθεροποίηση εντός Πακιστάν — ισχυρισμό που το Νέο Δελχί απορρίπτει.
Παράλληλα, το Ισλαμαμπάντ κατηγορεί την Καμπούλ ότι παρέχει καταφύγιο σε μαχητές της οργάνωσης Tehreek-e-Taliban Pakistan (TTP), η οποία δρα εντός πακιστανικού εδάφους και θεωρείται τρομοκρατική.
Ασύμμετρη στρατιωτική ισχύς
Η στρατιωτική ισορροπία μεταξύ των δύο πλευρών είναι εμφανώς άνιση. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, το Πακιστάν διαθέτει περισσότερους από 600.000 εν ενεργεία στρατιώτες, άνω των 6.000 τεθωρακισμένων οχημάτων και περισσότερα από 400 μαχητικά αεροσκάφη, καθώς και πυρηνικό οπλοστάσιο.
Οι δυνάμεις των Ταλιμπάν εκτιμώνται σε περίπου 172.000 μαχητές. Αν και μετά την εικοσαετή αμερικανική παρουσία στο Αφγανιστάν έχουν περιέλθει στην κατοχή τους στρατιωτικά μέσα, δεν διαθέτουν συγκρίσιμη αεροπορική ισχύ.
Η ανισορροπία αυτή τροφοδοτεί φόβους για μετάβαση σε μορφές ασύμμετρου ή ανορθόδοξου πολέμου. Ανταποκριτές διεθνών μέσων στο Ισλαμαμπάντ μεταδίδουν ότι κυριαρχεί ανησυχία για ενδεχόμενη κλιμάκωση τρομοκρατικών επιθέσεων σε μεγάλα αστικά κέντρα, ως απάντηση στην πακιστανική στρατιωτική επιχείρηση.
