«Για πολλά χρόνια, η αδυναμία του δισεκατομμυριούχου Τζέφρι Επστάιν στα έφηβα κορίτσια ήταν κοινό μυστικό στην υψηλή κοινωνία του Παλμ Μπιτς στη Φλόριντα και στο Upper East Side του Μανχάταν. Τα media αγνοούσαν επιδεικτικά τις αστοχίες του συστήματος δικαιοσύνης, και οι φίλοι και συνεργάτες του Επστάιν προσπερνούσαν τις κατηγορίες σαν να μην υπήρχαν».
Με αυτές τις λέξεις, η 65χρονη σήμερα Τζούλι Μπράουν επέλεξε το φθινόπωρο του 2018 να ξεκινήσει την αφήγηση της για την πιο σκοτεινή σελίδα της αμερικανικής, αλλά όχι μόνο, ελίτ. Η ρεπόρτερ που ανήκει από το 2000 στο δυναμικό της εφημερίδας Miami Herald δεν περιέγραφε απλώς ένα έγκλημα. Αλλά ένα πλέγμα συλλογικής ενοχής.

Καθώς ο αποχαρακτηρισμός των εγγράφων της υπόθεσης Επστάιν επανέφερε την υπόθεση στον αφρό της επικαιρότητας, tovima.gr επικοινώνησε για μία συνέντευξη με την Αμερικανίδα δημοσιογράφο. Όμως ο χρόνος της ειδικά σε αυτή τη χρονική συγκυρία είναι περιορισμένος. Παρά την αδυναμία της ανταποκριθεί, η ιστορία της είναι από εκείνες που αξίζει να γνωρίζει κανείς.
Ο Επστάιν στο απυρόβλητο
Στο Παλμ Μπιτς, εκείνη τη στενή λωρίδα γης όπου το χρήμα επιδεικνύεται στο βελούδο των καθισμάτων των Rolls-Royce, οι οποίες ακόμα κυκλοφορούν χωρίς να προκαλούν έκπληξη ή θυμηδία, αλλά και στο ύψος της περίφραξης των απόρθητων επαύλεων, η ηθική μοιάζει να έχει τη δική της μονάδα μέτρησης.
Οι χορηγίες και οι φιλανθρωπίες, οι δεξιώσεις και οι ελεημοσύνες με κοσμικό περιτύλιγμα αρκούν για να εξαγοράζουν κοινωνική αποδοχή και θεσμική ανοχή.
Εκεί, ο Τζέφρι Επστάιν —ένας άνθρωπος που συνέλεγε πολιτικούς, επιχειρηματίες, επιστήμονες, γαλαζοαίματους και διασημότητες όπως άλλοι συλλέγουν γραμματόσημα— υπήρξε ο ιδανικός πρωταγωνιστής.
Κανείς δε δικαιούταν – ή μάλλον κανείς δεν τολμούσε- να τον ρωτήσει από πού προέρχονταν τα ανεξάντλητα χρήματά του, μα πάνω απ’ όλα από πού προέρχονταν (και πού κατέληγαν) τα δεκάδες κορίτσια που τον περιστοίχιζαν. Μέχρι που εμφανίστηκε μια αποφασισμένη και μαχητική – δηλαδή σχεδόν είδος υπό εξαφάνιση- δημοσιογράφος από την εφημερίδα Miami Herald.
Ρεπόρτερ εναντίον συστήματος
Τα προγνωστικά ήταν εναντίον της. Άλλωστε μιλάμε για μια γυναίκα εναντίον ενός πανίσχυρου τότε άνδρα. Για μια μητέρα από τη Φιλαδέλφεια που αποφάσισε να απογυμνώσει την αλήθεια για έναν άνθρωπο που έπαιζε σφαλιάρες με πρώην και μελλοντικούς προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για μια ρεπόρτερ που οδηγούσε ένα παλιό αυτοκίνητο και σημείωνε τις πληροφορίες της χειρόγραφα σε μπλοκάκια απέναντι σε έναν τύπο που περιβαλλόταν από ένα προστατευτικό δίχτυ από νομικούς, δημοσιοσχετίστες, λομπίστες και πάει λέγοντας.
Η Μπράουν δεν ήταν ποτέ η σταρ-δημοσιογράφος των μεγάλων δικτύων της Νέας Υόρκης. Δεν ανήκει στη φυλή που απολαμβάνει το μαρτίνι της στα στέκια του Upper East Side ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις με την ελίτ που υποτίθεται ότι ελέγχει.
Η καριέρα της ξεκίνησε στην Philadelphia Daily News, μια εφημερίδα που την έμαθε την κλισέ αλλά απαραίτητη αλήθεια: ότι η δημοσιογραφία γίνεται στο πεζοδρόμιο.

Πριν το όνομά της συνδεθεί με την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του κοινού και των αρχών για την υπόθεση Επστάιν και την πτώση του, η Μπράουν είχε ήδη προκαλέσει με τη σειρά ρεπορτάζ Cruel and Unusual (Σκληρή και Απάνθρωπη). Το 2014 είχε αποκαλύψει τη διαφθορά και το μοτίβο κακοποίησης στο σωφρονιστικό κατάστημα της Φλόριντα. Με την έρευνά της είχε πετύχει την απομάκρυνση υπαλλήλων από τις φυλακές και κάποιες νομοθετικές παρεμβάσεις.
Γκουγκλάροντας τον Επστάιν
Όταν ξεκίνησε την έρευνα για τον Επστάιν το 2017, η Miami Herald δεν ήταν πια ο κολοσσός του παρελθόντος. Ήταν ένα μέσο σε οικονομική ασφυξία. Η ίδια ζούσε με τον διαρκή φόβο της απόλυσης. «Ήμουν μόνιμα χρεωμένη», είχε πει αργότερα. Ίσως γι’ αυτό κατανόησε τα θύματα καλύτερα από τον καθένα. Είδε ότι επρόκειτο για παιδιά παγιδευμένα σε ένα σύστημα δομημένης εκμετάλλευσης.

Η Μπράουν μπήκε στην έρευνα της υπόθεσης το 2017. Αρχικά αναζητούσε θέματα σχετικά το trafficking, όμως το όνομα του Επστάιν εμφανιζόταν διαρκώς μπροστά της. Σαν φάντασμα. «Γιατί αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορεί ελεύθερος;» αναρωτήθηκε. Η απάντηση που έπαιρνε από συναδέλφους και προϊσταμένους ήταν αποκαρδιωτική: «Άστο, είναι παλιά ιστορία», της έλεγαν. «Ο τύπος είναι πολύ ισχυρός, κανείς δεν νοιάζεται».
Δεν πτοήθηκε. Ξεκίνησε με έναν χάρτη της Φλόριντα και διασχίζοντας χιλιόμετρα με το παλιό της αυτοκίνητο. Εντόπισε αρχικά οκτώ θύματα. Τέσσερις μίλησαν επώνυμα. Περιέγραψαν ένα πυραμιδικό σύστημα στρατολόγησης, όπου τα θύματα ωθούνταν να προσελκύσουν άλλα κορίτσια, αναπαράγοντας έναν φαύλο κύκλο φόβου, εξάρτησης και ενοχής.

Ως κομβικό πρόσωπο αυτού του πολυδαίδαλου δικτύου υπέδειξαν την Γκιλέν Μάξγουελ, κόρη του αείμνηστου Βρετανού μεγιστάνα των media Ρόμπερτ Μάξγουελ. Ήταν επίσης εκείνη που εκπαίδευε τα κορίτσια για να ικανοποιούν τον Επστάιν.
Η έρευνα της Μπράουν μοιραία έφτασε έως το 2008. Τότε ο Επστάιν είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ποινή και μεταχείριση δυσανάλογη των κατηγοριών για κακοποίηση ανηλίκων που τον βάραιναν.
Η ποινή-χάδι του 2008
Τη μυστική συμφωνία είχε ενορχηστρώσει ο τότε ομοσπονδιακός εισαγγελέας Αλεξάντερ Ακόστα, ο οποίος του επέτρεψε να δηλώσει ένοχος για μια υποβαθμισμένη κατηγορία πολιτειακού επιπέδου, που αντιμετώπιζε τη συστηματική κακοποίηση ανηλίκων σαν απλή υπόθεση σεξουαλικής συναλλαγής.
Ο Επστάιν έμεινε στη φυλακή για μόλις 13 μήνες και μάλιστα σε μια ιδιωτική πτέρυγα όπου η πόρτα του κελιού έμενε ανοιχτή το βράδυ. Είχε ακόμα εξασφαλίσει το δικαίωμα να βγαίνει καθημερινά για να «εργάζεται» στο γραφείο του.

Το πιο εξοργιστικό στοιχείο αυτής της νομικής παρωδίας ήταν ότι η συμφωνία χάριζε ασυλία σε όλους τους πιθανούς συνεργούς του—έναν όρο νομικά πρωτοφανή, που ουσιαστικά προστάτευε όλο το δίκτυο των ισχυρών φίλων του, συμπεριλαμβανομένης της Μάξγουελ.
Τον Νοέμβριο του 2018, η Miami Herald ξεκίνησε να δημοσιεύει τη σειρά άρθρων Perversion of Justice (Η Στρέβλωση της Δικαιοσύνης). Η Μπράουν έγραψε δεκάδες κείμενα, αδιαφορώντας για τις απειλές και την ολιγωρία των αρχών. Στην πραγματικότητα ξεκίνησε μέσα από το ρεπορτάζ της να ανατέμνει ένα σύστημα παραδομένο στη σήψη.
Ο ασκός του Αιόλου
Η επίδραση των αποκαλύψεών της ήταν καταιγιστική. Ο Αλεξάντερ Ακόστα που πλέον αναπαυόταν στην καρέκλα του Υπουργού Εργασίας στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Η Μπράουν απέδειξε ότι η συμφωνία του 2008 ήταν παράνομη, καθώς οι εισαγγελείς είχαν σκόπιμα κρατήσει τα θύματα στο σκοτάδι, παραβιάζοντας τον ομοσπονδιακό νόμο. Υπό το βάρος των αποκαλύψεων ο Ακόστα υπέβαλε την παραίτησή του.
Τον Ιούλιο του 2019 κι ενώ εκείνη συνέχιζε να φέρνει στο φως άγνωστες ιστορίες και πτυχές του εγκληματικού δικτύου ο Επστάιν συνελήφθη στο αεροδρόμιο Τετέρμπορο του Νιου Τζέρσεϊ, επιστρέφοντας από το Παρίσι. Το απροσπέλαστο τείχος προστασίας του είχε γκρεμιστεί από τη ρεπόρτερ μιας τοπικής εφημερίδας που πάλευε για την επιβίωσή της. Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς της Νέας Υόρκης δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν τα στραβά μάτια.

Ωστόσο, η ιστορία πήρε μια σκοτεινή και αναμενόμενα κυνική τροπή τον Αύγουστο του 2019, όταν ο Επστάιν βρέθηκε νεκρός στο κελί του στο Metropolitan Correctional Center της Νέας Υόρκης. Επίσημη αιτία: αυτοκτονία.
Αλλά η Μπράουν δε σιώπησε. Στο βιβλίο της Perversion of Justice, αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην αποδόμηση της επίσημης εκδοχής του θανάτου του, αναλύοντας τις ασυνέπειες, τα πρωτόκολλα που αγνοήθηκαν και τα κενά ασφαλείας που, σωρευτικά, γεννούν εύλογα ερωτήματα για το αν η αυτοκτονία ήταν πράγματι το τέλος ή απλώς η πιο βολική εκδοχή του.
Ακόμα και νεκρός, ο Επστάιν ήταν να σαν να συνέχιζε να χειραγωγεί την αλήθεια.
Δημοσιογραφία παλαιάς κοπής
Η αναγνώριση για την Μπράουν ήρθε τελικά όχι μόνο με βραβεύσεις, όπως το George Polk Award, αλλά και με την ένταξή της στη λίστα του περιοδικού TIME με τους 100 πιο επιδραστικούς ανθρώπους στον κόσμο για το 2020. Το κείμενο για εκείνη υπέγραψε o δημοσιογράφος Ρόναν Φάροου, γιος της Μία Φάροου και του Γούντι Άλεν που συνέβαλε καθοριστικά στην αποκάλυψη του σκανδάλου Γουαϊνστάιν.

«Πολλοί ρεπόρτερ θεωρούσαν τις διασυνδέσεις του Επστάιν με πρόσωπα όπως ο Μπιλ Κλίντον και ο Ντόναλντ Τραμπ μια “υποσχόμενη ιστορία”, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τον ίδιο τον Επστάιν ως “παλιά είδηση”. Όμως, το ρεπορτάζ της Τζούλι απέδειξε ότι οι κατήγοροί του άξιζαν να εισακουστούν ουσιαστικά και τα εγκλήματά του να αποκαλυφθούν σε όλο τους το βάθος. Η Τζούλι έβαλε την ενσυναίσθηση πάνω από το κυνήγι των εντυπωσιακών τίτλων, με σεισμικό αντίκτυπο», έγραψε ο Φάροου.
Σε έναν κόσμο γεμάτο influencers, πληρωμένες καταχωρήσεις και σοσιαλμιντιακά βίντεο που (χαρο)παλεύουν να χωρέσουν την είδηση σε 15 δευτερόλεπτα, η Μπράουν υπενθύμισε κάτι κάποτε αυτονόητο, διαχρονικά θεμελιώδες: ότι η δημοσιογραφία είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αναμάσημα, copy paste και δημόσιες σχέσεις.
