Κύκλος Ιδεών: Οι προϋποθέσεις και το βάθος των αλλαγών στο Σύνταγμα

Ακτινογραφία μιας πρωτοβουλίας που ξεκινά με έλλειμμα εμπιστοσύνης.

Κύκλος Ιδεών: Οι προϋποθέσεις και το βάθος των αλλαγών στο Σύνταγμα

Μόλις μία εβδομάδα μετά το σήμα του Πρωθυπουργού για την εκκίνηση της συνταγματικής αναθεώρησης, οι διεργασίες έχουν ήδη ανάψει. Σε αυτό το πεδίο, ο Κύκλος Ιδεών παρενέβη θέτοντας τις δικές του θεσμικές παραμέτρους. Το απόγευμα της Δευτέρας στο King George, η «αφρόκρεμα» της συνταγματικής κοινότητας έδωσε το παρών σε μια συζήτηση που ξεπέρασε τον επετειακό χαρακτήρα για τα 50 χρόνια του Συντάγματος, θέτοντας επί τάπητος το πραγματικό βάθος των αλλαγών που δρομολογούνται στον καταστατικό χάρτη της χώρας.

Τον τόνο της συζήτησης έδωσε ο Ευάγγελος Βενιζέλος λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών, τοποθετούμενος με αιχμηρό τρόπο για τη στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης υπουργών.

«Η κυβέρνηση μας είπε σήμερα ότι αφού συγκάλυψε τις ευθύνες των υπουργών της στις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και των Τεμπών, καταστρατηγώντας το άρθρο 86, τώρα είναι έτοιμη να διαμορφώσει μία τέλεια διάταξη του άρθρου 86, που δεν θα μπορεί να την παραβιάσει και να την καταστρατηγεί», σημείωσε ο κ. Βενιζέλος. Υποστήριξε ότι η κοινωνία αξιώνει, και ορθά, τη ριζική αλλαγή της διάταξης καθώς «πρέπει να ελεγχθούν στην επόμενη βουλευτική περίοδο πολύ συγκεκριμένες ευθύνες της παρούσας κυβέρνησης», ενώ υπενθύμισε ότι το 2019 η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας είχε τη δυνατότητα να διαμορφώσει τη διάταξη αυτή όπως ήθελε, αλλά «άφησε την ευκαιρία αυτή να περάσει».

Τον λόγο πήρε αρχικά ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, εισηγητής της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ο οποίος σημείωσε πως η ενδεικτική αναφορά του Πρωθυπουργού σε συγκεκριμένα άρθρα «εκδηλώνει την πρόθεσή του για μια ευρεία και γενναία αναθεώρηση, εφόσον αυτό κριθεί σκόπιμο και αναγκαίο». Υπεραμύνθηκε της στιγμής που επελέγη η εκκίνηση της διαδικασίας, ώστε να υπάρχει «επαρκής χρόνος περισυλλογής και να καταλήξουμε με νηφαλιότητα στο τι πρέπει να αλλάξει, αλλά και τι όχι», σημειώνοντας ότι στη διαδικασία αυτή «δοκιμάζεται η ωριμότητα όλου του πολιτικού συστήματος, αλλά και των πολιτικών κομμάτων και βουλευτών να παρουσιάσουν καινοτόμες ιδέες».

Ο κ. Στυλιανίδης υπογράμμισε πως η ανθεκτικότητα του ελληνικού Συντάγματος «δοκιμάστηκε με επιτυχία κατά την κρίση χρέους, αλλά και κατά την πανδημία, όπου το καθεστώς εξαίρεσης λειτούργησε αποτελεσματικά». Ζήτησε μια πρωτοβουλία που θα «εναρμονίζει έξυπνα το εθνικό Σύνταγμα με τη διεθνή έννομη τάξη, χωρίς να αλλοιώνει τον σκληρό αξιακό του πυρήνα», ενώ κατέληξε με την έκκληση η Επιτροπή Αναθεώρησης της προτείνουσας Βουλής «να αρθεί πάνω από τις τρέχουσες μικροκομματικές αντιπαραθέσεις και να αποφασίσει έναν νέο καταστατικό χάρτη με το βλέμμα στις επόμενες γενιές και όχι στις επόμενες εκλογές».

«Πτώση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη»

Το κλίμα δυσπιστίας της κοινωνίας έθεσε με ένταση ο Νίκος Αλιβιζάτος, προειδοποιώντας ότι «εάν δεν σφάλουν τρομερά οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, στις προσεχείς εκλογές θα έχουμε ρεκόρ αποχής και ρεκόρ ποσοστού στα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα». Εξήγησε ότι οι αιτίες διαφέρουν από χώρα σε χώρα, όμως στην Ελλάδα «ο κόσμος πιστεύει ότι οι πολιτικοί δεν λογοδοτούν, ότι η κυβερνώσα πλειοψηφία τα παίρνει όλα και ελέγχει τα πάντα». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Φίλιππος Σπυρόπουλος διέγνωσε «μια στιγμή δυσπιστίας προς ορισμένους θεσμούς, οι οποίοι φαίνεται ότι δεν λειτουργούν έτσι όπως θα θέλαμε», εντοπίζοντας «πτώση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη, αλλά και μια πτώση της εμπιστοσύνης στη Βουλή με το θέμα της δίωξης των υπουργών». Τόνισε ότι «τα θέματα αυτά πρέπει να αλλάξουν» καθώς υπάρχει «δυσλειτουργία σε αυτούς τους θεσμούς», ενώ ζήτησε ρητά να αλλάξει και ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Η συζήτηση πέρασε στη σχέση εθνικού και υπερεθνικού δικαίου, με τον Σπύρο Βλαχόπουλο να επισημαίνει ότι «το διεθνές και το ενωσιακό δίκαιο έχουν εισχωρήσει βαθιά στο συνταγματικό δίκαιο», φέροντας ως πρόσφατο παράδειγμα την απόφαση του ΣτΕ για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, αλλά και την απόφαση του ΕΔΔΑ για την ασυλία των βουλευτών.

Ωστόσο, διευκρίνισε ότι υπάρχουν ζητήματα που δεν είναι ενωσιακού δικαίου, τονίζοντας: «Δεν μας επιβάλλει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πώς θα επιλέγουμε την ηγεσία της Δικαιοσύνης, πώς θα επιλέγουμε τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών, το θέμα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και τον τρόπο αναθεώρησης του Συντάγματος». Μίλησε για την ανάγκη να μην ξεχνάμε τη σημασία του εθνικού Συντάγματος μέσα στον «πολυεπίπεδο συνταγματισμό» και το «επαυξημένο Σύνταγμα».

Η Λίνα Παπαδοπούλου συμπλήρωσε πως το εθνικό Σύνταγμα έχει σημασία «σε εκείνα τα σημεία που δεν διέπονται από το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο», χαρακτήρισε όμως το άρθρο που αφορά την αναθεώρηση «δύσκαμπτο» και ζήτησε την επίσπευση των διαδικασιών, καθώς «σε μια εποχή που τα πάντα τρέχουν με απίστευτες ταχύτητες, θα πρέπει κι εμείς να επισπεύσουμε».

Στο κρίσιμο ζήτημα της ίδιας της αναθεώρησης του Συντάγματος, ο Ξενοφών Κοντιάδης άσκησε σκληρή κριτική, υπενθυμίζοντας ότι στην αναθεώρηση του 2019 η ΝΔ επέβαλε την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας με απλή πλειοψηφία, παρά τις διαφορετικές αντιλήψεις των κομμάτων. «Θέλουμε μεγαλύτερες και όχι εναλλακτικές πλειοψηφίες. Χρειαζόμαστε μια άλλη διάταξη για το άρθρο 110», τόνισε, σημειώνοντας πως ακόμη και οι 180 ψήφοι που προβλέπονται είναι λιγότερες από τις 200 που απαιτούνται για την άμεση εφαρμογή εκλογικού νόμου. Υποστήριξε επιπλέον ότι «οι όροι νηφάλιας συζήτησης για την αναθεώρηση δεν υπάρχουν», καθώς η κυβέρνηση «έχει καταστρατηγήσει συστηματικά το Σύνταγμα» και δεν έχει εφαρμόσει πλήρως ούτε την προηγούμενη αναθεώρηση, όπως τη δημοσίευση εκτελεστικού νόμου για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία.

«Επιτηδευμένα αποφασίζει την πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου»

Ακολούθησε αναλυτική τοποθέτηση για τα όρια της αναθεωρητικής εξουσίας. Ο Νίκος Παπασπύρου υπενθύμισε τη συζήτηση του 2018/19, υποστηρίζοντας ότι η Προτείνουσα Βουλή μπορεί να δεσμεύσει την αναθεωρητική ως προς το θεματικό αντικείμενο, «όχι όμως ως προς το πώς θα «γεμίσει το κουτάκι» αυτού του αντικειμένου», ενώ θεώρησε εύλογο η αντιπολίτευση να μη δώσει θετική ψήφο μετά τις πρόσφατες εμπειρίες. Ο Κώστας Χρυσόγονος ξεκαθάρισε ότι «η αναθεωρητική αρμοδιότητα δεν είναι μεταβιβάσιμη» στην μεθεπόμενη Βουλή, υπενθυμίζοντας το προηγούμενο της «Βουλής της μιας ημέρας» του 2012 και τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει κανένα περιθώριο ούτε να διαλυθεί η Βουλή πριν συγκροτηθεί σε σώμα, ούτε να μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα».

Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος πρόσθεσε πως δογματικά η άρνηση των αρχηγών για κυβέρνηση συνασπισμού αποτελεί «ένα είδος αυτοδιάλυσης της Βουλής» και αν το πολιτικό σύστημα «επιτηδευμένα αποφασίζει την πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου», τότε «ουσιαστικά ματαιώνει την αναθεώρηση». Ακολούθως, η Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα υποστήριξε ότι η διαδικασία αναθεώρησης μπορεί να αλλάξει, καθώς δεν αναφέρεται ρητά ως μη αναθεωρήσιμη, ούτε η αλλαγή της προσκρούει στη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

Στον δεύτερο κύκλο παρεμβάσεων, ο Ευριπίδης Στυλιανίδης ζήτησε επαναξιολόγηση του άρθρου 86 για να βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στην «απόλυτη ατιμωρησία των πολιτικών, η οποία γεννά την απέχθεια των πολιτών προς τα κοινά» και την «απόλυτη τιμωρητικότητα που ποινικοποιεί την πολιτική ζωή», ζητώντας ενίσχυση της δικαστικής εξουσίας χωρίς ακύρωση της «ασπίδας» του Κοινοβουλίου. Για την παιδεία, τόνισε ότι η Ελλάδα πρέπει να σπάσει το «κρατικό μονοπώλιο» καθώς έχει καταστεί «διεθνής νησίδα εκπαιδευτικής απομόνωσης και παγκόσμια πρωταθλήτρια εξόριστων επιστημόνων». Για τη Δικαιοσύνη πρότεινε «πιο ενεργή συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας τους», σημειώνοντας όμως ότι «καμία εξουσία δεν μπορεί να είναι αυτεξούσια», ενώ για το άρθρο 103 υπογράμμισε ότι «η επανίδρυση του κράτους δεν διατάσσεται», αλλά απαιτεί «έξυπνα οργανογράμματα, διαρκή επιμόρφωση, σοβαρή και συνεχή αξιολόγηση».

«Έχει χάσει κάθε πρακτικό αντίκτυπο»

Ο Νίκος Αλιβιζάτος επανήλθε στην ευθύνη υπουργών, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα «εξαίρεση δακτυλοδεικτούμενη» στην Ευρώπη, καθώς σε καμία άλλη χώρα η ποινική διαδικασία δεν εξαρτάται από αμιγώς πολιτικό σώμα. «Δεν μπορεί η Βουλή να αποφασίζει, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, αν θα παραπεμφθεί ένας υπουργός», τόνισε. Στο ζήτημα του άρθρου 16, ο Σπύρος Βλαχόπουλος παρατήρησε ότι μετά τον νόμο για τα μη κρατικά πανεπιστήμια η συζήτηση «έχει χάσει κάθε πρακτικό αντίκτυπο», αλλά το στοίχημα παραμένει αν μπορεί ένας ιδιώτης στην Ελλάδα «αυτοτελώς να ιδρύσει πανεπιστήμιο» και υπό ποιες συνταγματικές εγγυήσεις θα διασφαλίζεται η «επί ίσοις όροις δραστηριοποίηση των δημόσιων πανεπιστημίων». Η Λίνα Παπαδοπούλου πρότεινε τα δημόσια πανεπιστήμια να γίνουν «νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης», καθώς ως ΝΠΔΔ μοιάζουν με «δυσκίνητους γραφειοκρατικούς δεινοσαύρους» που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τα ιδιωτικά.

Ο Κώστας Χρυσόγονος εμφανίστηκε ιδιαίτερα σκεπτικός απέναντι στην πρόταση για «φρένο χρέους», σημειώνοντας ότι τέτοια συστήματα «έχουν θεσμοθετηθεί σε χώρες οι οποίες διαθέτουν συνταγματικά δικαστήρια, όπως η Γερμανία». Προειδοποίησε ότι η μεταφορά ενός τέτοιου μοντέλου στην Ελλάδα γεννά το ερώτημα για το ποιες θα είναι οι συνέπειες αν ο προϋπολογισμός παραβιάσει το όριο. «Θα έχουμε διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο από τα Μονομελή Πρωτοδικεία; Θα καταλήξουμε σε έναν τραγέλαφο», τόνισε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως αυτές οι ρήτρες είναι διατυπωμένες με «γριφώδη τρόπο» που «ακόμη και από εξειδικευμένους οικονομολόγους δεν μπορούν αυτές να ερμηνευτούν, πολλώ δε μάλλον από δικαστές».

«Η γυναίκα του Καίσαρα μπορεί να είναι τίμια, πλην όμως δεν φαίνεται επαρκώς τίμια»

Στο μείζον ζήτημα της Δικαιοσύνης, ο Ξενοφών Κοντιάδης υπογράμμισε ότι η επιλογή της ηγεσίας είναι από τα σοβαρότερα θέματα, προκαλώντας μάλιστα υποδείξεις από διεθνή φόρα, όπως η Επιτροπή της Βενετίας και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παρατήρησε ότι το υφιστάμενο μοντέλο πάσχει, καθώς «η γυναίκα του Καίσαρα μπορεί να είναι τίμια, πλην όμως δεν φαίνεται επαρκώς τίμια», γεγονός που εντείνει την κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών. Πρότεινε ως ενδεδειγμένο ένα μοντέλο επιλογής απευθείας από τις Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων, «χωρίς την παρέμβαση κάποιου άλλου οργάνου». Μάλιστα, έκανε λόγο για «υποκρισία» στη δήλωση του Πρωθυπουργού, εξηγώντας ότι αν και προβλέπεται από τον Αύγουστο του 2024 η δυνατότητα των Ολομελειών να εκφέρουν γνώμη, η κυβέρνηση δεν επέλεξε τα πρόσωπα που υποδείχθηκαν. «Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να εκφέρεται γνώμη, αλλά να υπάρχουν δεσμεύσεις», κατέληξε.

Για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος χαρακτήρισε ως «πρωτότυπη σκέψη» την πρόταση για εξαετή θητεία χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, σημειώνοντας ότι σε όλα τα προεδρικά, ημιπροεδρικά ή κοινοβουλευτικά συστήματα «υπάρχει πάντοτε δικαίωμα επανεκλογής». Πρότεινε ένα σύστημα τριών ψηφοφοριών (200, 200 και 180 ψήφων), το οποίο όμως πρέπει να εκλογικευτεί για να αποφευχθούν οι ατέρμονες εκλογικοί γύροι, είτε μέσω ενός «ευρύτερου εκλεκτορικού σώματος» είτε με «άμεση εκλογή του Προέδρου από τον λαό» μετά την τρίτη άκαρπη ψηφοφορία.

Τέλος, ο Νίκος Παπασπύρου αναφέρθηκε στις βαθιές παθογένειες του κράτους, τονίζοντας ότι η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να ενταχθεί στο Σύνταγμα με «φερέγγυους και αξιοκρατικούς όρους». Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η αξιολόγηση «δεν θα πρέπει να συνδέεται με τη μονιμότητα», καθώς ως μαζικός θεσμός ενέχει στατιστικά λάθη. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η αξιολόγηση πρέπει να τελεί σε «άμεση συνάρτηση με την επιμόρφωση» και την επιδιόρθωση της όποιας ανεπάρκειας, καθώς η ευθεία σύνδεση με την άρση της μονιμότητας «περισσότερο θα περιέπλεκε τα πράγματα παρά θα τα βοηθούσε».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version