Οταν η Μαρία Κάλλας επέστρεψε το 1957 στην Ελλάδα, διάσημη και δοξασμένη, για να εγκαινιάσει το Φεστιβάλ Αθηνών, βρέθηκε στη δίνη ενός σκανδάλου που απασχόλησε για πολλές ημέρες τον εγχώριο Τύπο. Αφορμή του, το ύψος της αμοιβής της, καθώς η ντίβα είχε ζητήσει 9.000 δολάρια. Με αυτά και με εκείνα, η επιστροφή είχε και μια δόση πίκρας, την πίκρα που η μητέρα-πατρίδα έχει και άλλες φορές κεράσει τα διαπρεπή παιδιά της. Τότε η Κάλλας είχε ακυρώσει την πρώτη προγραμματισμένη εμφάνισή της δηλώνοντας ασθένεια. Εμφανίστηκε τελικά στις 5 Αυγούστου για να γνωρίσει την αποθέωση. Τώρα, αρκετές δεκαετίες μετά, το Ηρώδειο αποδεικνύεται μικρό για να χωρέσει τον μύθο της: Η ζήτηση των εισιτηρίων για την εμφάνιση της Μόνικα Μπελούτσι στα τέλη Σεπτεμβρίου με το «Maria Callas: Lettres & Mémoires» του Τομ Βολφ ήταν μεγάλη. Απομένει να δούμε όχι αν η διάσημη ηθοποιός θα μαγέψει το κοινό όπως το μάγεψε η δική μας Μαρία το καλοκαίρι του 1957 – τέτοιου είδους συγκρίσεις είναι αφελείς, ανούσιες και βλάσφημες -, αλλά αν θα καταφέρει να μας μεταφέρει έστω για λίγο, διά της θεατρικής ψευδαίσθησης, κάτι από τη μαγεία που περιέφερε στη σκηνή η μεγαλύτερη τραγουδίστρια στην ιστορία της όπερας.

Απαιτητικότατη (αν όχι ακατόρθωτη) η αποστολή που έχει αναλάβει η ιταλίδα σταρ, η οποία πρωταγωνιστώντας στην παράσταση του Τομ Βολφ (ερευνητή της ζωής και της τέχνης της Κάλλας και σκηνοθέτη του αξιόλογου ντοκιμαντέρ «Maria by Callas») πρόσθεσε το όνομά της στον κατάλογο των ηθοποιών που «αναμετρήθηκαν» με τον μύθο της απόλυτης πριμαντόνας. Για να επιβεβαιώσουν όμως τις περισσότερες φορές πως ιερά τέρατα σαν την Κάλλας δύσκολα προσεγγίζονται, όσο ταλέντο και αν διαθέτει κάποιος. Η δύναμη του μύθου της είναι τόσο ισχυρή που οι απόπειρες να τον αναβιώσουν μοιάζουν εξαρχής καταδικασμένες. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπήρξαν και αξιόλογες προσπάθειες, με ηθοποιούς όπως η σταρ του Μπρόντγουεϊ Πάτι Λουπόν και η Φέι Ντάναγουεϊ να «φορούν» το χαρακτηριστικό μακιγιάζ της ντίβας και να παρουσιάζουν καθεμία από αυτές τη δική της Μαρία κερδίζοντας την αποδοχή του κοινού.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ - ΤΡΑΓΟΥΔΙ - ΟΠΕΡΑ

Η κινηματογραφική Μαρία

Πολλά λοιπόν χρόνια μετά τον θάνατό της, ο μύθος της Μαρίας Κάλλας (1923-1977) εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον κόσμο του θεάματος. Με αποτελέσματα, συχνά, αμφίβολης ποιότητας ή ακόμα και δυσφημιστικά, καθώς οι περισσότεροι αντί να εστιάσουν στην απαράμιλλη τέχνη της ντίβας ασχολούνται με την προσωπική ζωή της – ή με τις φήμες γύρω από την προσωπική ζωή της. Για να παρουσιάσουν (και διά της σχέσεώς της με τον Αριστοτέλη Ωνάση) μια δύστροπη Κάλλας που, όπως πολλάκις έχουν επισημάνει οι δικοί της άνθρωποι και οι στενοί συνεργάτες της, δεν έχει καμία σχέση με τη Μαρία που γνώρισαν και που αγάπησαν. Ομως το φαινόμενο Κάλλας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως σαπουνόπερα, όπως π.χ. έγινε στο «The Greek Tycoon» («Ο έλληνας μεγιστάνας»), την αμερικανική ταινία του 1978 που ασχολήθηκε με τη σχέση Ωνάση (τον ερμήνευε ο Αντονι Κουίν) και Τζάκι Κένεντι (στον ρόλο της η Ζακλίν Μπισέ). Στην παραγωγή (πάνω σε στόρι του Νίκου Μαστοράκη) κανένας από τους χαρακτήρες δεν αναφερόταν με το πραγματικό όνομά του, π.χ. ο Ωνάσης είχε γίνει Teo Tomasis, αμέσως όμως καταλάβαινες ποιος ήταν. Την Κάλλας, το όνομα της οποίας στο φιλμ ήταν Sophia Matalas, είχε ερμηνεύσει η ιταλίδα ηθοποιός Μαριλού Τόλο. Δέκα χρόνια μετά, το 1988, στην αμερικανο-ισπανική τηλεταινία «Onassis, the Richest Man in the World», η Τζέιν Σέιμουρ, μια καλή ηθοποιός, επιχείρησε με τη σειρά της να ερμηνεύσει την Κάλλας (που αυτή τη φορά, όπως και όλοι οι άλλοι ήρωες, είχε ξαναβρεί το πραγματικό της ονοματεπώνυμο), με μετριότατα όμως αποτελέσματα. Ο… ειδικευμένος σε ρόλους Ελλήνων Αντονι Κουίν έπαιζε και πάλι, αυτή τη φορά όχι ως Αριστοτέλης Ωνάσης (τον εν λόγω ρόλο ερμήνευε ο Ραούλ Τζούλια), αλλά ως Σωκράτης Ωνάσης, πατέρας του Αριστοτέλη. Την Τζάκι ερμήνευε η Φραντσέσκα Ανις. Και εδώ περισσότερο ενδιέφεραν οι έρωτες και τα σκάνδαλα παρά η τέχνη. Το ίδιο και στο τηλεοπτικό «Jackie Bouvier Kennedy Onassis» (2000), όπου η Κάλλας ήταν ένας μικρός ρόλος τον οποίο ερμήνευσε η Λέσλι Κοτλ. H Λουίζα Ρανιέρι υποδύθηκε με τη σειρά της την ντίβα στην ιταλογαλλική συμπαραγωγή του 2005 «Callas e Onassis». Και πάλι μετριότατα τα αποτελέσματα. Τέλος, η Ισπανίδα Παθ Βέγα ήταν το 2014 η Μαρία Κάλλας στο «Grace of Monaco», με πρωταγωνίστρια, στον ρόλο της πριγκίπισσας Γκρέις, τη Νικόλ Κίντμαν.

Θεατρικό «Master Class»

Αν η κινηματογραφική-τηλεοπτική Μαρία Κάλλας ήταν περισσότερο μια ατυχήσασα ερωτευμένη παρά η κοσμαγάπητη σταρ της όπερας, το θέατρο έσκυψε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον πάνω από την τέχνη της. Το 1995 ο Τέρενς Μακ Νάλι παρουσίασε για πρώτη φορά το «Master Class», παράσταση βασισμένη στα σεμινάρια τραγουδιού που είχε παραδώσει η τραγουδίστρια. Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε για τις ομοιότητες και τις διαφορές της δικής του Μαρίας με την πραγματική Μαρία Κάλλας, το έργο πάντως είχε μεγάλη επιτυχία, με σημαντικές καλλιτέχνιδες να ενσαρκώνουν σε όλον τον κόσμο τη σταρ. Πρώτη διδάξασα ήταν η Ζόι Κάλντγουελ. Η αυστραλή ηθοποιός, που είχε δηλώσει πως «αυτό που με συγκινεί στον ρόλο είναι το εύθραυστο του χαρακτήρα της Κάλλας», κέρδισε για την ερμηνεία της βραβείο Tony. Τη διαδέχθηκαν η σταρ του μιούζικαλ Πάτι Λουπόν το 1996 και η ηθοποιός και τραγουδίστρια Ντίξι Κάρτερ το 1997. Με το «Master Class» περιόδευσε σε μεγάλες αμερικανικές πόλεις και η Φέι Ντάναγουεϊ για να αποσπάσει κολακευτικά σχόλια. H ίδια, προ μερικών ετών, έγραψε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε σε ένα δικό της «Master Class», το οποίο όμως παραμένει ακυκλοφόρητο.

Η Μαρία Ναυπλιώτου ως Κάλλας στην παράσταση «Master Class»

Πολάνσκι, Τζεφιρέλι, Κακογιάννης, Αμπράμοβιτς

Η Τάιν Ντάλι ήταν η επόμενη ερμηνεύτρια του έργου, και στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, για να δώσει τη σκυτάλη στην πρωταγωνίστρια της σαπουνόπερας «The Colbys» Στεφάνι Μπίτσαμ. Το 1997 ο Ρόμαν Πολάνσκι σκηνοθέτησε το «Master Class» στο Παρίσι με πρωταγωνίστρια τη Φανί Αρντάν. Επειτα από μερικά χρόνια η γαλλίδα σταρ ερμήνευσε και πάλι την Κάλλας, αυτή τη φορά στον κινηματογράφο, στην ταινία του Φράνκο Τζεφιρέλι (συνεργάτη και φίλου της Κάλλας) «Callas Forever» (2002). Η παραγωγή, που ήταν κυρίως προϊόν μυθοπλασίας, δίχασε κοινό και κριτικούς, με τα αρνητικά σχόλια να είναι περισσότερα από τα θετικά. Στο μεταξύ, το «Master Class» παρουσιάστηκε σε διάφορες χώρες του κόσμου, ανάμεσά τους και στην Ελλάδα, το 1997, με την Κάτια Δανδουλάκη σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, και τα τελευταία χρόνια με τη Μαρία Ναυπλιώτου, η οποία στον ρόλο της ντίβας γνώρισε μια μεγάλη προσωπική επιτυχία. Η Κατερίνα Παπουτσάκη ήταν μία ακόμα (πρόσφατη) Κάλλας της ελληνικής θεατρικής σκηνής στο «Ωνάσης: Τα θέλω όλα» του Σταμάτη Φασουλή. Επιτυχής έχει χαρακτηριστεί η (βασισμένη σε αδημοσίευτες επιστολές της Κάλλας) προσέγγιση των Βολφ και Μπελούτσι που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Παρίσι και τώρα έρχεται στην Αθήνα.

Στο μεταξύ, πριν από μερικές ημέρες, παρουσιάστηκε στην Κρατική Οπερα της Βαυαρίας, στο Μόναχο, η παράσταση «7 deaths of Maria Callas» σε έμπνευση και σκηνοθεσία της Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Η διάσημη performer ερμήνευσε επιπλέον την ελληνίδα υψίφωνο (ή, όπως γράφτηκε, μια περσόνα που έχει και κάποια στοιχεία από την ελληνίδα υψίφωνο) και δήλωσε (με μια ισχυρή δόση εγωκεντρισμού;): «Βλέπω μεγάλο μέρος του εαυτού μου στην Κάλλας. Είμαστε και οι δύο Τοξότες, είμαστε και οι δύο έντονα συναισθηματικές, αλλά ταυτόχρονα ευάλωτες. Σχεδόν είχα μια τέτοια τύχη. Η διαφορά είναι το ότι με έσωσε η δουλειά μου». Η παραγωγή επρόκειτο να παρουσιαστεί από την Εθνική Λυρική Σκηνή (που είναι συμπαραγωγός) τον περασμένο Ιούνιο, ματαιώθηκε όμως λόγω της πανδημίας και προγραμματίζεται για τους επόμενους μήνες.