Νίκος Καραθάνος: «Η Ιστορία έχει δείξει ότι δεν μαθαίνουμε ποτέ τίποτα»

Ο ηθοποιός μιλάει για τον Δαρείο που ερμηνεύει στους «Πέρσες» του Αισχύλου και για το θέατρο αυτό το δύσκολο καλοκαίρι που διανύουμε

«Η Επίδαυρος είναι εκεί, χωρίς τυμπανοκρουσίες και πάντα λειτουργεί. Το θέμα είναι αν εσύ λειτουργείς και μπορείς με ανοιχτά τα μάτια να τη δεις» λέει ο Νίκος Καραθάνος

Στην πανδημία «οφείλει» ο Νίκος Καραθάνος τον ρόλο του στους «Πέρσες» του Αισχύλου που ανεβάζει το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία  Δημήτρη Λιγνάδη. Οσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο ηθοποιός μπήκε στον θίασο μετά την έκτακτη αποχώρηση του 93χρονου Γιάννη Βογιατζή, μια που κρίθηκε – λογικά – επισφαλής η συμμετοχή του.

Ρόλος από αντικατάσταση ο Δαρείος, λοιπόν…

«Για όλους εμάς ο Γιάννης είναι φίλος, αδελφός, πατέρας μας. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έπαιζε τον Δαρείο. Συζητούσαμε πώς θα τον ερμηνεύσει. Αν και είναι ένας πολύ δυνατός άνθρωπος, χρειάζεται προστασία για να μακροημερεύσει. Στην αρχή ένιωσα άβολα. Ο ίδιος ήταν όμως τόσο γλυκός και καλός απέναντί μου. Μου είπε «χαίρομαι που μπαίνεις στην οικογένεια, στον θίασο». Ηταν, είναι, έκτακτες αυτές οι συνθήκες. Επρεπε να προστατευθεί. Ολο αυτό έμοιαζε με το ταξίδι που κάποιος ετοιμάζεται να κάνει και κάτι του τυχαίνει, οπότε σου λέει «πήγαινε εσύ στη θέση μου»».

Πόσο διέφερε η προετοιμασία;

«Είμαστε όλοι σε ένα περίεργο, μουδιασμένο καλοκαίρι. Στο θέατρο ζητάς βοήθεια πάντα από την επαφή. Οταν αρχίσαμε πρόβες η συνθήκη ήταν από κωμική ως αληθινή. Από το να πλησιάσεις τον άλλον, να σταθείς μακριά, ακόμα και στην κουβέντα να κρατάς τα δύο μέτρα απόστασης ως το να υπάρχει ένας αναγκαίος «αστυνόμος» να σου το υπενθυμίζει. Δύσκολη συνθήκη και ζωής και πρόβας. Αισθάνεσαι την έλλειψη, μια αναπηρία, να γνωριστείς, να πλησιάσεις τον άλλον, να τον ακουμπήσεις. Και σήμερα παραμένει αυτή η περίεργη κανονικότητα».

Τι είναι οι «Πέρσες»;

«Μια ελεγεία της ήττας. Ενα φοβερό τραγούδι πτώσης. Οχι θρήνος. Θρήνος είναι κάτι που σου πήρε ο θάνατος. Εδώ είναι η πτώση, το σβήσιμο μιας γενιάς, ενός πολιτισμού, η αναγκαία μετάλλαξή του. Και δεν νομίζω ότι στους «Πέρσες» ο Αισχύλος – που συμμετείχε στη Σαλαμίνα – γράφει ένα εθνικιστικό έργο. Το έργο διαπνέεται από έναν απόλυτο σεβασμό σε αυτόν τον μακρινό, παντοκράτορα λαό. Ο Ουγκό, αυτός ο Παριζιάνος που τον υμνεί τόσο πολύ, τολμάει να περιγράψει τον Αισχύλο σχεδόν ως μη ελληνικό, ως παγκόσμιο».

Πώς διαχειρίζεστε τον ρόλο;

«Είχα ερμηνεύσει τον Ξέρξη στην ίδια τραγωδία σε σκηνοθεσία Γκότσεφ. Τότε μου είχε πει ο σκηνοθέτης ότι κανένας δεν κάνει καλά τίποτα. Αλλά από εκεί και πέρα πάμε. Κι αυτό κάνω και τώρα».

Πέρσες ή Τούρκοι. Αυτός είναι ο εχθρός μας;

«Κάπου διάβασα ότι και ο Μάρκος Μπότσαρης όταν πολεμούσε φώναζε «ελάτε Πέρσες». Είναι ο εχθρός, είναι η Ανατολή. Η κοιτίδα του κόσμου και η δημιουργία του, ο κήπος και η Εδέμ ήταν εκεί. Λέει ο Δαρείος, ένας άντρας να κρατάει το σκήπτρο του ηγεμόνα και να βασιλεύει στην απέραντη Ασία. Αυτή είναι η διαφορά με την Αθήνα, μια διαφορά πολιτεύματος.

Ο απαίδευτος, ο εύκολος, ο έφηβος νους, ο έτοιμος να ρίξει λίγο ξύλο είναι αυτός που σκέφτεται ή εσείς ή εμείς – και όχι και εσείς και εμείς. Με στόχο να ματώσει, να κυριαρχήσει κι αυτό έχει ολέθρια αποτελέσματα όχι μόνο στους λαούς αλλά και στη στρατηγική των χωρών – όπως τώρα με την Τουρκία. Θέλει έναν ήσυχο και ήρεμο νου, να το κοιτάξει από ψηλά και να δει τι πραγματικά συμβαίνει».

Ποιες ήταν οι σκέψεις σας την εποχή της καραντίνας;

«Η πρώτη σκέψη για τον καθένα μας ήταν τι σχέδια είχε και πόσο ανατράπηκαν. Ποιος είναι αυτός που θα μου πει τι θα κάνω, που θα μου αλλάξει τα σχέδια. Και ξαφνικά νιώθεις τόσο μικρός γιατί αυτό που κρινόταν ήταν η ίδια η ζωή.

Και σκέφτηκα, «κοίτα τώρα που εμείς μπορεί να πεθάνουμε και ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει… Που όλο αυτό το ανθρώπινο μπορεί να φύγει χωρίς να νοιαστεί και κανένας;». Περιέργεια ένιωθα περισσότερο, να δω τι θα γίνει παραπέρα. Κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν ως εδώ».

Μάθαμε κάτι;

«Η μάθηση πρώτα σε μαθαίνει ορθογραφία και μετά να γράφεις βιβλίο. Σιγά-σιγά, θα φανεί τι μάθαμε. Ο κόσμος παίρνει τη στροφή από ένα τεράστιο συλλογικό τιμόνι. Δεν ξέρω αν θα πούμε ότι μάθαμε, θα πούμε όμως ότι το ζήσαμε. Η Ιστορία άλλωστε έχει δείξει ότι δεν μαθαίνουμε ποτέ τίποτα».

Φοβηθήκατε;

«Μεγαλώνοντας στερεύουν και οι χειμώνες που σε περιμένουνε, οπότε δεν έχεις να φοβάσαι πολλά. Ο μόνος φόβος είναι να μην έχεις μια δυνατότητα να μετασχηματιστείς, να λειτουργήσεις εναλλακτικά και να βρεις διέξοδο στη δημιουργία σου. Ο μόνος φόβος είναι όταν σταματάς τελείως. Ενιωσα μια μικρή ακινησία και μια έλλειψη θάρρους να προχωρήσω όπως-όπως. Και πάλι αυτό ήταν μια απαλή περίπτωση – τι να πουν άλλοι που ζουν με τους πολέμους; Είναι κάποιοι δύσκολοι καιροί που αναγκάζεσαι να αλλάξεις ρότα».

Ανακαλύψαμε, θα λέγατε, την αλληλεγγύη;

«Ο άνθρωπος, από ένστικτο, έπειτα από κάτι όπως αυτό που μας συνέβη, ίσως βγάλει μια βία προς τα έξω, έναν θυμό, σαν πρώτο στάδιο. Το να στηριχτούμε ο ένας στον άλλον το είχαμε σαν ζητούμενο και πριν από την πανδημία. Πρέπει να κινδυνέψει η ζωή μας πάρα πολύ για να δείξουμε πραγματική αλληλεγγύη ο ένας στον άλλον, να μπει ο πόνος μέσα στα σπίτια μας και να τον νιώσουμε. Ηταν το μόνο όπλο που θα μας ανάγκαζε να κοιτάξουμε αληθινά ο ένας τον άλλον. Αυτό που μας αλλάζει είναι όταν δούμε το πρόσωπο του θανάτου. Αλλιώς ξεχνάμε γρήγορα.

Οταν απειλείται η ίδια σου η ζωή, πραγματικά, τότε αναγκάζεσαι να ζήσεις τη ζωή πιο πολύ και να τη ζήσεις καλά. Και δεν εννοώ εύπορα. Φεύγοντας ο Δαρείος λέει στους Πέρσες ότι με τα τόσα βάσανα, χαρείτε στη ζωή σας, μέρα τη μέρα. Γιατί τους νεκρούς κανένας πλούτος δεν τους ωφελεί».

Σας προβλημάτισε η αντιπαράθεση μέσα στο θέατρο;

«Το θεώρησα φυσικό. Ας ακούσουμε και την γκρίνια αυτού που αδικείται. Γιατί κάποιοι αδικούνται, αδικούνται πολύ. Κάποιος πληρώνει τη ζημιά, ας τον αφήσουμε να φωνάξει. Δεν κινδυνεύει ο χώρος απ’ αυτές τις φωνές. Ποιος χώρος άλλωστε, όταν δρούμε όλοι ιδιωτικά. Μια συγγένεια υπάρχει, αίματος».

Πώς είναι να επιστρέφει κανείς στην Επίδαυρο; Πώς νιώσατε;

«Η Επίδαυρος για τους ξένους έχει μια τεράστια μυθολογία, το θεωρούν ένα ύψιστο πεδίο θεάτρου – τεράστια συγκίνηση. Για μας μοιάζει πιο συνηθισμένο. Για μας, όταν δεν έχει κόσμο, είναι σαν να παίζεις λίγο στο σύμπαν. Οτι κάπως ίπτασαι και αναγνωρίζεις τα άστρα. Πάντοτε έχει την ομορφιά της, αναλλοίωτη και απόρθητη και είναι πάντα εκεί. Ο ανθρώπινος παράγοντας μεταλλάσσεται. Αν αφεθείς, το βιώνεις. Αν μουτρώσεις το χάνεις… Η Επίδαυρος είναι εκεί, χωρίς τυμπανοκρουσίες και πάντα λειτουργεί. Το θέμα είναι αν εσύ λειτουργείς και μπορείς με ανοιχτά τα μάτια να τη δεις».

INFO

«Πέρσες» του Αισχύλου από το Εθνικό Θέατρο.

Μετάφραση-μετρική διδασκαλία: Θ.Κ. Στεφανόπουλος.

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης.

Παίζουν: Λυδία Κονιόρδου, Νίκος Καραθάνος, Αργύρης Ξάφης, Αργύρης Πανταζάρας κ.ά.

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk