Ετούτη την περίοδο ο Γιάννης Καλπούζος βρίσκεται στην Ηπειρο, στον γενέθλιο τόπο του, στις Μελάτες Αρτας. «Πέρα από το να απολαμβάνω τη φύση και τους ανθρώπους, προετοιμάζομαι για την παρουσίαση του νέου μου βιβλίου στην Αρτα, την πόλη με τα περισσότερα βυζαντινά μνημεία σε τόσο μικρή έκταση» δήλωσε προς «Το Βήμα» ο δημοφιλής συγγραφέας. Στο καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο Εράν (να ερωτεύεσαι, να αγαπάς) και τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Βυζαντινά αμαρτήματα» ο ίδιος τοποθετεί τις περιπέτειες των τριών βασικών ηρώων του (της Λυγινής, του Υάκινθου και του Ροδανού) μεταξύ Κωνσταντινούπολης, Αθήνας και Θράκης κατά την περίοδο της Εικονομαχίας. Οι μοίρες τους συνυφαίνονται με τα θυελλώδη πάθη που ορίζουν την ανθρώπινη φύση αλλά και τις περιοριστικές επιταγές ενός αλλοτινού καιρού. Στην αφήγηση υπάρχει και το μυστηριώδες «Ιερόν Στιχάριον», κάτι που όλοι (εικονολάτρες και εικονολάτρες) θέλουν να έχουν στην κατοχή τους.

Πώς όμως οδηγήθηκε και εισχώρησε, αυτή τη φορά, ο Γιάννης Καλπούζος σε εκείνη την εποχή; «Προσφερόταν να αναπτύξω το ζήτημα της εικόνας μας, το οποίο βρίσκεται στο προσκήνιο της θεματολογίας και της μυθοπλασίας. Η εικόνα μας ως προς την εξωτερική μας εμφάνιση αλλά και την άποψη που έχουμε γενικότερα για τον εαυτό μας. Με πόση φροντίδα ασχολούμαστε με τον καλλωπισμό μας; Οταν, μάλιστα, την ίδια στιγμή άλλοι πεθαίνουν απ’ την πείνα ή βρίσκονται στο κρεβάτι του πόνου ή στον δρόμο της προσφυγιάς ή σε απόγνωση εξαιτίας της φτώχειας ή της ανεργίας. Κι όταν έρθει η φθορά, λόγω του αμείλικτου χρόνου ή από άλλη αιτία ή όταν δεν μπορούμε να μιμηθούμε τα προβαλλόμενα πρότυπα, καταστρεφόμαστε μέσα μας; Οσο για την εισχώρηση ή τη νοερή μεταφορά μου στον 8ο αιώνα, επετεύχθη έπειτα από μακρόχρονη και κοπιώδη έρευνα. Ζούσα εκεί, στον ίδιο χρόνο και στον ίδιο χώρο, με τους ήρωές μου. Σκεφτόμουν και λειτουργούσα όπως εκείνοι. Με βάση την πρόσληψη που είχαν για τον κόσμο, τους κώδικες συμπεριφοράς, τις επιταγές της θρησκείας, τους νόμους του κράτους και το εθιμικό τους δίκαιο. Συνάμα, ίσως φανεί παράξενο, με βοήθησε το γεγονός ότι μεγάλωσα σε ένα πολύ μικρό και απομονωμένο χωριό όπου οι συνθήκες ζωής ελάχιστα διέφεραν από την εποχή του Βυζαντίου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ύπαιθρο».

 

Η βυζαντινή κληρονομιά

Το Βυζάντιο, λοιπόν, του οποίου η θέση στο ελληνορθόδοξο φαντασιακό παραμένει σημαίνουσα (με τις όποιες παρανοήσεις ή εξιδανικεύσεις το συνοδεύουν). «Καλώς, κατά την άποψή μου, κατέχει το Βυζάντιο δεσπόζουσα θέση στην ιστορική συλλογική μνήμη των Ελλήνων» σχολίασε ο Γιάννης Καλπούζος. «Μέσα από τις έρευνές μου και τη γραφή απέκτησαν πιο στέρεη βάση όσα ήδη γνώριζα ή ψυχανεμιζόμουν. Αναρωτιόμουν τι κουβαλάμε στη ζωή μας από το Βυζάντιο. Και τι το Βυζάντιο από την Αρχαία Ελλάδα. Διαβάζοντας ο αναγνώστης το μυθιστόρημα θα διακρίνει στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά μας, τη θρησκευτική, την ιστορική, τη γλωσσική και την εθιμική. Θα βρει στοιχεία και για το υποτιθέμενο χάσμα στη συνέχεια του Ελληνισμού λόγω της καθόδου των Σλάβων, οι οποίοι έφτασαν μέχρι και την Πελοπόννησο ακριβώς αυτή την εποχή. Διαπίστωσα κι ότι οι Οθωμανοί σχεδόν τίποτε καινούργιο δεν έφεραν όταν δημιούργησαν τη δική τους αυτοκρατορία. Ολα προϋπήρχαν στο Βυζάντιο. Το λεπτομερέστατο κτηματολόγιο, όλο το διοικητικό σύστημα, οι ευνούχοι, τα λουτρά (τα μετέπειτα χαμάμ), οι περίκλειστοι εξώστες ή σωλάρια (τα σαχνισιά των Οθωμανών), τα ξύλινα σπίτια, οι παλλακίδες (χαρέμια), οι δούλοι, οι σκεπαστές αγορές (τα μπεζεστένια των Οθωμανών – το νυν Καπαλί Τσαρσί στην Πόλη ήταν τότε ο Μέγας Εμβολος), οι γιγαντιαίοι ναοί όπως η Αγία Σοφία (ο ναός της του Θεού Σοφίας) ή ο ναός των Αγίων Αποστόλων (αντίστοιχα τα τεμένη που έκτισαν οι Οθωμανοί) και πάρα πολλά άλλα».

Αλήθεια, μια και αναφέρθηκε στην Αγία Σοφία, πώς του φάνηκε η πρόσφατη απόφαση του Ερντογάν να τη μετατρέψει σε τζαμί; «Με ενόχλησε βαθύτατα. Ομως κανένας Ερντογάν και καμιά μισαλλόδοξη ή καιροσκοπική ή καλώς σχεδιασμένη πολιτική δεν μπορεί να ανατρέψει την ιστορία της Αγίας Σοφίας. Εκείνο το οποίο πρέπει να προσέξουμε ως Ελληνες, πέρα από τις επιβεβλημένες ενέργειες της κυβέρνησής μας, είναι να μην επιτρέψουμε στον Ερντογάν να ασκεί την προπαγάνδα του πατώντας στον συναισθηματισμό μας. Παράλληλα να μην οδηγηθούμε στο τυφλό μίσος εναντίον του τουρκικού λαού».

Κοιτάζοντας πίσω

Στη συνέχεια συζητήσαμε, ευρύτερα, για τα βιβλία του. Γιατί ως συγγραφέας επιστρέφει συστηματικά στο παρελθόν; Τι προσφέρει στον ίδιο (και στους αναγνώστες του, αυτό είναι σαφές) αυτό το πάντρεμα Ιστορίας και μυθοπλασίας; «Κατ’ αρχάς συντάσσομαι με την άποψη ότι η σπουδαία λογοτεχνία γεννιέται όταν βυθίζει τις ρίζες της στη γενέθλια γη κι ότι η ανθρώπινη ψυχή έχει πατρίδα. Η δική μου ψυχή διακατέχεται από πανανθρώπινες αξίες, όμως συγχρόνως είναι βαθιά ελληνική. Το Βυζάντιο έχει να κάνει με το ράμμα, με τη συνέχεια του Ελληνισμού. Είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε κτισμένοι και με υλικά του χθες. Ενεργούμε και αντιδρούμε με κώδικες προαιώνιους. Η πατροπαράδοτη προφορική διδαχή μάς καθορίζει σε πολλά και ενίοτε μας στοιχειώνει. Η συμπεριφορά μας και ο χαρακτήρας μας διαμορφώνονται και με βάση παμπάλαιες νοοτροπίες, ενώ οι εκφάνσεις της ψυχής μένουν σχεδόν αναλλοίωτες στο διάβα του χρόνου. Θεωρώ ότι όλα αυτά πρέπει να διερευνώνται. Να αναψηλαφήσουμε το χθες, μακρινό ή κοντινό, και να αντλήσουμε μηνύματα, διδάγματα και γνώσεις ώστε να κοιτάμε το μέλλον πατώντας σε γερά θεμέλια κι όχι σε μυθεύματα. Κοντολογίς «κοιτάζοντας προς τα πίσω οπλίζεσαι και μαθαίνεις» όπως έγραφα στο «Ιμαρέτ» ή «κοιτάς μπροστά όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι», στο «Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου». Γράφω κοινωνικά μυθιστορήματα με φόντο την Ιστορία. Αλιεύω σε αλλοτινές εποχές και παραδίδω την ψαριά στο σήμερα». Και η γλώσσα; «Εχει σημασία τι λέει κάθε λογοτέχνης, αλλά προκρίνω το πώς το λέει. Η τέχνη του συγγραφέα είναι να μεταβολίζει τις λέξεις σε προσκυνητάριο των ψυχών και συνάμα σε εφαλτήριο του νου. Η χρήση λέξεων της εκάστοτε εποχής έχει τον ίδιο στόχο με το υπόστρωμα πάνω στο οποίο κτίζεται η μυθοπλασία. Δηλαδή να ζήσει ο αναγνώστης παραστατικά όσα διαδραματίζονται, αλλά και να κρίνει με βάση τα μέτρα και τα σταθμά των καιρών εκείνων. Οι λέξεις της νέας ελληνικής δεν προσφέρονται μόνες τους και όλες για την ανάπλαση μιας εποχής. Ενίοτε φαντάζουν παράταιρες ή μη αρμονικές, ενώ αποφεύγω τις αναχρονιστικές. Βεβαίως η γλώσσα των βιβλίων μου είναι λογοτεχνική, μπολιάζεται με τη ρωμαίικη γλώσσα και έχει το άρωμα λέξεων της υπό πραγμάτευση εποχής. Πρόκειται για δημιουργική «εξαπάτηση», την οποία πρώτος μάς δίδαξε ο Τσέχοφ».

{SYG}Γιάννης Καλπούζος{SYG}{TIT}Εράν – Βυζαντινά αμαρτήματα{TIT}{EKD}Εκδόσεις Ψυχογιός, 2020 σελ. 608, τιμή 19,90 ευρ{EKD}ώ