Αύξηση των ελλήνων διαβητικών κατά 22% την επόμενη 20ετία

«Ο διαβήτης αντιμετωπίζεται πλέον ως μεταδιδόμενο νόσημα χωρίς να είναι μεταδιδόμενο. Και αυτό διότι οι συνήθειες οι οποίες μπορεί να ευθύνονται για την εκδήλωση διαβήτη είναι μεταδιδόμενες».

Αύξηση των ελλήνων διαβητικών κατά 22% την επόμενη 20ετία
«Ο διαβήτης αντιμετωπίζεται πλέον ως μεταδιδόμενο νόσημα χωρίς να είναι μεταδιδόμενο. Και αυτό διότι οι συνήθειες οι οποίες μπορεί να ευθύνονται για την εκδήλωση διαβήτη είναι μεταδιδόμενες».
Τα παραπάνω δήλωσε τη Δευτέρα ο επίκουρος καθηγητής Παθολογίας κ. Παναγιώτης Χαλβατσιώτης, σημειώνοντας ότι η συγκεκριμένη πάθηση είναι ένα πρόβλημα που εντείνεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο επιπολασμός του διαβήτη σε παγκόσμια κλίμακα είναι 7,9%. Αυτό σημαίνει ότι 387 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν, εκ των οποίων 46,3% είναι μη διαγνωσμένοι. Τα επιδημιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των ασθενών με διαβήτη θα φτάσει παγκοσμίως τα 592 εκατ. το 2035, αριθμός που αντιστοιχεί σε αύξηση 53% από το 2014.
Στην Ευρώπη 52 εκατ. άνθρωποι ζουν με διαβήτη, εκ των οποίων 33,1% είναι μη διαγνωσμένοι. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη ανέρχεται σε 585.000, αριθμός που αναμένεται να εκτιναχθεί στις 714.000 μέσα στην επόμενη εικοσαετία (αύξηση 22%).
Ο καθηγητής επεσήμανε ότι υπάρχουν πολλές πλευρές στην πρόκληση που ονομάζεται διαβήτης, καθώς μεγάλο ποσοστό των πασχόντων (36,6%) παραμένουν αδιάγνωστοι και από τους διαγνωσμένους ασθενείς μόλις το 46% βρίσκεται εντός θεραπευτικών στόχων.
Μείζον πρόβλημα
Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία πάθηση με εντεινόμενη νοσηρότητα, η οποία καθίσταται μείζον πρόβλημα για τη δημόσια Υγεία. Η ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη αποτελεί καθοριστικό παράγοντα της μελλοντικής εξέλιξης της νόσου, της χρήσης υπηρεσιών Υγείας από την πλευρά του ασθενούς και, φυσικά, του κόστους.
Στοιχεία ερευνών δείχνουν ότι το 3% έως 6% των συνολικών δαπανών Υγείας δαπανώνται κάθε χρόνο για την αντιμετώπιση του διαβήτη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), το κόστος ενός μη ρυθμισμένου ασθενούς είναι κατά τουλάχιστον 50% υψηλότερο σε σύγκριση με το ετήσιο κόστος για έναν ασθενή ο οποίος επιτυγχάνει ρύθμιση εντός των θεραπευτικών στόχων.
Ο οικονομολόγος Υγείας (Τομέας Οικονομικών της Υγείας –Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας) κ. Κώστας Αθανασάκης υπογράμμισε ότι το μέσο ετήσιο κόστος ανά ασθενή (ανεξαρτήτως ρύθμισης) ανέρχεται σε 2.889 ευρώ. Το μεγαλύτερο τμήμα της δαπάνης αφορά τις επιπλοκές της νόσου.
Όπως είπε ο κ. Αθανασάκης, ένας σημαντικός παράγοντας που επιδρά στη ρύθμιση του ασθενούς εντός των θεραπευτικών στόχων είναι αφενός η πρόσβαση στην κατάλληλη αγωγή, αφετέρου η συμμόρφωση σε αυτήν.
Παρουσιάζοντας στοιχεία από σχετική μελέτη της ΕΣΔΥ, ανέφερε ότι στην Ελλάδα μόλις το 62% των διαγνωσμένων ασθενών λαμβάνει κάποιου είδους θεραπεία και από αυτούς μόλις το 43% επιτυγχάνει τους θεραπευτικούς στόχους.
Ο κ. Αθανασάκης υπογράμμισε ότι η ορθή διαχείριση του ασθενούς και η πρόσβαση σε θεραπείες με αποδεδειγμένη κλινική αποτελεσματικότητα και οικονομική αποδοτικότητα (σχέση κόστους – οφέλους) μπορεί να έχει πολλαπλά οφέλη για τους πάσχοντες και το σύστημα Υγείας, σε όρους περιορισμού της νοσηρότητας αλλά και του οικονομικού φορτίου από τη νόσο.
Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version