• Αναζήτηση
  • Ο «κομμουνισμός των ονείρων» στη θέση της πραγματικότητας

    «Η δικαιοσύνη ερμηνεύεται, η ελευθερία δεν ερμηνεύεται» έλεγε σε πολύ πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξή του ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος

    ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ
    Η νίκη σαν παρηγοριά

    Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2015
    σελ. 335, τιμή 18 ευρώ

    «Η δικαιοσύνη ερμηνεύεται, η ελευθερία δεν ερμηνεύεται» έλεγε σε πολύ πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξή του ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου Η νίκη σαν παρηγοριά. Η πρώτη, η δικαιοσύνη, ανήκει στη σφαίρα της υποκειμενικής πρόσληψης, ενώ ελεύθερος ή είσαι ή δεν είσαι. Εμείς, όμως, ως ελληνοορθόδοξη κοινότητα, ανήκουμε νοοτροπιακά στην πρώτη κατηγορία. Οντας οπαδοί της κοινωνικής «ισότητας», την οποία ο καθένας μας την προσλαμβάνει με υποκειμενικό τρόπο, διεκδικούμε και προβάλλουμε, ατομικά ή και συλλογικά, τις υποκειμενικές μας αξιώσεις στις οποίες αποδίδουμε χαρακτήρα ψευδο-καθολικότητας. Ετσι ο θρίαμβος του μερικού επί του γενικού, του συντεχνιακού και πελατειακού επί του κοινού καλού, προκύπτει ως αυτόματη συνέπεια ανελευθερίας, δεσμευτικού εγκλεισμού στο εικαζόμενο ίδιον όφελος, συστήνοντάς μας, με τον τρόπο αυτόν, ως «λαό του μερικού», της ανευθυνότητας ενώπιον του συνόλου.

    Αυτό ακριβώς θέλει να μας πει και ο υπαινικτικός τίτλος του βιβλίου του Στ. Ράμφου Η νίκη σαν παρηγοριά, στο οποίο συγκεντρώνονται συνεντεύξεις, άρθρα και ομιλίες, δημοσιευμένα αλλά και αδημοσίευτα κείμενά του, από τον Απρίλιο του 2012 ως τον Μάρτιο του 2015: μας παρηγορούν οι ψευδαισθήσεις μας, που πάντα νικάνε, κρατώντας μας διαρκώς σε απόσταση ασφαλείας από την πραγματικότητα, υποκαθιστώντας την από τις επιθυμίες μας. Οπως χαρακτηριστικά θα το περιγράψει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Ο λαός προβάλλει εσώψυχη αντίσταση μεγαλύτερη από τους παράγοντες του παλαιού καθεστώτος», αρνούμενος να αναστοχαστεί τις ευθύνες του. Θέτοντας την επιθυμία στη θέση της πραγματικότητας, παίρνουμε «ταυτότητα» από τους ευσεβείς μας πόθους, αδυνατούμε να δράσουμε πάνω στη φορά των πραγμάτων, να την επηρεάσουμε, να γίνουμε υποκείμενα, δημιουργοί της δικής μας πορείας. Κατεχόμενοι από τον πειρασμό του «τέλους», της επιθυμίας μας ως τελικού σκοπού, αρνούμαστε να σχεδιάσουμε τη «διαδρομή» του προς αυτόν, μένουμε ακινητοποιημένοι στο παρόν και έτσι προβάλλουμε στο μέλλον ένα φανταστικό παρελθόν. Η δυσφορία για το παρόν τρέπεται σε συναισθηματικές ασκήσεις, ενίοτε μοιραίες, συλλογικού βολονταρισμού, που ουσιαστικά βιάζουν την πραγματικότητα, οδηγώντας στον μηδενισμό, στη χωρίς διέξοδο άρνηση. Εδώ βρίσκεται η αιτία της σημερινής κρίσης.
    Η Αριστερά και ο λαϊκισμός
    Με την έννοια αυτή η «κρίση» δεν είναι «οικονομική» αλλά εκ βάθρων πολιτισμική, για την οποία ξεχωριστή θέση ευθύνης κατέχει ο αριστερός και λαϊκιστικός βολονταρισμός. Και οι δύο συναντώνται σε έναν «κομμουνισμό των ονείρων», στα όνειρα, εκεί που όλοι γινόμαστε ίσοι, στα «όνειρα» μιας χώρας νυχτερινών περιπλανήσεων. Η Αριστερά, σύμφωνα με τον Στέλιο Ράμφο, ιδιαίτερα η μαρξιστική Αριστερά με τις εσχατολογικές απηχήσεις της, συναρθρώνοντας και βαθύτερες νοοτροπιακές ροπές, λειτουργεί ως αντι-νεωτερική δύναμη, σε αγαστή επί της ουσίας συμπόρευση με τις δυνάμεις του θρησκευτικού και εθνικιστικού κοινοτισμού. Ο αριστερός βολονταρισμός δεν είναι παρά η προέκταση της ορθοδοξίας που έχει γίνει ιδεολογία, η Αριστερά «ο κατ’ εξοχήν κοσμικός συνεχιστής της ορθοδοξίας παλαιού τύπου», υμνώντας πότε τον Μιλόσεβιτς και πότε τον Πούτιν. Στη μη παθητική του παραλλαγή, αυτός ο κοινοτιστικός βολονταρισμός, εποχούμενος μιας περί «ισότητας» ρητορικής, δικαιώνοντας ταυτόχρονα πρακτικές κατάλυσης του κοινωνικού και πολιτικού συμβολαίου, θεμιτοποιεί την κατάλυση του «νόμου», τρέφει την παρανομία και μπορεί να οδηγεί ακόμη και στο γκουλάγκ, σύμβολο της κυριαρχίας του «νόμου της δυνάμεως».
    Αλλωστε αυτόν τον κοινοτισμό, του οποίου γελοιογραφικές αλλά τόσο διαβρωτικές απεικονίσεις εμφανίζονται στην καθημερινότητα, στα πρωινάδικα της τηλεόρασης, στο «κλίμα γειτονιάς» που τρέφουν και εμπεδώνουν με «το κουτσομπολιό [που] αντικαθιστά την κρίσι και το αίσθημα ευθύνης για το σύνολο», προάγει και ο λαϊκισμός, που ο Ράμφος τον ορίζει ως την προσπάθεια ο «λαός» να αποκτήσει «υπόσταση», να αντιπαραταχθεί ως «αυταξία» στους θεσμούς, να καταστεί εκείνη η «φανταστική πραγματικότητα» στο όνομα της οποίας «όλα επιτρέπονται». Ενας κοινοτιστικός λαός, σφυρηλατημένος από κλητεύσεις εθνικο-θρησκευτικού χαρακτήρα, «κρατικοποιεί τις μάζες» και εθνικοποιεί τις συλλογικές φαντασιώσεις, παράγοντας αριστερό «εθνικολαϊκισμό» ως μορφή μηδενισμού.
    Στοιχεία πνευματικής βιογραφίας


    Ο Στέλιος Ράμφος συνεχίζει, εμβαθύνει και εμπλουτίζει και σε αυτό το βιβλίο του την «ερμηνευτική του Ελληνισμού» στην οποία εντάσσεται όλη η πνευματική του παραγωγή. Μία μεγάλη καινοτομία: ο εκτενής ελεύθερος διάλογος, που καλύπτει τις 120 από τις 335 σελίδες του τόμου, του φιλόσοφου-συγγραφέα με σημαντικούς σημερινούς εκπροσώπους της ορθόδοξης παράδοσης αλλά και άλλους διανοητές, οι οποίοι διαλέγονται μαζί του, επερωτούν πλευρές της ερμηνευτικής του, θεολογικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές. Οι απαντήσεις του Ράμφου δεν διευκρινίζουν «απλώς» τη μία ή την άλλη θέση του, του δίνουν την ευκαιρία να επερωτήσει το ίδιο το σώμα της νεοελληνικής διανοητικής παράδοσης για το μυστήριο της «μονίμως διχασμένης Ελλάδας», να μιλήσει αναγκαστικά για τη δική του πνευματική πορεία, για τις σπουδές του στο Παρίσι, για τη γνωριμία του, μεταξύ άλλων, με τον Λεβινάς (ο οποίος ήταν και ο επιβλέπων της μεταπτυχιακής του εργασίας), τον Λιοτάρ, τη σχέση του με τον Καστοριάδη, τον οποίο γνώριζε ήδη από την Αθήνα, αλλά και τη φιλία του, παρά τις μεταξύ τους διαφωνίες, με τον Παναγιώτη Κονδύλη. Μα πάνω από όλα, να μιλήσει για την αναγκαία απελευθέρωση του συλλογικού φαντασιακού από τις φαντασιώσεις του, για μια δημιουργική συνάντηση της μυθικής σκέψης με την πραγματικότητα, πέρα από παραισθησιογόνες πολώσεις (του τύπου μνημόνιο/αντιμνημόνιο), για διαρκείς συνθέσεις και όχι εφήμερους συνδυασμούς της παράδοσης με την πρόοδο. Μέσα σε ένα τέτοιο διανοητικό περιβάλλον ο Στέλιος Ράμφος θα μάθει να ακούει και να συνομιλεί ισότιμα, κατακτώντας και καλλιεργώντας ταυτόχρονα το δικό του πεδίο πνευματικής αυτονομίας και δημιουργίας: «Είναι πολύ δύσκολο να επηρεαστή ένας άνθρωπος ο οποίος έχει αφιερώσει την φιλοσοφική του αναζήτησι στο θέμα «Ελλάδα» εάν αυτός ο άνθρωπος έχει παίξει μπάλα στον Παρθενώνα ως παιδί. Και μικρός έπαιζα μπάλα με τους φίλους μου μέσα στον Παρθενώνα. Δηλαδή, το βίωμα που είχα από αυτούς τους υπερβατικούς χώρους, από αυτά τα πράγματα, ήταν τέτοιο που μου έδινε παράδοξες δυνατότητες ισονομίας και κριτήρια προσωπικά».
    Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk