Οι πρόσφατες ανασκαφές στον λεγόμενο τύμβο Καστά στην Αμφίπολη με τα πλούσια και εν πολλοίς πρωτόγνωρα για την επιστήμη της αρχαιολογίας ευρήματά τους έχουν εμπλουτίσει έως τώρα σημαντικά τις γνώσεις μας. Εκτός των άλλων, πληροφορηθήκαμε για τη σχέση του γνωστού μαρμάρινου υπερφυσικού μεγέθους (5,37 μ. ύψος) λιονταριού της Αμφίπολης με αυτόν τον τύμβο. Χάρη στην παρατηρητικότητα του αρχιτέκτονα της ανασκαφής Μιχάλη Λεφαντζή γνωρίζουμε σήμερα ότι το πολύ γνωστό αυτό γλυπτό επέστεφε την κορυφή του εντυπωσιακού σε μέγεθος ταφικού αυτού τύμβου. Ο τύμβος φτάνει τα 30 μ. ύψος, ενώ η περίμετρός του, που ορίζεται από έναν ψηλό (3 μ.), καλοκτισμένο και πρωτίστως αναλημματικό τοίχο (όχι περίβολο), ξεπερνά τα 550 μ. Το λιοντάρι, γνωστό για τη γενναιότητα, την τόλμη, την ακαταμάχητη δύναμή του, το ηγεμονικό του βάδισμα και την περήφανη κορμοστασιά του, από πολύ νωρίς απαντάται, με ανάλογους ή συναφείς συμβολισμούς, στις καλλιτεχνικές δημιουργίες πολλών λαών. Στον ελληνικό χώρο οι παλιότερες απεικονίσεις του ανάγονται στην Εποχή του Χαλκού (τα δυο αντωπά λιοντάρια πάνω από την περίφημη πύλη των Μυκηνών είναι πολύ γνωστά) και, ως και τον 7ο αι. π.Χ., είναι εμφανείς οι επιδράσεις που έχουν δεχτεί από την τέχνη της Ανατολής.
Τα disjecta membra του λιονταριού της Αμφίπολης ανακαλύφτηκαν από έλληνες στρατιώτες το 1912-1913, στους πρώτους μήνες του ελεύθερου βίου της Μακεδονίας. Λίγο αργότερα και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με το εύρημα εμπλέκονται βρετανοί στρατιωτικοί, οι οποίοι και επιχειρούν ανεπιτυχώς τη μεταφορά του στη Γηραιά Αλβιώνα. Λίγο αργότερα το γλυπτό αποσπά το ενδιαφέρον γάλλων μελετητών –στο μεταξύ έχουν βρεθεί και άλλα κομμάτια του -, οι οποίοι και υποστηρίζουν ότι σηματοδοτούσε τον τάφο του γνωστού σπαρτιάτη βασιλιά Βρασίδα που σκοτώθηκε στην Αμφίπολη το 422 π.Χ. κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου και τιμήθηκε εδώ ως ήρωας με ξεχωριστές τιμές. Ετσι όταν στη δεκαετία του ’30 ένας φιλάρχαιος αμερικανός διπλωμάτης αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να αναστηλωθεί το λιοντάρι, στις σχετικές δαπάνες εκτός από Αμερικανούς και Γάλλους συμβάλλουν και Λάκωνες της Αμερικής! Το εξαιρετικά δύσκολο αυτό εγχείρημα το φέρνει σε πέρας το 1937-38 ο προικισμένος γλύπτης του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Ανδρέας Παναγιωτάκης, συμπληρώνοντας τα πολλά κενά του –ένα βρέθηκε στις πρόσφατες ανασκαφές –με λευκό τσιμέντο.
Το λιοντάρι στήθηκε πάνω σε ψηλό βάθρο κτισμένο από αρχαίο υλικό, ένα μεγάλο μέρος του οποίου ήταν ενσωματωμένο, σε δεύτερη χρήση, σε γειτονικό φράγμα του Στρυμόνα, που κατασκευάστηκε στους βυζαντινούς χρόνους (ο παρά το μαρμάριον πόρος). Το οικοδομικό αυτό υλικό προερχόταν από κτίσματα της αρχαίας Αμφίπολης διαφόρων εποχών και κυρίως, όπως έδειξαν οι πρόσφατες ανασκαφές, από τον τύμβο Καστά. Για την ιστορία, σημειώνω ότι οι αρμόδιες ελληνικές αρχές την άδεια μελέτης του μνημείου δεν την ανέθεσαν στον νεαρό αρμόδιο «αρχαιολογικό υπάλληλο» της περιοχής, ο οποίος μάλιστα επρόκειτο να διαπρέψει αργότερα στην επιστήμη του, αλλά σε δυο ξένους μελετητές: στον Αμερικανό Oscar Bronner το λιοντάρι και στον Γάλλο Jacques Roger το υποτιθέμενο βάθρο του, οι οποίοι και τα χρονολόγησαν στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ.
Ο κ. Μιχάλης Τιβέριος είναι ακαδημαϊκός, ομότιμος καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ