• Αναζήτηση
  • Ολα όσα πρέπει να ξέρετε για το ηλεκτρονικό τσιγάρο

    Στις αρχές του 19ου αιώνα οι ποιητές της Ρομαντικής Εποχής (Λόρδος Βύρων, Τζον Κιτς, Πέρσι Σέλεϊ…) έβρισκαν τον οίστρο τους ρουφώντας όπιο.

    Στις αρχές του 19ου αιώνα οι ποιητές της Ρομαντικής Εποχής (Λόρδος Βύρων, Τζον Κιτς, Πέρσι Σέλεϊ…) έβρισκαν τον οίστρο τους ρουφώντας όπιο. Ηταν μια έξη που προήλθε από την εκτεταμένη χρήση του βάμματος οπίου (του λαβδάνου) για την αντιμετώπιση της διάρροιας, της ρευματοπάθειας και ποικίλων νόσων της «Ευρώπης στα χρόνια της χολέρας». Μάλιστα, η χρήση αυτή εξαπλώθηκε στον ευρύτερο πληθυσμό όταν η διακυβέρνηση της Ινδίας από τη βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών μετέβαλε το όπιο σε μονάδα εμπορικής συναλλαγής. Και όταν οι Κινέζοι αρνήθηκαν να ενδώσουν σε παρόμοια «απελευθέρωση του εμπορίου», γεύθηκαν τις βρετανικές οβίδες του Πρώτου Πολέμου του Οπίου (1839-1842). Ωστόσο από τη δεκαετία του 1820 μια καινούργια εθιστική μόδα εμφανίστηκε μεταξύ των αριστοκρατών της Ευρώπης, η οποία έμελλε να υποκαταστήσει το όπιο: το κάπνισμα του πούρου. Και ύστερα, μετά τον Πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856), οι στρατιώτες που επέστρεψαν έφεραν μαζί τους στη Δύση το «γιατρικό των καημών του απλού ανθρώπου» – το τούρκικο τσιγάρο.
    Τσιγάρο: από την κυριαρχία στην παρανομία
    Κατά τον 20ό αιώνα ολόκληρες οικονομίες χωρών στηρίχθηκαν στην παραγωγή καπνού και η παντοδύναμη διαφήμιση των καπνοβιομηχανιών επέβαλε την κατανάλωση τσιγάρων στην πλειονότητα του εργαζόμενου πληθυσμού. Ετσι ενώ στις αρχές του αιώνα οι καπνιστές της Δύσης αριθμούσαν λιγότερους από το 0,5% του πληθυσμού, το 1965 είχαν φθάσει να είναι το 50% των ανδρών και το 33% των γυναικών. Ολοι οι ευρωπαϊκοί στρατοί και ο στρατός των ΗΠΑ φρόντισαν και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους να μοιράζουν στους στρατιώτες τους πακέτα τσιγάρων. Αλλά, κατά ιστορική ειρωνεία, ήταν οι Ναζί που ξεκίνησαν την επιστημονικά τεκμηριωμένη αντικαπνιστική εκστρατεία: αφότου ο Χίτλερ έκοψε το κάπνισμα, το θεώρησε «βίτσιο των νέγρων» ή «εκδίκηση των ερυθρόδερμων απέναντι στους λευκούς» και υποστήριξε οικονομικά τις έρευνες του καθηγητή Καρλ Αστελ, στο Πανεπιστήμιο της Ιένας, για τις βλαβερές συνέπειες του καπνού. Ο Αστελ ήταν ο πρώτος που συνέδεσε επιστημονικά τον καρκίνο των πνευμόνων με το κάπνισμα τσιγάρων. Το 1941 επιβλήθηκε από τον Χίτλερ ο πρώτος περιορισμός στη διαφήμιση του καπνίσματος και οι φόροι ανήλθαν στο 80%-95% της λιανικής τιμής των τσιγάρων. Τον Ιούλιο του 1943 η ναζιστική Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που απαγόρευσε το κάπνισμα σε άτομα κάτω των 18 ετών και από την επόμενη χρονιά γενικά το κάπνισμα στα δημόσια μέσα μεταφοράς.
    Τη συνέχεια της ιστορίας λίγο-πολύ την ξέρετε. Το κύμα δίωξης του καπνού σχηματίστηκε στις ΗΠΑ το 1964 (ακριβώς πριν από μισό αιώνα), όταν ο επικεφαλής των υπηρεσιών Υγείας αποφάνθηκε πως «το κάπνισμα συνιστά τόσο σημαντικό κίνδυνο για την υγεία των πολιτών των ΗΠΑ ώστε να απαιτεί κατάλληλα διορθωτικά μέτρα». Το πρώτο ουσιαστικό τέτοιο μέτρο ήρθε το 1975, όταν ο στρατός των ΗΠΑ σταμάτησε να μοιράζει τσιγάρα. Επειτα τα απανωτά ευρήματα των επιστημόνων για την ύπαρξη περισσότερων από 4.000 καρκινογόνων ουσιών στα τσιγάρα έκαναν το κύμα να περάσει στην Ευρώπη και να φθάσει ως την Κίνα, φέρνοντας στις αρχές του 21ου αιώνα τη σταδιακή «αποψίλωση» των καπνιστών παγκοσμίως. Τότε, το 2003, ήταν που ένας κινέζος φαρμακοποιός, ονόματι Χον Λικ, θυμήθηκε τις παλιές πίπες του οπίου και τον τρόπο που εξάτμιζαν το όπιο χωρίς να το καίνε. Συνδύασε μία επαναφορτιζόμενη μπαταρία λιθίου, μία ηλεκτρική αντίσταση και ένα σφουγγάρι μουλιασμένο σε γλυκερίνη και αρωματικές ύλες της ζαχαροπλαστικής και… εφηύρε το ηλεκτρονικό τσιγάρο.
    Πώς δουλεύει το e-τσιγάρο;

    Οι ποικίλες μορφές του ηλεκτρονικού τσιγάρου, από προσομοίωση του γνωστού έως ηλεκτρονική πίπα

    Οι συσκευές άτμισης φθάνουν στην αγορά με πάμπολλες μορφές: από απομιμήσεις του κλασικού τσιγάρου και της πίπας καπνού ως σχήματα που θυμίζουν κατσαβίδι ή μπουζί αυτοκινήτου. Ολα όμως βασίζουν τη λειτουργία τους στον συνδυασμό έξι συστατικών: (1) την πηγή ενέργειας (επαναφορτιζόμενη μπαταρία ιόντων λιθίου), (2) τη θήκη της μπαταρίας που εμπεριέχει και το κύκλωμα ελέγχου της τάσης, (3) την ηλεκτρική αντίσταση ατμοποίησης (κεφαλή του ατμοποιητή), (4) το δοχείο του υγρού, που λειτουργεί και ως θάλαμος ατμοποίησης (ονομάζεται και ατμοποιητής όταν πωλείται μαζί με την αντίσταση), και (5) το στόμιο, απ’ όπου ο χρήστης εισπνέει τον ατμό. Μεταξύ της κεφαλής του ατμοποιητή και της μπαταρίας μεσολαβεί συνήθως και ένας μεταλλικός δακτύλιος, που διασφαλίζει την επαφή των πόλων της μπαταρίας με την αντίσταση. Τέλος, για την έναρξη ή το κλείδωμα της συσκευής άτμισης, υπάρχει (6) ένας χειροκίνητος πιεστικός διακόπτης ή ένας αισθητήρας εισρόφησης που αναλαμβάνει αυτόματα την έναρξη και την παύση.

    Τα μοντέλα που προσφέρονται διεθνώς είναι συνήθως ρυθμισμένα έτσι ώστε να λειτουργούν με αντιστάσεις των 2,4, 2,2 ή 1,8 Ohm (όσο μικρότερη τόσο περισσότερο ατμό παράγει, αλλά ξοδεύει και γρηγορότερα την μπαταρία). Οι θεριακλήδες του αθλήματος αναζήτησαν από πολύ νωρίς τρόπους μείωσης της αποδεκτής αντίστασης (ακόμη και στα 0,6 Ohm), άρα και ενσωμάτωσης μεγαλύτερης μπαταρίας (αντί για 650, 900 ή 1.100 mAh, θέλησαν 2.200, 2.600 ή και 3.400 mAh). Αυτό οδήγησε αρχικά σε κάποιους ερασιτεχνισμούς που επέφεραν… εκρήξεις των μπαταριών, πράγμα που ώθησε τη Βραζιλία στη γενική απαγόρευση των ηλεκτρονικών τσιγάρων. Μετέπειτα όμως οι πειραματιστές έβαλαν μυαλό και οι μετατροπές που πωλούν (ονομάζονται Mods) είτε έχουν δικό τους κύκλωμα ηλεκτρονικού ελέγχου της τάσης είτε χρησιμοποιούν μηχανική πυροδότηση.
    Γεύσεις… ζαχαροπλαστικής



    Τα υγρά αναπλήρωσης έρχονται σε διάφορες γεύσεις, μεγέθη και περιεκτικότητες νικοτίνης

    Φυσικά όλες αυτές οι συσκευές δεν βγάζουν κανέναν ατμό αν δεν γεμίσεις πρώτα τον θαλαμίσκο τους με το κατάλληλο υγρό. Το οποίο υγρό φροντίζουν να το παρέχουν τουλάχιστον 200 εταιρείες παγκοσμίως, είτε σε έτοιμη μορφή (e-liquid) είτε σε υγρά ανάμειξης από τον χρήστη (βάση + άρωμα). Η παλέτα γεύσεων και αρωμάτων τους είναι απίστευτα πλούσια, ακριβώς επειδή προέρχονται από την ήδη εκτεταμένη αρωματοβιομηχανία των ειδών διατροφής και ζαχαροπλαστικής: θα βρείτε από πλήρη γκάμα απομιμήσεων γεύσεων γνωστών μαρκών τσιγάρων, καπνών πίπας και πούρων ως γεύσεις σοκολάτας, φουντουκιού, μπανάνας, μήλου, φράουλας, καπουτσίνο, τιραμισού… Στη δεύτερη περίπτωση, όπου προτιμά κανείς να αναμείξει μόνος του τα υλικά, αγοράζει τη «βάση» και το «άρωμα» της προτίμησής του. Η βάση είναι είτε φυτικής προέλευσης (VG, δηλαδή γλυκερίνη) είτε φαρμακευτικής (PG, δηλαδή προπυλενογλυκόλη), ή είναι ανάμειξη των δύο εξ ημισείας.  

    Τα περισσότερα υγρά αναπλήρωσης και τα αρώματα πωλούνται σε μπουκαλάκια των 10 ml, σε τιμή από 4,5 ως 7 ευρώ. Οι βάσεις πωλούνται σε συσκευασίες των 100 ml, σε τιμές που διαφοροποιούνται κυρίως από την περιεκτικότητα σε νικοτίνη: η βάση χωρίς νικοτίνη (ένδειξη συσκευασίας 0 mg) κοστίζει συνήθως 2 ευρώ, εκείνη των 12 mg γύρω στα 7, εκείνη των 18 mg περίπου 10, η των 11 mg 11 ευρώ και η «τούρμπο» των 36 mg φθάνει στα 16 ευρώ. Πάντως η επιλογή της ανάμειξης βάσης με άρωμα δίνει όχι μόνο μεγαλύτερη γκάμα γευστικών επιλογών αλλά και μεγάλη οικονομία: ο τυπικός καπνιστής ενός πακέτου τσιγάρων την ημέρα θα χρειαστεί τουλάχιστον 5 μπουκαλάκια υγρού 10 ml τον μήνα (25-35 ευρώ), ενώ με μία βάση και ένα άρωμα (συνολικού κόστους 10-20 ευρώ) καλύπτεται για το ίδιο χρονικό διάστημα.
    Ποιο είναι το πραγματικό κόστος του ατμίσματος;
    Μιλώντας τώρα για κόστος ατμίσματος, καλό είναι να γνωρίζουμε ότι το ηλεκτρονικό τσιγάρο δεν είναι ένα ούτε… αιώνιο: Ακόμη κι αν αγοράσει κανείς μεγάλης χωρητικότητας μπαταρία (πάνω από 1.100 mAh), πάλι θα χρειάζεται μία εφεδρική, διότι η φόρτιση αργεί· και όσο μεγαλύτερη η μπαταρία τόσο πιο αργή η επαναφόρτιση. Βεβαίως οι προμηθευτές των συσκευών προσφέρουν και φορτιστές USB, για άτμισμα και κατά τη διάρκεια της φόρτισης, εφόσον εργαζόμαστε σε υπολογιστή, αλλά αυτό φθείρει την μπαταρία πρόωρα. Επίσης οι τωρινές επαναφορτιζόμενες μπαταρίες δεν αντέχουν πάνω από έξι-εννέα μήνες χρήσης. Αρα θα πρέπει να προϋπολογίσει κανείς τρεις-τέσσερις μπαταρίες ανά έτος. Συνολικά, με την προϋπόθεση αγοράς μιας καλής αλλά φθηνής λύσης, το ετήσιο κόστος ανέρχεται σε περίπου 50-60 ευρώ για το αρχικό κιτ (δύο μπαταρίες των 650 ή 1.100 mAh, ένας ατμοποιητής με αντίσταση 2,4 Ohm, ένας ατμοποιητής με αντίσταση 1,8 Ohm, ένας φορτιστής USB, ένας φορτιστής 220V-5V), συν 25 ευρώ για μία νέα μπαταρία των 1.100 mAh ανά εξάμηνο (άρα Χ 2), συν 24 ευρώ για μία νέα αντίσταση κάθε μήνα (2 ευρώ Χ 12), συν 20 ευρώ για βάση και άρωμα κάθε μήνα (Χ 12), μας κάνουν… γύρω στα 350 ευρώ ετησίως. Ακόμη κι αν το ποσό αυτό φθάσει στα 450 ευρώ την πρώτη χρονιά, λόγω πειραματισμών με εναλλακτικά μοντέλα ή αστοχιών του αρχαρίου, απέναντι στα περίπου 740 ευρώ τον χρόνο που δίνει ετησίως ο καπνιστής του ενός πακέτου τσιγάρων ημερησίως (συν όσα δίνει στους… γιατρούς), το όφελος προκύπτει εξόφθαλμο. 
     
    Σημειωτέον ότι το κόστος των συσκευών μπορεί να αυξηθεί κατά πολύ αν θελήσει κανείς εξεζητημένες δυνατότητες, όπως μεταβλητή τάση ή… ασύρματη επικοινωνία με υπολογιστή, για να καταγράφει τον προσωπικό του ρυθμό άτμισης, ή αν αγοράσει «χειροποίητα Mods» των 150-250 ευρώ (το ακριβότερο είναι ελληνικό).
    Συμβουλές εκ πείρας


    Πάντως η προσωπική εμπειρία του γράφοντος προσυπογράφει ότι τα μόνα σημεία στα οποία αξίζει να δώσει κανείς ιδιαίτερη προσοχή είναι τρία: (α) θάλαμος υγρού που δεν εμφανίζει διαρροές, (β) μπαταρία αρκετά μεγάλη ώστε… να μην ψάχνεις συνεχώς για πρίζες και (γ) υγρά από επώνυμη και κατά το δυνατόν αξιόπιστη αρωματοβιομηχανία, προκειμένου να ελέγχονται αυτά που «πίνεις». Και είθε τα αρχικά mg νικοτίνης που διαλέγεις να έχουν τα υγρά, να καταλήξουν σταδιακά να γίνουν 0. 

    Υπάρχει και… τρίτος δρόμος

    Ατμιστές καπνού και… άλλων στερεών: με φυσίγγια ο αμερικανικός Ploom Model Two

    Ενόσω τα ηλεκτρονικά τσιγάρα συνέχιζαν την ανοδική τους πορεία, μια «παράλληλη αγορά ατμιστών» ανθούσε στις ΗΠΑ: το άτμισμα τριμμένων φύλλων κάνναβης ή σβώλων χασίς. Δύο φοιτητές βιομηχανικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Stanford είδαν τη συσχέτιση και αποφοίτησαν (το 2006) καταθέτοντας μια ευρεσιτεχνία: συσκευή που εξατμίζει τον καπνό, χωρίς να τον καίει. Το 2010, η εταιρεία τους – ονόματι Ploom, www.ploom.com – παρουσίασε το πρώτο ατμιστικό τσιγάρο καπνού, με τιμή 40 δολάρια. Οπως δήλωσαν οι δύο εφευρέτες, η ευρεσιτεχνία τους «έχει να κάνει με μια απλή αλλά πολύ σημαντική ιδέα: θέρμανε οτιδήποτε σε χαμηλή θερμοκρασία και θα βγουν μόνο οι πιο πτητικές ενώσεις. Η καπνοβιομηχανία μάς άφησε μεγάλο κενό να κινηθούμε… γιατί πιστεύουμε ότι ήταν εντελώς εστιασμένη στη διαιώνιση της καιόμενης ράβδου καπνού».  

    Τεχνολογικά, η καινοτομία τους συνίστατο στο ότι χρησιμοποιoύσαν καταλύτη πλατίνας για να θερμάνουν – με αέρα και βουτάνιο – ένα φυσίγγιο καπνού παρόμοιο με εκείνα του καφέ. Ο καπνιστής εισέπνεε το πλήρες άρωμα του καπνού χωρίς τα καρκινικά παρελκόμενα που θα είχε η καύση του. Αρκεί να πλήρωνε για μία δωδεκάδα φυσιγγίων καπνού 9 δολάρια. Παρά το υψηλό κόστος τους, έγιναν μόδα στους καλλιτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ και, φυσικά, οι κινέζοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών τσιγάρων έσπευσαν να μιμηθούν την Ploom, παρουσιάζοντας μοντέλα που δέχονται καπνό. Και από εφέτος η καπνοβιομηχανία-γίγας Japan Tobacco πουλάει τα Ploom παγκοσμίως, με δικά της φυσίγγια καπνού. Αποδεικνύοντας ότι ο καπνός είναι «too old to rock ‘n’ roll, too young to die…».

    Η ΝΕΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ
    Από τον Τζόνι Ντεπ στις καλπάζουσες εξαγορές


    Ο πρώτος διδάξας το ατμίζειν, από μεγάλης οθόνης, ήταν ο Τζόνι Ντεπ, στον «Τουρίστα»

    Τη σύσταση του ηλεκτρονικού τσιγάρου στο ευρύ κοινό ανέλαβε το 2010 ο ηθοποιός του Χόλιγουντ Τζόνι Ντεπ, όταν σε ένα στιγμιότυπο της ταινίας «Ο τουρίστας» εξήγησε τη χρήση του στην Αντζελίνα Τζολί. Εκτοτε τα καταστήματα πώλησης «e-cigs» πλημμύρισαν το Διαδίκτυο και «ατμοπωλεία» πώλησης τόσο των συσκευών όσο και των απαραίτητων «ζουμιών τους» εμφανίστηκαν σε γειτονιές και πόλεις και της χώρας μας – ακόμη και σε σουπερμάρκετ. Αντίστοιχη ήταν και η αύξηση του πληθυσμού των «ατμιστών» παγκοσμίως: από 50.000 ηλεκτρονικά τσιγάρα που πουλήθηκαν σε όλον τον πλανήτη το 2008, το 2012 έφθασαν να αγοραστούν 3,5 εκατομμύρια. Κατά τις τρέχουσες εκτιμήσεις, το ποσοστό των χρηστών ηλεκτρονικών τσιγάρων τριπλασιάζεται κατ’ έτος. Ηδη, στις αρχές του 2014, τα συνολικά έσοδα της διεθνούς βιομηχανίας ηλεκτρονικών τσιγάρων αποτιμώνται (από το πρακτορείο Bloomberg) σε 1,8 δισ. δολάρια και απειλούν άμεσα το κάποτε παντοδύναμο τραστ των καπνοβιομηχανιών (Altria, British American Tobacco, Imperial Tobacco, Japan Tobacco, Lorillard, Philip Morris, Reynolds).

    Στην αιφνιδιαστική επίθεση του ηλεκτρονικού τσιγάρου οι καπνοβιομηχανίες απάντησαν με καθυστέρηση πενταετίας. Η αμερικανική Lorillard εξαγόρασε το 2012 τη μεγαλύτερη μάρκα ηλεκτρονικών τσιγάρων στις ΗΠΑ, την Blu, η Imperial απέκτησε πρόσφατα την Dragonite – μια κινεζική εταιρεία που πρωτοστάτησε στην εν λόγω τεχνολογία -, ενώ η Altria και η Reynolds αναμένονται εφέτος να ξεκινήσουν την πώληση δικών τους ηλεκτρονικών τσιγάρων. Η British American Tobacco αγόρασε την πατέντα ενός συστήματος παροχής νικοτίνης με συσκευή άσθματος από τη βρετανική Kind Consumer Ltd. και η Philip Morris τη νεοζηλανδική πατέντα παρόμοιας συσκευής, που όμως βασίζεται σε χημική αντίδραση και εισπνοή της νικοτίνης μέσω ατμών πυροσταφυλικού οξέος.
    Βλέπουμε λοιπόν ότι οι απαντήσεις σημαίνουν είτε ένταξη στο ρεύμα του ηλεκτρονικού τσιγάρου είτε δημιουργία μελλοντικής μόδας «σνιφαρίσματος υγιεινότερου καπνού». Οπως γνωρίζουν όμως όλοι οι καπνίζοντες, ο εθισμός δεν έχει να κάνει μόνο με τους υποδοχείς της νικοτίνης στον εγκέφαλο αλλά και με τη συνήθεια του χεριού να «κρατάει κάτι στα δάχτυλά του». Οπότε… το άμεσα ουσιαστικό ερώτημα των καπνιστών παραμένει το αν είναι το ηλεκτρονικό τσιγάρο ασφαλές.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Science
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk