Ο Βορράς και ο Νότος της τέχνης

Σύμφωνα με μια αντιμεταφυσική αρχή του Νίτσε, όλα τα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο έχουν μια ξεχωριστή ιστορία και έναν προσίδιο τόπο γέννησης.

…Για εκείνους τους σπάνιους και σπάνια ικανοποιημένους ανθρώπους, που είναι πολύ εκτενείς για να βρουν ικανοποίηση σε οποιοδήποτε είδος πατριωτισμού και που ξέρουν να αγαπούν τον Νότο στον Βορρά και τον Βορρά στον Νότο – για τους γεννημένους Μεσόγειους, τους «καλούς Ευρωπαίους».
Νίτσε, 1886
Νίκος Δασκαλοθανάσης
Ιστορία της τέχνης
Η γέννηση μιας νέας επιστήμης.
Από τον 19ο στον 20ό αιώνα.
Εκδόσεις Αγρα, 2013,
σελ. 497, τιμή 23 ευρώ
Σύμφωνα με μια αντιμεταφυσική αρχή του Νίτσε, όλα τα πράγματα σε αυτόν τον κόσμο έχουν μια ξεχωριστή ιστορία και έναν προσίδιο τόπο γέννησης. Ημερομηνία και τόπος γέννησης είναι οι εμπράγματοι δείκτες όλων των φαινομένων. Βέβαια, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και αυτή η ίδια η ερμηνευτική αρχή του Νίτσε δεν έχει υπεριστορικό χαρακτήρα, αλλά εγγράφεται με τη σειρά της στις χωροχρονικές συντεταγμένες του τέλους του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, όπου το άλλοτε κυρίαρχο μοντέλο της ιδεαλιστικής – κυρίως εγελιανής – σύλληψης της Ιστορίας ως ενιαίας παγκόσμιας ιστορίας αρχίζει να κλονίζεται συθέμελα από τα σφυροκοπήματα ενός ρηξικέλευθου μοντερνισμού, ο οποίος αμφισβητεί κάθε μορφή υπεριστορικής ή μεταϊστορικής αλήθειας. Ως εκ τούτου η υπόθεση εργασίας ότι και η ιστορία της τέχνης είναι ιστορικό φαινόμενο (ή μάλλον συγκροτείται από πολλές, αντιμαχόμενες και μη ενοποιήσιμες ιστορίες) δεν πρέπει να εκληφθεί ως αυτοαναφορικό παράδοξο ή θεωρητικός παραλογισμός (Καντ) που θα πρέπει να αποκλειστεί από τον στοχασμό επειδή, λ.χ., δημιουργεί προβλήματα «θεμελίωσης» της νέας επιστήμης.
Το ζήτημα της μεθόδου


Ο Νίκος Δασκαλοθανάσης, καθηγητής στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της ΑΣΚΤ, φαίνεται πως θεωρεί πρωταρχικό καθήκον ενός ιστορικού της τέχνης τη γενεαλογία του γνωστικού του αντικειμένου. Μόνον όποιος γνωρίζει την τάξη του λόγου εντός της οποίας μιλά μπορεί να διαφοροποιηθεί από αυτήν και ίσως να τη μετασχηματίσει. Το επιστημολογικό αυτό καθήκον, το οποίο, όπως γνωρίζουμε, δεν είναι η συνήθης πρακτική των πανεπιστημιακών δασκάλων, τον είχε ήδη οδηγήσει στη συγγραφή του προηγούμενου βιβλίου του, όπου μέλημά του ήταν η έννοια του «δημιουργικού» καλλιτέχνη ως ιστορικού υποκειμένου (βλ. τη βιβλιοκριτική μου στο «Βήμα της Κυριακής» της 26.6.2005). Συνεπέστατος στη νεωτερική κατηγορική προσταγή που αξιοί την ιστορικοποίηση όλων των φαινομένων, ο συγγραφέας αυτού του ενδιαφέροντος βιβλίου για τη «Γέννηση μιας νέας επιστήμης» προσφεύγει στη γενεαλογική μέθοδο (Νίτσε, Φουκό) για να αποφύγει τις ερμηνευτικές παγίδες της αδιάρρηκτης συνέχειας, της μεταφυσικής καταγωγής, της ιδεαλιστικής ολότητας και της τελεολογικής αφήγησης (που καταργεί τη μοναδικότητα των γεγονότων), όπως αυτές μάς είναι γνωστές από την ιστορία των ιδεών. Το γενεαλογικό μοντέλο αφήγησης της ιστορίας της τέχνης αντιπαραθέτει σε όλες αυτές τις κατηγορίες την εμπράγματη ιστορία του εν λόγω φαινομένου, ήτοι «τις πραγματικές συγκρούσεις που τη γέννησαν στις αρχές του 19ου αιώνα και τη διαμόρφωσαν τις επόμενες δεκαετίες». Κύριο μέλημα του συγγραφέα είναι η απόρριψη τόσο του βιολογικού, φυσικού μοντέλου ιστοριογραφίας της τέχνης, βασισμένου στην οργανική μεταφορά της γέννησης, της ακμής και της παρακμής, όσο και του ανταγωνιστικού τεχνητού μοντέλου, που βασίζεται στην εξίσου προβληματική έννοια της «επινόησης»: η προτίμηση του δεύτερου έναντι του πρώτου «συνδέεται με τον κίνδυνο υποκατάστασης μιας (επινοημένης) μεταφοράς για την Ιστορία από μια αντίληψη για την Ιστορία ως (επινοημένη) μεταφορά».
Η γενεαλογική μέθοδος έχει, αντίθετα, ως στόχο της τον εντοπισμό του ενικού συμβάντος της γέννησης ως μιας «ιστορικής στιγμής, μιας πραγματικής έναρξης στον – πλασματικό – ιστορικό χρόνο». Και επειδή αφετηρία αυτής της μεθόδου είναι η θέση ότι η γνώση και η επιστήμη – και η ιστορία της τέχνης, θα προσθέσουμε εδώ – λειτουργούν ως ιδεολογικό όργανο μιας θέλησης για δύναμη, ο Δασκαλοθανάσης παρουσιάζει την ιστορία της τέχνης ως ιδεολογικό όργανο των νεοσυγκροτούμενων και, την ίδια στιγμή, αλληλοσυγκρουόμενων για την ηγεμονία ευρωπαϊκών εθνών-κρατών κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Κάθε έθνος-κράτος κατασκευάζει για τις ανάγκες της πολιτικής και πολιτιστικής του ταυτότητας μια διαφορετική γενεαλογία, θέτοντας κάθε φορά ένα διαφορετικό, δικό του σημείο έναρξης της ιστορίας της τέχνης. Την ίδια στιγμή ιδρύει πανεπιστημιακές έδρες και μουσεία που θα υποστηρίξουν την εκάστοτε γενεαλογία, εμπλέκοντας έτσι όλους τους δυνατούς θεσμικούς μηχανισμούς για την ενίσχυση της θέσης του μέσα σε ένα σκηνικό αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.
Η διασπορά των καταγωγών


Η χρήση της έννοιας «γενεαλογία» από τον ιστορικό της ιστορίας της τέχνης είναι βέβαια τελείως διαφορετική από εκείνη που κάνουν τα έθνη-κράτη, τα οποία μεριμνούν κυρίως για την κατασκευή μιας μνημειώδους ή αρχαιολατρικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο γενεαλόγος (εν προκειμένω ο Δασκαλοθανάσης) δεν θέτει ως στόχο του την ανάπτυξη μιας μεγάλης αφήγησης της γέννησης της ιστορίας της τέχνης, αλλά πρωτίστως ενδιαφέρεται να δείξει ότι στην καταγωγή αυτής της νέας επιστήμης αποκαλύπτεται ένα πεδίο διασποράς αλληλοσυγκρουόμενων δυνάμεων. Εχοντας την έκτη, «ιστορική αίσθηση», όπως θα έλεγε ο Νίτσε, ο Δασκαλοθανάσης κατακερματίζει κατά την αναζήτηση της προέλευσης ό,τι θεωρούσαμε ενιαίο και συνεχές, πολλαπλασιάζοντας μάλιστα πολλές φορές τα σημεία ρήξης και ασυνέχειας εντός των νέων ιστορικών σχολών, κάτι που φαίνεται και στη δομή του βιβλίου του. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δημιουργούνται μορφές αφηγηματικής τάξης στη γενεαλογία της ιστορίας της τέχνης, μορφές που οργανώνονται με βάση το σχήμα Βορράς – Νότος. Ενώ στην εποχή του Βίνκελμαν (1717-1768) η νεοσύστατη ιστορία της τέχνης βρίσκει ακόμη το καταγωγικό της σημείο στην ελληνική ή και ρωμαϊκή αρχαιότητα, λίγο αργότερα, στην καμπή από τον 18ο προς τον 19ο αιώνα, προσφεύγει, για τη νομιμοποίηση και θεμελίωσή της, «βορείως των Αλπεων, απορρίπτοντας τη νεοκλασικιστική ιερή προσήλωση στο ιδεώδες του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και της αναγεννησιακής Ιταλίας» και συνάμα αναδεικνύοντας «την αξία του Μεσαίωνα για τη συγκρότηση της νεότερης Ευρώπης». Ο Νότος και ο Βορράς (ενίοτε με παρακαμπτήριο την Ανατολή) κλητεύονται κάθε φορά, ανάλογα με τις πολιτιστικές πολιτικές του κάθε έθνους-κράτους, ως διαφορετικές καταγωγές του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Εννοιολογικά σχήματα και πολιτικές


Το δυαδικό σχήμα Νότος – Βορράς (το οποίο επανεγγράφεται και εντός της Αναγέννησης με αντιπροσώπους τον Ραφαήλ και τον Ντύρερ) συνδέεται αντιστοίχως με τα εννοιολογικά διαζευκτικά σχήματα της απτικότητας ή της οπτικότητας, του κλασικού επιπέδου ή του νεωτερικού χώρου, της ιστορίας της τέχνης με ονόματα (Μορέλι) ή χωρίς ονόματα (Βέλφλιν), των υλικοτεχνικών ή φορμαλιστικών προσεγγίσεων, της ιεραρχικής καθυπόταξης (αριστοκρατία) ή της ισότιμης συνύπαρξης (δημοκρατία) των μορφών εντός του έργου, ενώ τέλος έχει να κάνει με τη μετατόπιση από το δίπολο δημιουργός-έργο στο μοντέρνο δίπολο έργο-θεατής, το οποίο θεματοποιείται από τον Ριγκλ στην ομαδική προσωπογραφία του Ρέμπραντ. Ετσι, η γέννηση της νέας επιστήμης συνοδεύεται και από νέα ερμηνευτικά σχήματα που οργανώνουν την πολυδαίδαλη εξάπλωσή της στον δυτικό πολιτισμό.
Ιστορία της τέχνης
Περιοδική έκδοση για την ιστορία και τη θεωρία της τέχνης,
Τεύχος 1
Εκδόσεις futura, χειμώνας 2013,
σελ. 212, τιμή 10 ευρώ

Το γεγονός ότι, στη γενεαλογική αφήγηση του Δασκαλοθανάση, οι γερμανόφωνες χώρες (Γερμανία, Ελβετία, Αυστρία) εμφανίζονται ως προνομιούχοι τόποι γέννησης της νέας επιστήμης – με τις αντίστοιχες πανεπιστημιακές σχολές του Βερολίνου (Χούμπολτ), της Βασιλείας (Μπούρκχαρτ) και της Βιέννης (Ριγκλ) – οφείλεται στις ιδιαίτερες συνθήκες που επικράτησαν στις εν λόγω χώρες κατά τον 19ο αιώνα. Οσον αφορά, για παράδειγμα, τη Γερμανία, όπου απουσίαζαν μια κεντρική εξουσία ή άλλοι ενοποιητικοί παράγοντες για τη συγκρότηση του έθνους-κράτους, η κλασικορομαντική«παιδεία» ανέλαβε το έργο της εθνικής ενοποίησης μέσω της αναβάθμισης της γοτθικής τέχνης του Μεσαίωνα και της «βόρειας Αναγέννησης».

Ο Νίκος Δασκαλοθανάσης καταθέτει στο βιβλίο του έναν μεγάλο όγκο ιστορικών, δομικών και φιλολογικών δεδομένων χωρίς να επιβαρύνει τη ρέουσα αφήγησή του. Βέβαια θα μπορούσε κανείς να επισημάνει την απουσία μεγάλων ιστορικών και θεωρητικών της τέχνης, όπως οι Βάρμπουργκ, Βόρινγκερ, Πανόφσκι και Γκόμπριχ, καθοριστικών όχι τόσο για τη γέννηση αλλά για την εξέλιξη της νέας επιστήμης. Ωστόσο, πιο σημαντική θεωρώ την απουσία άλλων, μη κανονιστικών θεωρητικών μοντέλων της ιστορίας της τέχνης («απεδαφικοποιημένων», θα έλεγε ο Ντελέζ, όπου Βορράς και Νότος είναι πεδία έντασης), τα οποία δεν εντάσσονται στις άλλοτε κυρίαρχες αυτοκρατορικές, εθνικές ή και εθνικιστικές πολιτιστικές πολιτικές του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού αιώνα. Αυτά όμως τα μοντέλα εμφανίζονται κυρίως εκεί όπου σταματά η ιστορική αφήγηση του Δασκαλοθανάση. Αναμένουμε λοιπόν την κάλυψη αυτής της έλλειψης μέσα από τις σελίδες του νεοσύστατου επιστημονικού περιοδικού που διευθύνει ο ίδιος.
Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (dionysos@panteion.gr).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk