Η ζωή μπροστά τους

Είναι συνεπείς στο ραντεβού μας. Επαγγελματίες. Ο Μαρίνος και ο Ιμπραήμ, τα δύο παιδιά που συμμετέχουν στην παράσταση της Αννας Βαγενά, «Η ζωή μπροστά σου», στο Θέατρο Μεταξουργείο, δεν έχουν καμία πείρα από υποκριτική. Στη σκηνή, όπου ανεβαίνουν μαζί με τη Βαγενά εκ περιτροπής, έχουν, παρ’ όλα αυτά, μάθει να υποδύονται τον Μόμο, τον μικρό, εγκαταλειμμένο από τη μητέρα του Αραβα, τον οποίο αναλαμβάνει να μεγαλώσει μια εβραία πόρνη. Εκτός σκηνής, διατηρούν την απροσποίητη και αυθόρμητη συμπεριφορά που ταιριάζει στην ηλικία τους. Δεκαέξι χρόνων ο Μαρίνος, 15 ο Ιμπραήμ. Σε κερδίζουν αμέσως. Συνεσταλμένος και γλυκός ο Μαρίνος, πιο ανοιχτός και άνετος ο Ιμπραήμ. Το χάσμα των γενεών ανοίγεται ανάμεσά μας. Οταν τα «κυρία» και «κύριε» δίνουν και παίρνουν, αν μη τι άλλο κάποιος σε θεωρεί «παλιά γενιά». Ας είναι, αποτελεί δείγμα αγωγής.
Από την Κουμουνδούρου στα Πατήσια

Η Αννα Βαγενά έψαχνε δύο παιδιά αραβικής καταγωγής για να συμμετάσχουν στο θεατρικό έργο, το οποίο είναι βασισμένο στο βραβευμένο μυθιστόρημα του Ρομάν Γκαρί. Δεν χρειάστηκε να πάει μακριά. Τον Μαρίνο τον είδε στην πλατεία Αυδή, όπου «παίζουν όλες οι φυλές του κόσμου». Ενα παιδί λιγομίλητο, ντροπαλό. Τόσο ντροπαλό, ώστε δεν έχει αφήσει ακόμη τους φίλους του ή τους γονείς του να έρθουν να τον δουν στην παράσταση. Ο Μαρίνος δεν έχει συνηθίσει ακόμη το άγχος προτού βγει στη σκηνή. Είναι λίγο μελαγχολικός, παρά το φωτεινό του χαμόγελο. Ο πατέρας του είναι Αιγύπτιος και η μητέρα του από την Αλβανία. Εκείνος μάγειρας, εκείνη δουλεύει σε καφετέρια. Ζουν στην πλατεία Κουμουνδούρου.
Για τον Ιμπραήμ η Αννα Βαγενά έψαξε λίγο παραπάνω. Ρώτησε τον κινέζο ιδιοκτήτη ενός καταστήματος της γειτονιάς, ο οποίος είχε έναν αιγύπτιο υπάλληλο, και εκείνος υπέδειξε με τη σειρά του τον πατέρα του Ιμπραήμ, έναν αιγύπτιο οικοδόμο που μένει στα Πατήσια. Τα είπαν με την κυρία Αννα και τα συμφωνήσαν. Ετσι, ο Μαρίνος Ρισκ και ο Ιμπραήμ Χασάν θα παίζουν στο θέατρο αυτόν τον χειμώνα. «Είναι δύσκολη τέχνη το θέατρο» θα πει ο Ιμπραήμ με τον πραγματισμό που τον διακρίνει, χωρίς καμία σοβαροφάνεια. Ενας έφηβος που νιώθει καλά με τον εαυτό του. «Πρέπει να θυμάσαι το κείμενο και να το λες, όχι όμως σαν να μιλάς απλά. Μας το έχει μάθει η κυρία Αννα».
Οι καταπακτές της μνήμης ανοίγουν τρίζοντας και αναδύεται η ξεχασμένη αίσθηση της αναστάτωσης της εφηβείας. Ο κόσμος των παιδιών αυτής της ηλικίας έχει τους δικούς του κώδικες: με τα παντελόνια σωλήνα, τα καπελάκια τζόκεϊ και τα φιλόδοξα σχέδια για το απροσδιόριστο ακόμη μέλλον. Ο Ιμπραήμ πηγαίνει στο 1ο ΕΠΑΛ (επαγγελματικό λύκειο) Γαλατσίου. Θα του άρεσε να γίνει ηθοποιός τώρα που το δοκίμασε, αλλά, όπως λέει, «πρώτα θα σπουδάσω, ή γεωπόνος ή στο Τμήμα Πολιτικών Δομικών Εργων. Τα ΤΕΙ Γεωπονίας τα πιάνεις πιο εύκολα απ’ ό,τι αν πας για μηχανικός αυτοκινήτων. Και όλοι θέλουν να γίνουν μηχανικοί αυτοκινήτων». Ο Μαρίνος πηγαίνει σχολείο στα Πετράλωνα. Είναι πολύ ξεκάθαρος, θέλει να γίνει προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οι βαθμοί του δεν ήταν πολύ καλοί, αλλά «μετράει η βαθμολογία της Γ΄Λυκείου», οπότε ευελπιστεί ότι θα επανακάμψει δυναμικά του χρόνου. Η ενασχόλησή του με την υποκριτική είναι παροδική, για όσο χρειαστεί ώσπου να καταφέρει να μαζέψει κάποια χρήματα και να πάρει έναν καινούργιο υπολογιστή. «Αυτόν τον έχω οκτώ χρόνια και, επειδή στην πολυκατοικία μας έχουμε πολλές διακοπές ρεύματος, έχει καταστραφεί εντελώς» θα πει.
Οσοι πήγαν σχολείο μέχρι και τη δεκαετία του ’80, σπάνια θα είχαν συμμαθητές γεννημένους στην Ελλάδα, από ξένους γονείς. Ο ρατσισμός ήταν μια αφηρημένη έννοια, την οποία μπορούσε κανείς να αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας. Με ευκολία και από απόσταση. Οι παρέες πλέον είναι πολυπολιτισμικές. Σε ορισμένες περιοχές της Αθήνας. «Οταν έχω ρεπό, πηγαίνω με τα παιδιά και χορεύω. Εχουμε μια χορευτική ομάδα στην Γκράβα» λέει ο Ιμπραήμ. «Είναι νέος χορός, τον λένε jerking. Δεν είναι breakdance, αλλά κάτι παρόμοιο, με μουσική R’n’B. Εμείς είμαστε οι LYM: Lose Υour Mind. Είμαστε πέντε παιδιά. Τρεις Πολωνοί, ένας από Αιθιοπία και εγώ, από Αίγυπτο. Είχαμε και ένα παιδί από Ελλάδα, αλλά έφυγε, πήγε στο χωριό του. Είχαμε και ένα άλλο παιδί από Σουδάν, αλλά έφυγε κι εκείνος, πήγε στη Γαλλία για πάντα. Ηταν και ένα παιδί, ένας Ελληνας, έμαθε όλη τη χορογραφία σε μια μέρα. Του είπαμε να έρθει κι αυτός στην ομάδα, αλλά μας είπε ότι δεν ασχολείται με χορό. Εντάξει, του είπα, αν δεν θέλεις να μπεις, δικαίωμά σου». Λανθάνων ρατσισμός ή τυπικές εφηβικές διαφωνίες και αντιπαλότητες;
Ρατσισμός και ιθαγένεια

«Οχι, δεν βιώνουμε ρατσισμό», θα πουν και οι δύο, σχεδόν με μια φωνή. «Οταν είμαι μόνος μου, φοβάμαι μήπως δεχτώ επίθεση είτε από ρατσιστές είτε από άλλους. Αλλά είμαι πάντα με παρέα» θα παραδεχτεί ο Ιμπραήμ. Ο Μαρίνος πιστεύει ότι ο ρατσισμός είναι θέμα των μεγάλων. «Χωρίς παρεξήγηση», θα προσθέσει ευγενικά. «Κάνουμε πολύ παρέα με Ελληνες. Μα Ελληνες είμαστε κι εμείς!» θα αναφωνήσουν αυτό που θεωρούν αυτονόητο. Σωστά. Είναι και οι δυο γεννημένοι στην Αθήνα, και η Ελλάδα είναι η πατρίδα τους. Είναι Ελληνες, απλώς οι γονείς τους έχουν ξενική καταγωγή. Χωρίς υπηκοότητα, με μόνο επίσημο χαρτί το διαβατήριό τους. «Είχαμε κάνει τα χαρτιά μας πριν από περίπου δύο χρόνια για την υπηκοότητα, νομίζω την πήραν κάποια άτομα που είχαν δηλώσει μετά από εμάς, και έπειτα μας είπαν ότι πάγωσε ο νόμος. Κάτι τέτοιο» εξηγεί ο Ιμπραήμ.
Τα καλοκαίρια πηγαίνουν για μπάνιο με το λεωφορείο στη Βάρκιζα. Επιστρέφουν και στη χώρα προέλευσης των γονιών τους. Σε ένα χωριό της Αλβανίας ο Μαρίνος, στην Αλεξάνδρεια ο Ιμπραήμ. Εκεί βρίσκεται η μητέρα του μαζί με τα δύο αδέλφια του. «Κανονικά θα έφευγα κι εγώ μαζί της, οριστικά, για να μείνουμε με τη γιαγιά μου, γιατί εδώ είναι δύσκολη η ζωή. Αλλά προέκυψε το θέατρο και βρήκα μια δικαιολογία για να μη φύγω. Δεν θέλω να φύγω, εδώ θέλω να μείνω για πάντα. Δεν λέω, μου λείπει η μάνα μου με τα αδέλφια μου. Λογικά θα τη φέρουμε εδώ ξανά. Δεν ξέρω».
Ακόμη και μεσούσης της κρίσης… Είναι έφηβοι, αλλά σίγουρα θυμούνται τα χρόνια πριν από το 2009. Η μνήμη τους, όμως, φτάνει ακόμη πιο πίσω. «Είναι μεγάλη η αλλαγή» θα πει ο Μαρίνος. «Τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα με τη δραχμή. Ηταν πραγματικά υπέροχα». «Μα πώς μπορεί να θυμάσαι, ήσουν το πολύ τριών-τεσσάρων ετών;» είναι το εύλογο ερώτημα. «Κι όμως, θυμάμαι» νεύει με νόημα. Και ο Ιμπραήμ θυμάται τα καλά της δραχμής. Αλλά δεν έχει νόημα να ασχολούμαστε με το παρελθόν. Για την ώρα είμαστε στο ευρώ. «Τι σου λείπει, Ιμπραήμ;» θα ρωτήσω. Αποφεύγει να το πει, αλλά ο πατέρας του δεν έχει δουλειά. «Δεν μου λείπει τίποτα» θα απαντήσει. «Και φαΐ έχω… Πάλι καλά, δηλαδή. Αν κι εγώ δεν τρώω, φταίει ο μεταβολισμός μου. Ο,τι χρειάζομαι το έχω».
* Η παράσταση «Η ζωή μπροστά σου» ανεβαίνει στο Θέατρο Μεταξουργείο (οδός Ακαδήμου 14-16), σε σκηνοθεσία Αννας Βαγενά.

**Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

BHMAgazino
Σίβυλλα
Helios Kiosk