Tον Φεβρουάριο του 2011 ο Βρετανός Λουκ Χάρντινγκ, έπειτα από μια δεκαπενταετή δημοσιογραφική καριέρα, βλέπει ξαφνικά τον εαυτό του πρωτοσέλιδο θέμα στον διεθνή Τύπο. Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών αρνείται να του επιτρέψει την είσοδο στη χώρα με τον ισχυρισμό ότι παραβίασε τους νόμους του κράτους και το θέμα λαμβάνει παγκόσμιες διαστάσεις. Η τελευταία φορά που δυτικός δημοσιογράφος είχε απελαθεί από τη Μόσχα ήταν το 1989, όταν ο Ανγκους Ρόξμπεργκ, ανταποκριτής τότε των «Sunday Times», είχε εκδιωχθεί από το σοβιετικό καθεστώς. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Ρωσία ο Χάρντινγκ παραβίασε τον άγραφο νόμο των ξένων δημοσιογράφων που εργάζονταν εκεί. Ερεύνησε όλα τα θέματα-ταμπού: διαφθορά στο Κρεμλίνο, δραστηριότητες της FSB, αλλά και προσωπικά ζητήματα του Βλαντίμιρ Πούτιν, όπως η προσωπική περιουσία του.

Η προσωπική ιστορία του Χάρντινγκ συνοψίζεται στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο «Mafia State: Πώς ένας δημοσιογράφος έγινε εχθρός της σκληρής νέας Ρωσίας». Συναντιόμαστε στο στρατηγείο της εφημερίδας «Guardian», ένα εντυπωσιακό, μοντέρνας αρχιτεκτονικής κτίριο, στο Κινγκς Κρος στο Λονδίνο. Ο Χάρντινγκ εξακολουθεί να ερευνά τα θέματα της Ρωσίας. Στη συζήτησή μας προσπάθησε να συνοψίσει όλα τα στοιχεία που συνιστούν το αφήγημα της Ρωσίας του Πούτιν, του ανθρώπου που σήμερα διεκδικεί την επανεκλογή του στο ύπατο αξίωμα της χώρας.

Κύριε Χάρντινγκ, πώς βρεθήκατε στη Μόσχα; «Ημουν ο ανταποκριτής του “Guardian” στο Βερολίνο, όταν μια ημέρα ήρθε ο αρχισυντάκτης και μου ανακοίνωσε: “Hρθε ο καιρός να πας στη Μόσχα, χρειάζεσαι μια μεγαλύτερη πρόκληση!”. Ακόμη δεν έχω καταλάβει αν ήταν μια ευκαιρία καριέρας ή αν απλώς δεν έβρισκαν κάποιον άλλον να στείλουν…».

Πότε ακριβώς ξεκίνησαν τα προβλήματα; «Οταν ο Μπορίς Μπερεζόφσκι, ο ρώσος ολιγάρχης που ζούσε εξόριστος στο Λονδίνο, έδωσε μια συνέντευξη στην εφημερίδα την άνοιξη του 2007. Σε αυτήν υποστήριζε ότι είχε σχέδιο ανατροπής του Πούτιν. Καταλαβαίνετε ότι ένα λιγότερο παρανοϊκό και λιγότερο ανασφαλές καθεστώς θα αγνοούσε το περιεχόμενο μιας τέτοιας συνέντευξης, καθώς και τις απειλές που εκτοξεύονται από έναν άνθρωπο που ήταν πλέον ανίσχυρος. Δυστυχώς αυτό δεν ισχύει για τη Ρωσία του Πούτιν. Στη συνέντευξη αυτή ο δικός μου ρόλος ήταν απλός: έπρεπε να τηλεφωνήσω στο Κρεμλίνο και να ζητήσω ένα σχόλιο από τον Πούτιν. Την επόμενη ημέρα το όνομά μου εμφανίστηκε στο πρωτοσέλιδο πλάι στα ονόματα των συναδέλφων μου. Μετά ο ουρανός έπεσε επάνω στο κεφάλι μου!».

Τι ακριβώς συνέβη; «Μέσα σε 24 ώρες διάφοροι τύποι εμφανίστηκαν έξω από το διαμέρισμά μου. Το τηλέφωνό μου χτυπούσε ασταμάτητα και άγνωστοι ζητούσαν κάθε είδους πληροφορία. Τα e-mail που αφορούσαν το θέμα Μπερεζόφσκι εξαφανίζονταν ως διά μαγείας για να επανέλθουν λίγο αργότερα. Συνέβαιναν παράξενα πράγματα. Δύο εβδομάδες αργότερα μου ζητήθηκε από την FSB, τη ρωσική υπηρεσία πληροφοριών, να τους επισκεφθώ. Δεν γνώριζα τίποτα σχετικό με τους κανόνες αυτού του παιχνιδιού. Τον Μάιο του 2007, λοιπόν, επισκέφθηκα για πρώτη φορά τις φυλακές του Λεφόρτοβο – ένα κτίριο το οποίο έχει περιγράψει στα έργα του ο Σολζενίτσιν, εκεί όπου διαχρονικά κρατούνται όσοι θεωρούνται εχθροί του καθεστώτος. Είναι ένα μονότονο, κίτρινο, τριώροφο κτίριο, επενδυμένο με σπειροειδή συρματοπλέγματα. Η όλη εμπειρία ήταν κινηματογραφική. Ο αξιωματικός που συναντήσαμε μπορούσε να μας δει πίσω από ένα γκρι τζάμι, εμείς όμως δεν τον βλέπαμε. Ενα τριχωτό χέρι εμφανίστηκε και παρέλαβε το διαβατήριό μου. Εβλεπα γύρω μου έναν τεράστιο άδειο χώρο χωρίς καθίσματα. Η όλη εμπειρία στόχο είχε να με επηρεάσει ψυχολογικά. Η ανάκριση ήταν αστεία. Ξαφνικά το μάτι μου έπεσε επάνω σε ένα πλέγμα από γυαλί που είχε αποτυπωμένα τα αρχικά όλων των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στη σειρά. Αυτό ήταν μια συγκλονιστική στιγμή – η συνειδητοποίηση πως, παρά το γεγονός ότι ο κομμουνισμός είχε πέσει, παρά το γεγονός ότι η Ρωσία είναι μια δημοκρατία με τη σύγχρονη έννοια του όρου, οι σημερινές μυστικές υπηρεσίες της έβλεπαν τον εαυτό τους ως συνεχιστή των προκατόχων τους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν σκοτεινές μεθόδους για να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους».

Αυτές οι προκλήσεις συνεχίστηκαν; «Παραβίαζαν επιδεικτικά το διαμέρισμά μου. Εμπαιναν μέσα και άφηναν το παράθυρο του δωματίου του γιου μου ορθάνοιχτο. Εβαζαν σε λειτουργία ξυπνητήρια στη μέση της νύχτας, άφησαν μέχρι και εγχειρίδιο του σεξ επάνω στο κρεβάτι μου, έκλειναν την κεντρική θέρμανση του σπιτιού στο καταχείμωνο. Αυτοί οι άνθρωποι μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν. Και αυτό ήταν το μήνυμα που σου έστελναν. Η όλη ιδέα ήταν να παριστάνεις τον “Θεό”. Και ήταν βέβαια πολύ αποτελεσματική μέθοδος, διότι μπορούσαν να αρνηθούν τις πράξεις τους και να σε βγάλουν τρελό. Και όλα αυτά για να σε κάνουν να φοβηθείς και να σταματήσεις να γράφεις επικριτικά για το καθεστώς. Αυτές οι μέθοδοι χρησιμοποιούνται από την FSB σε ξένους διπλωμάτες και δημοσιογράφους για αρκετό καιρό».

Εννοείτε ότι όλες αυτές οι μέθοδοι είναι κεντρικά σχεδιασμένες; «Ψάξτε λίγο πίσω στα 80s: ποιος δούλευε στη Δρέσδη κατάσκοπος. Ο Πούτιν, σωστά; Στην ουσία επανεισήγαγε τις ίδιες πρακτικές υπονόμευσης των αντιπάλων του. Το κυρίαρχο πρόβλημα του σημερινού ρωσικού καθεστώτος είναι διανοητικό, αφού ο Πούτιν δεν κατάφερε να επινοήσει τίποτα καινούργιο. Δημιούργησε αυτή την απομίμηση της νεοσοβιετικής Ρωσίας, χωρίς όμως να αναπτύξει ένα νέο αφήγημα, μια καινούργια ιδέα, μια νέα ιδεολογία. Κατά συνέπεια, σήμερα στη Μόσχα συναντάς χιλιάδες κατασκόπους που δουλεύουν με το ίδιο ακριβώς εγχειρίδιο της KGB που διδάχθηκε ο Πούτιν 40 χρόνια νωρίτερα στο Λένινγκραντ. Είναι αστείο αν το σκεφθείτε, στην πραγματικότητα ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά κάποιοι δεν το έχουν συνειδητοποιήσει. Και συνεχίζουν να παίζουν το ίδιο έργο. Και δυστυχώς εγώ βρέθηκα να παίζω στο έργο αυτό χωρίς τη θέλησή μου».

Γιατί όμως παρακολουθούσαν εσάς και γιατί τους ξένους δημοσιογράφους; «Πρέπει να εξετάσετε ποιους δημοσιογράφους παρακολουθούν και ποιες εθνικότητες. Εγώ εγκαταστάθηκα στη Ρωσία τρεις μήνες μετά τη δηλητηρίαση του πρώην πράκτορα Αλεξάντερ Λιτβινένκο στο Λονδίνο, σε μια περίοδο που οι σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Λονδίνου ήταν στο χειρότερο δυνατό σημείο. Σας θυμίζω ότι έγιναν αμοιβαίες απελάσεις διπλωματών. Αν κοιτάξετε τις άλλες εθνικότητες, θα διαπιστώσετε για παράδειγμα ότι οι γερμανοί δημοσιογράφοι, με την εξαίρεση ενός ή δύο, δεν αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Βέβαια γνωρίζουμε από τις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει στα Wikileaks ότι ο Πούτιν έχει “εξαγοράσει” τον Μπερλουσκόνι και τον Σρέντερ. Με τη Βρετανία όμως έχει ανοιχτά θέματα. Εχει εξόριστους ολιγάρχες στο Λονδίνο, έχει το θέμα Λιτβινένκο. Το πρόβλημα με τον Πούτιν και την ηγετική ομάδα του είναι ότι όλοι έχουν ένα παρελθόν στις μυστικές υπηρεσίες και ζουν σε έναν δικό τους φανταστικό ξενοφοβικό κόσμο, όπου θεωρούν τους ξένους διπλωμάτες και δημοσιογράφους κατασκόπους. Αξιολογούν τον κόσμο με όρους παιχνιδιού κατασκοπίας. Ετσι θεωρούσαν και εμένα κατάσκοπο. Το άλλο θέμα που τους επηρέαζε ήταν ότι έγραφα συνεχώς ενοχλητικά άρθρα. Εξι μήνες μετά τη συνέντευξη Μπερεζόφσκι έγραψα ένα κείμενο, βασιζόμενο σε πηγές του Κρεμλίνου, στο οποίο υποστήριζα ότι η προσωπική περιουσία του Πούτιν ξεπερνά τα 40 δισ. δολάρια. Αυτό είναι ένα μεγάλο ταμπού. Μπορείς να γράψεις για τη διαφθορά σε τοπικό επίπεδο, μπορείς να ισχυριστείς ότι ο δήμαρχος του Βλαδιβοστόκ είναι διεφθαρμένος, αλλά δεν μπορείς να παραβιάσεις κάποιους άγραφους νόμους…».

Τελικά πώς όλα αυτά οδήγησαν στην απέλασή σας; «Τον Αύγουστο του 2008 ξέσπασε ο πόλεμος στη Γεωργία και εγώ κάλυπτα τις συγκρούσεις. Υποστήριξα μεταξύ άλλων ότι είδα εκκαθαρίσεις στα χωριά με συμμετοχή του ρωσικού στρατού. Νομίζω ότι αυτή ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, καθώς αυτά που έγραφα δεν συνδέονταν καθόλου με το αφήγημα του Κρεμλίνου, που έκανε λόγο για “ανθρωπιστική επέμβαση”. Επέστρεψα στη Μόσχα το φθινόπωρο του 2008 και οι παρενοχλήσεις τους γίνονταν πλέον σε καθημερινή βάση. Μπορούσα να τους καταλάβω, συνεχώς διέκοπταν τις τηλεφωνικές μου συνομιλίες, έβαζαν ανθρώπους να με παρακολουθούν, σε σημείο που η βρετανική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε διακριτικά την άνοιξη του 2009. Τότε σταμάτησαν μέχρι που επανήλθαν. Συνεχώς το ίδιο παιχνίδι. Εκεί που χαλαρώνεις και νομίζεις ότι σταματάνε, επανέρχονται».

Και πώς τελείωσε η περιπέτεια; «Το τέλος ήρθε με την ιστορία των Wikileaks. Ηταν Νοέμβριος του 2010 και βρισκόμουν στο Λονδίνο, όταν δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από το ρωσικό υπουργείο Τύπου. Δύο εβδομάδες αργότερα μου ανακοίνωσαν ότι “λυπούμαστε, αλλά έχετε παραβιάσει τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας και θα πρέπει να φύγετε”. Η απόφαση πήρε εξάμηνη παράταση, αλλά τον Φεβρουάριο με συνέλαβαν στο αεροδρόμιο και με απέλασαν. Εκείνη την εποχή ερευνούσα το πώς η Ρωσία ανέλαβε τη διοργάνωση του Μουντιάλ του 2018. Δεν κατάφερα να ολοκληρώσω το ρεπορτάζ».

Δεν πιστεύετε ότι η ρωσική κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις που έχει στην εικόνα της αυτή η συμπεριφορά σε ξένους υπηκόους; «Δεν τους αφορά. Ενα από τα προβλήματα του καθεστώτος είναι ότι υποφέρει από το “σύνδρομο του καθρέφτη”. Θεωρεί ότι οι υπόλοιπες δυτικές χώρες είναι οριακά πιο αποτελεσματικές εκδόσεις της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα ο Πούτιν δεν πιστεύει ότι οι υπόλοιπες δυτικές χώρες είναι πραγματικές δημοκρατίες. Αντίθετα, πιστεύει ότι οι εκεί ελίτ είναι το ίδιο διεφθαρμένες με τη ρωσική ελίτ. Θεωρεί ότι και οι άλλοι ηγέτες επηρεάζουν τα εκλογικά αποτελέσματα και τη δικαστική εξουσία όπως ο ίδιος. Πραγματικά το πιστεύει αυτό. Οπως πιστεύει ότι επειδή οι ρώσοι δημοσιογράφοι χρηματίζονται, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με τους δυτικούς. Θεωρεί ότι πληρωνόμουν από τη CIA ή την MI6. Δεν συνειδητοποιεί ότι τα αρνητικά δημοσιεύματα προκύπτουν από την κακή διοίκηση στη χώρα του. Και πιστεύει ότι με το να εκφοβίζει δημοσιογράφους και με το να ξοδεύει τεράστια ποσά σε δημόσιες σχέσεις θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα της εικόνας του. Ετσι, λοιπόν, συνθλίβοντας κάποιους ανθρώπους ή πληρώνοντας καταχωρίσεις στη “Washington Post” νομίζει ότι θα λύσει τα προβλήματά του».

Σύμφωνοι, αλλά στο διεθνές περιβάλλον όλα τα κράτη αναζητούν επενδύσεις, εξαγωγές, τουρισμό. Εχουν κάθε λόγο να νοιάζονται για την εικόνα τους. «Καταλαβαίνω την τοποθέτησή σας, αλλά φοβάμαι ότι ξεκινάτε από μια λάθος παραδοχή. Ξεκινάτε με το δεδομένο ότι το συγκεκριμένο καθεστώς ενδιαφέρεται πραγματικά για τη χώρα. Θα πρέπει όμως να σκεφθείτε διαφορετικά: το καθεστώς Πούτιν είναι ένα εγκληματικό καθεστώς. Στην ουσία πρόκειται για κλεπτοκρατία. Και ο κύριος στόχος των ανθρώπων που αποτελούν το σύστημα αυτό είναι να γαντζωθούν στην εξουσία και να διατηρήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, που, όπως καταλαβαίνετε, είναι τεράστια, αφού η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη πετρελαίου στον κόσμο. Κύριο μέλημα της ελίτ της, λοιπόν, δεν είναι η Μεγάλη Ρωσία. Η ανησυχία τους είναι το πώς θα διατηρήσουν τα πλούτη τους και πώς θα τα νομιμοποιήσουν. Τώρα στο Λονδίνο διεξάγονται δίκες μεταξύ των ρώσων ολιγαρχών και εκατοντάδες δικηγόροι εργάζονται χιλιάδες ώρες για να ξετυλίξουν το κουβάρι λογαριασμών σε βρετανικά, κυπριακά και παναμέζικα επενδυτικά σχήματα στα οποία έχουν τοποθετήσει κεφάλαια. Αυτά τους απασχολούν στην πραγματικότητα. Και αυτό εξηγεί και την επιστροφή του Πούτιν στην προεδρία. Κάποιοι λένε ότι είναι πια κουρασμένος και ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Τόσο αυτός όσο και η ηγετική ομάδα του γνωρίζουν πολύ καλά ότι μόλις χάσουν την εξουσία θα διεξαχθούν δικαστικές έρευνες, τα κεφάλαιά τους θα δεσμευτούν και οι περισσότεροι θα αναγκαστούν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Αρα το σύστημα χρειάζεται τη διαιώνιση του καθεστώτος Πούτιν. Πρόσφατα όμως και εντελώς ξαφνικά τους προέκυψαν οι διαδηλώσεις στη Μόσχα. Ηταν κάτι που δεν το περίμεναν».

Πού πιστεύετε ότι θα οδηγήσουν αυτές οι διαδηλώσεις; «Νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι ο Πούτιν θα κερδίσει τις εκλογές και θα εγκατασταθεί στο Κρεμλίνο τον Μάιο. Θα είναι ο Πούτιν που γνωρίζουμε, σαρδόνιος στις διεθνείς συναντήσεις του, θα διαμαρτύρεται για τις “δυτικές μυστικές συμφωνίες”. Θα αξιολογεί το διεθνές γίγνεσθαι μέσα από το πρίσμα του κατασκόπου. Αυτό όμως που συμβαίνει τώρα στη Ρωσία είναι μια μορφή “νοητικής επανάστασης”, αφού έπειτα από 12 χρόνια διοίκησης Πούτιν η μεσαία τάξη έχει φτάσει στα όριά της. Η κυρίαρχη ελίτ εξακολουθεί να κλέβει και να πλουτίζει εις βάρος της πλειονότητας του λαού εξασφαλίζοντας ασυλία από τη Δικαιοσύνη. Το κοινωνικό συμβόλαιο της εποχής Πούτιν βασίστηκε στην παραδοχή του ότι “εγκαταλείπεις τα ατομικά δικαιώματα για να αυξηθεί η συλλογική ευημερία”. Σε καιρούς οικονομικής κρίσης όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Και ο κόσμος το έχει συνειδητοποιήσει. Το Διαδίκτυο δημιουργεί μια τεράστια τρύπα στο σύστημα: οι άνθρωποι μπορούν να δουν και να κρίνουν, μπορούν να διαδηλώσουν, να ποστάρουν τα βίντεό τους. Ο πλούτος της ρωσικής οικονομίας είναι πελώριος και ο Πούτιν το καταλαβαίνει αυτό. Δημιούργησε μια μεγάλη γραφειοκρατία διευρύνοντας τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων από τρία σε τέσσερα εκατομμύρια υπαλλήλους ώστε να έχει έναν μεγάλο αριθμό ευνοημένων από αυτό το σύστημα».

Μια νέα μορφή κομμουνισμού… «Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια έξυπνη μορφή κλεπτοκρατικού καπιταλισμού. Αλλά το θέμα είναι ότι η Ρωσία δεν είναι Συρία ή Λιβύη. Ο Πούτιν έξυπνα δρώντας ελέγχει τη δημόσια σφαίρα, τον δημόσιο χώρο. Και επιτρέπει στον κόσμο να απολαμβάνει την ιδιωτικότητά του, κάτι που δεν συνέβαινε επί ΕΣΣΔ. Μπορούν να έχουν όποια σχέση θέλουν, να πίνουν όσο θέλουν, να κοιμούνται με όποιον θέλουν, αρκεί να μην μπλέκουν στα ζητήματα της δημόσιας σφαίρας. Δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι ο κόσμος διαμαρτύρεται γιατί έχει πολύ σημαντικούς λόγους να το κάνει. Δεν βλέπω μια επανάσταση σύντομα, αλλά θεωρώ ότι ο Πούτιν θα πέσει κάποια στιγμή, σε πέντε με οκτώ χρόνια. Μπορεί να είναι ο Καύκασος, μπορεί το ελικόπτερό του να πέσει, κάτι θα συμβεί. Αυτό που βιώνουμε σήμερα δεν είναι το τέλος του Πούτιν, αλλά η αρχή του τέλους του».

Και η Δύση; Ποια πρέπει να είναι η αντίδρασή της τα επόμενα χρόνια; «Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Ο Πούτιν χρησιμοποιεί την πολιτική τού “διαίρει και βασίλευε”, έχει καταφέρει να διασπάσει την Ευρώπη στο κομμάτι αυτό. Εχει στην ουσία “εξαγοράσει” κράτη με ενεργειακές συμφωνίες, τη Γερμανία σε μεγάλο βαθμό, τη Γαλλία, την Ιταλία, ενώ ασκεί τεράστια επιρροή στην Κύπρο. Απορρίπτει τη Βρετανία, περιθωριοποιεί τις χώρες της Βαλτικής και την Πολωνία. Και βέβαια ελέγχει την παροχή φυσικού αερίου στη Δυτική Ευρώπη. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί η Βρετανία ανέχεται όλους τους ρώσους δισεκατομμυριούχους να ζουν εδώ στο Λονδίνο».

Οπως είπατε, είναι δισεκατομμυριούχοι. Φέρνουν λεφτά. «Ναι, αλλά είναι λεφτά από παράνομες δραστηριότητες. Είναι καλό για τα εστιατόρια σούσι, καλό για δικηγόρους, αλλά θα πρέπει να θέσουμε στον εαυτο μας σκληρότερες ερωτήσεις που αφορούν το σε ποιους επιτρέπουμε να μπαίνουν στην Ευρώπη και σε ποιους όχι. Αν δεν πιστεύουμε σε συγκεκριμένες αξίες, τότε ποιος ο λόγος της Ενωμένης Ευρώπης;».

* Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino στις 4 Μαρτίου 2012