• Αναζήτηση
  • Αλήτες που φαντάζονταν ότι ήταν συγγραφείς

    Το 1956 η 25χρονη Ελεν Γουίβερ φθάνει από τις μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ στο Μανχάταν με ένα πτυχίο φιλολογίας και ένα διαζύγιο. Βρίσκει δουλειά σε εκδοτικό οίκο και διαμέρισμα στο Γκρίνουιτς Βίλατζ και ζει την μποέμ ζωή των δεκαετιών του '50 και του '60: καλλιτεχνικές συντροφιές και ανατολικές θρησκείες, έντονη νυχτερινή ζωή, ροκ-εν-ρολ και τζαζ, μαριχουάνα, σεξουαλική ελευθερία.

    Το 1956 η 25χρονη Ελεν Γουίβερ φθάνει από τις μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ στο Μανχάταν με ένα πτυχίο φιλολογίας και ένα διαζύγιο. Βρίσκει δουλειά σε εκδοτικό οίκο και διαμέρισμα στο Γκρίνουιτς Βίλατζ και ζει την μποέμ ζωή των δεκαετιών του ’50 και του ’60: καλλιτεχνικές συντροφιές και ανατολικές θρησκείες, έντονη νυχτερινή ζωή, ροκ-εν-ρολ και τζαζ, μαριχουάνα, σεξουαλική ελευθερία. Εραστής της είναι ο Τζακ Κέρουακ και παρέες της ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, ο Λούσιεν Καρ, ο Γκρέγκορι Κόρσο, συνολικά οι μπίτνικ, που κρατούν πρωταγωνιστικούς ρόλους στο αυτοβιογραφικό αφήγημά της Ο αφυπνιστής (Ηριδανός).
    Το κείμενο δεν περιορίζεται στη ζωή της Γουίβερ με τους μπίτνικ, παρακολουθεί όμως συστηματικά την πορεία τους από το περιθώριο της λογοτεχνίας στον προθάλαμο της λαϊκής κουλτούρας και από εκεί στο εσωτερικό του λογοτεχνικού κανόνα και στα εγχειρίδια των πανεπιστημιακών σχολών, καταλήγοντας ένα άμεσο και απολαυστικό χρονικό της πρόσληψης της μπιτ λογοτεχνίας στην Αμερική.
    Οταν το 1957 ο Κέρουακ τυπώνει το Στο δρόμο και διαβάζει αποσπάσματα στο κλαμπ «Vanguard» με τη συνοδεία τζαζ πιανίστα, η εφημερίδα «Post» γελοιοποιεί τις εμφανίσεις του. Ο Τύπος ενδιαφέρεται τότε περισσότερο για τη φιλοσοφία και τη ζωή των μπιτ και λιγότερο για τη λογοτεχνία τους. Καθώς τα χρόνια περνούν, μέσα από επιστολές, αποσπάσματα κριτικών και νεκρολογίες, συνομιλίες, διαλέξεις και συμβολικά γεγονότα, η Γουίβερ καταγράφει τη μεταστροφή της κριτικής.
    Το 1994, σε συνέδριο στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για την κληρονομιά των Μπιτ, παρατηρεί την εντυπωσιακή αλλαγή τόνου «από τον εξευτελισμό στον σεβασμό» και τη μεταβολή του Κέρουακ από «μεθυσμένο αλήτη που φανταζόταν ότι ήταν συγγραφέας» σε μύθο της αμερικανικής πρωτοπορίας.
    «Είχαν τέτοιο ενθουσιασμό για τη λογοτεχνία και το πεπρωμένο τους, τόση ενέργεια», γράφει για τον Κέρουακ και τον Γκίνσμπεργκ, «που δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα γίνονταν διάσημοι, θα ξήλωναν τις πόρτες των εκδοτικών οίκων αν χρειαζόταν». Χώρισε με τον Κέρουακ ύστερα από δύο μήνες σχέσης. «Τον απέρριψα για τον ίδιο λόγο που τον απέρριψε η Αμερική: μας είχε ξυπνήσει ενώ κοιμόμασταν τον ύπνο του δικαίου βλέποντας το παρατεταμένο όνειρο της δεκαετίας του 50» συμπεραίνει στον απολογισμό της.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Βιβλία