01:00 ώρα Ελλάδος, 24:00 Γερμανίας, 23:00 Μεγάλης Βρετανίας, 08:30 Αυστραλίας. Skype και mails συνδέουν παράλληλες ζωές, που πρωτοσυναντήθηκαν στο ίδιο σπίτι, σχολείο, στην ίδια δουλειά, με κοινό παρονομαστή την πόλη που μεγαλώσαμε και που πια αφήσαμε πίσω μας.

Διαβάζω mail της Ξένιας, που έφυγε στην Αυστραλία αρχικά για μεταπτυχιακό και πλέον για δουλειά και είναι σαν ν ακούω τον εαυτό μου να μιλά. “Στεναχωριέμαι, μου γράφει, πάρα πολύ για τους δικούς μου, δεν ξέρω τί θα γίνει και το μόνο που εύχομαι είναι να περάσει όλο αυτό. Γίνονται όλα τελευταία τόσο γρήγορα και ξαφνικά και ίσως επειδή είμαι μακριά στιγμές – στιγμές αναρωτιέμαι αν πραγματικά συμβαίνει.” Και συνεχίζει “Νιώθω τίψεις όταν βλέπω πόσο καλά είμαι πλέον εδώ και ακομα χειρότερα νιώθω οταν συνειδητοποιώ, πως η απόσταση γίνεται όλο και πιο εύκολη.

Φυσικά υπαρχουν στιγμές που μου λείπουν όλοι απιστευτα, αλλά το γεγονός, ότι όσο πάει οι στιγμές αυτές λιγοστεύουν, εμένα μου δίνει δύναμη. Ίσως είναι και μια ένδειξη πως η ζωή μου εδώ αρχίζει να με δικαιώνει. Αυτή είναι και η διαφορά με την Ελλάδα, δυστυχώς εκεί λίγοι είναι αυτοί που ανταμοίβονται.” Το Χρήστο τον γνώρισα πριν δύο καλοκαίρια στο beach bar που δουλεύαμε, ενώ χρωστούσα τα τελευταία μου μαθήματα για πτυχίο κι εκείνος έψαχνε μεταπτυχιακό σε πανεπηστήμια του εξωτερικού. Πλέον μου μιλά στο Skype απ το Warwick, όπου μάλλον θα παραμείνει και για διδακτορικό. Καμαρώνω ακούγοντάς τον να κυνηγά ολοένα καινούργιους στόχους. Ασυναίσθητα τον αντιπαραβάλω με ορισμένους συνομίληκους Έλληνες, που με αφορμή τις σπουδές και με παχυλό budget από ένα πατέρα χορηγό, διάγουν στο Λονδίνο dolce vita.

Φαντάσου να πει σε κάποιον απ’αυτούς, σκέφτομαι, πως στα 24 του χρηματοδοτεί σχεδόν αποκλειστικά μόνος του το μεταπτυχιακό. Θα τον κοιτάξει σαν UFO, λέω και συνειδητοποιώ, πως αυτός κι εκείνοι είναι φτιαγμένοι από άλλα υλικά. Τον Πάρη, τον αδερφό μου, τον ξανασυνάντησα και ουσιαστικά γνώρισα τους τελευταίους οκτώ μήνες αφότου ζω στο Μόναχο. Έφυγε στα 15 του ως παιδί ταλέντο στο πιάνο με υποτροφία θεωρητικά του δήμου, όπως έταξε και διατυμπάνισε ο τότε δήμαρχος, που όσο είδατε εσείς άλλο τόσο είδε ή παρέλαβε κι εκείνος. ‘Επρεπε να έρθει να εξετασθεί και αναγνωρισθεί εδώ κι έκτοτε να σπουδάζει με υποτροφία του πανεπηστημίου και του γερμανικού κράτους. Όσο για μένα, μετά από μαθήματα γλώσσας και πολλαπλές αιτήσεις ανυπομονώ να ξεκινήσω ειδικότητα Χειρουργικής.

Δε θέλω να χρησιμοποιήσω κλισέ γραφικότητες του τύπου “η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της”, όμως το σχεδόν 50% ποσοστό ανεργίας στους συνομιλήκους μου θα έπρεπε τουλάχιστον να της προκαλεί ναυτία. Καθώς αφήνεται να φθείρεται η ταυτότητά της και στερεί σταδιακά την ελευθερία και αξιοπρέπεια των ανθρώπων της, μοιάζει να ναι η έξοδος απ αυτή μονόδρομος. Σε μια εποχή που ως λαός κατηγορούμαστε για έλλειψη παραγωγικότητας, υπάρχουν σχεδόν παντού στον κόσμο Έλληνες που απαντούν με συνέπεια, επιμέλεια και αληθινή παιδεία.

Αυτή πιθανόν να είναι και η πλέον σύγχρονη, συνειδητή μορφή επαναστατικής πράξης απέναντι στις κατηγορίες για αδράνεια και παρασιτισμό.

http://www.youtube.com/watch?v=aaqm3yTYdL8

.