ΑΛΥΣΙΔΩΤΕΣ αντιδράσεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας και ιδιαίτερα σε όσους έζησαν τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποστασία της 15ης Ιουλίου 1965 προκάλεσε το 28σέλιδο αφιέρωμα που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» της παρελθούσης Κυριακής. Αναζωπυρώθηκαν οι συζητήσεις και ερμηνείες για το πώς κορυφώθηκε η σύγκρουση Στέμματος και κυβέρνησης,αλλά και οι εκτιμήσεις για το πώς θα ήταν σήμερα το πολιτικό σκηνικό αν οι χειρισμοί του τέως βασιλέως ήταν διαφορετικοί κατά τον σχηματισμό τριών διαφορετικών κυβερνήσεων τη διετία 1965-1967, αλλά και την περίοδο που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεφε στην Ελλάδα αποκαθιστώντας τη δημοκρατία στη χώρα.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναδημοσίευση αποσπασμάτων της συνέντευξης που είχε παραχωρήσει ο τέως βασιλεύς στο «Βήμα», η οποία είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2006, συνθέτοντας την πληρέστερη ως σήμερα καταγραφή των απόψεών του. Οι απόψεις που εξέφρασε τότε και ιδίως το τμήμα εκείνο της συνέντευξής του που αναφερόταν στις επαφές που είχε τότε με τον ιδρυτή της ΝΔ προκάλεσαν την απάντηση του Ιδρύματος Καραμανλή. Με επιστολή του στο «Βήμα» ο γενικός διευθυντής του Ιδρύματος, ακαδημαϊκός κ. Κωνσταντίνος Σβoλόπουλος, υπογραμμίζει ότι ορισμένες απόψεις που εξέφρασε ο τέως βασιλεύς δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και δεν συμβιβάζονται με τη λογική.
Η επιστολή του κ. Σβoλόπουλου έχει ως εξής:
«Κύριε Διευθυντά, στο “Βήμα της Κυριακής” της 10.07.2011 δημοσιεύεται μακρά συνέντευξη του τέως Βασιλέως Κωνσταντίνου, ορισμένα σημεία της οποίας αναφέρονται στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Το Ιδρυμα “Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής” δεν μπορεί να αφήσει ασχολίαστα αυτά τα σημεία διότι ούτε στην αλήθεια ανταποκρίνονται ούτε με τη λογική συμβιβάζονται.
Συγκεκριμένα:
1) Αναφέρεται ότι το 1966 ο Δ. Μπίτσιος είπε στον τ. Βασιλέα ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έθετε ως “προϋπόθεση για να επιστρέψει στην Ελλάδα να κηρύξετε τον στρατιωτικό νόμο”.
Ο τ. Βασιλεύς επικαλείται εδώ τη μαρτυρία προσώπου που δεν είναι πλέον στη ζωή για να την επιβεβαιώσει ή να τη διαψεύσει. Και από τα αρχεία του Κωνσταντίνου Καραμανλή προκύπτει ότι ο τελευταίος συνέδεε σταθερά και απέκρουε, χωρίς καμία παρέκκλιση, τη συμμετοχή του στην πολιτική ζωή εφόσον το καθεστώς δεν ήταν αυστηρά κοινοβουλευτικό. Ποίος, εξάλλου, είναι λογικό να επεδίωκε την εκτροπή; Αυτός που αυτοεξορίσθηκε για να μην παραβιαστεί το Σύνταγμα, που καταδίκασε αμέσως τη Χούντα των Συνταγματαρχών, που αποκατέστησε το 1974 τη Δημοκρατία; Ή ο τ. Βασιλεύς που όρκισε τους πραξικοπηματίες και έτσι τους νομιμοποίησε παρέχοντας τη δυνατότητα να μείνουν στην εξουσία για επτά χρόνια;
2) Ο τ. Βασιλεύς αναφέρει ότι κακώς ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίσθηκε την 24η Ιουλίου ενώπιον του Στρατηγού Γκιζίκη διότι ο ίδιος ο τ. Βασιλεύς ήταν ο εκφραστής της νομιμότητας.
Η άποψη αυτή είναι εξωπραγματική και παράλογη διότι την κρίσιμη ημέρα της 23ης Ιουλίου 1974, κατά τη διάρκεια της οποίας αναζητούνταν κατεπείγουσα λύση του κυβερνητικού προβλήματος, ουδείς των συμμετασχόντων στη σύσκεψη των πολιτικών και των στρατιωτικών ηγετών τόλμησε να εκφράσει την άποψη ότι θα έπρεπε να επανέλθει ο Βασιλεύς· και κατά τη νύχτα που θα ακολουθούσε η Ελλάδα βρισκόταν εξακολουθητικά στο χείλος της αβύσσου, η εξουσία ελεγχόταν ακόμη από τη Χούντα και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ήδη στην Αθήνα, δεν ήταν βέβαιος γι΄ αυτή την προσωπική του ασφάλεια. Και όμως ο τ. Βασιλεύς, ο οποίος ομολογεί ρητά στη συνέντευξή του ότι υπήρχε πιθανότητα με την επάνοδό του “να υπονομευθεί η απαλλαγή της χώρας από τη Χούντα ή να προκληθούν ταραχές και συγκρούσεις από πυρήνες αμετανοήτων χουντικών”, πιστεύει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έπρεπε να επι μείνει να έλθει στην Αθήνα προκειμένου να τον ορκίσει!
3) Ο τ. Βασιλεύς αναφέρει ότι την παραμονή του δημοψηφίσματος έστειλε “έμπιστο άνθρωπό του” στον Καραμανλή για να του επιτρέψει να έλθει στην Ελλάδα αλλά ότι ο τελευταίος προέβαλε άρνηση.
Είναι πανθομολογούμενο ότι το δημοψήφισμα του 1974 υπήρξε απολύτως ελεύθερο και αδιάβλητο. Γι΄ αυτό και το αποτέλεσμά του έγινε αποδεκτό από όλους ανεξαιρέτως και από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο.
Ο ισχυρισμός ότι κάποιο πρόσωπο μη κατονομαζόμενο ζήτησε την άδεια του πρωθυπουργού δεν σημαίνει και δεν αποδεικνύει τίποτε απολύτως, εφόσον δεν επιβεβαιώνεται από σαφή μαρτυρία. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, κανείς δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει την επιστροφή του τ. Βασιλέα στην Ελλάδα, όπως παραδέχεται σε άλλο σημείο της συνέντευξής του. Ο ίδιος επέλεξε να υπερασπιστεί τον θρόνο από το Λονδίνο με δύο τηλεοπτικές εμφανίσεις.
Αν, εξάλλου, εντοπιστεί η αναφορά στη στρατηγική του Κωνσταντίνου Καραμανλή πάνω στο θέμα της βασιλευομένης δημοκρατίας, θα ήταν εύλογο να υπογραμμιστεί ότι εστίαζε την προσοχή στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το ουσιαστικό διακύβευμα υπερέβαινε την εξωτερική μορφή, της βασιλευομένης ή αβασίλευτης δημοκρατίας, της ύπαρξης κληρονομικού ή αιρετού ανώτατου άρχοντα. “Με τη ρευστότητα που παρατηρείται στην πολιτική μας ζωή, η βασιλεία θα μπορούσε να αποβεί σταθεροποιητικός παράγοντας” υπεστήριζε ο Καραμανλής· και, εν συνεχεία, επεσήμαινε: “εφόσον βέβαια θα εξεπλήρωνε ορθώς την αποστολή της”. Η εμπειρία όμως των τελευταίων δεκαπέντε ετών τον είχε οδηγήσει στο πολιτικό πόρισμα ότι η διατήρησή της δεν προσφερόταν για να συμβάλει σε κάθε περίπτωση ευεργετικά στη διασφάλιση της ομαλής δημοκρατικής λειτουργίας. Η εμπλοκή του ανακτορικού περιβάλλοντος στην αμφιλεγόμενη εκλογική διαδικασία του 1961, η στάση- κατά το επόμενο έτοςαπέναντι στη συνταγματική-μεταρρυθμιστική του προσπάθεια, η τοποθέτηση κατά τη μακρά κρίση από τον Ιούνιο ως τον Νοέμβριο του 1963, οι αστοχίες του 1965, η αναποτελεσματική αντίδραση κατά της δικτατορίας είχαν επισωρεύσει ερωτήματα αποτρεπτικά μιας τοποθέτησής του υπέρ της μοναρχίας. Επιπλέον, αναλύοντας, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, την τρέχουσα συγκυρία, διαπίστωνε ότι η ευκταία λαϊκή σύμπνοια, την οποία κατ΄ εξοχήν συναρτούσε με την ορθή λειτουργία της δημοκρατίας, έτεινε να υπονομευτεί από τον μοιραίο διαχωρισμό σε δύο αντιμαχόμενες μερίδες- εκβιαστικά έστω καλλιεργημένο από το αντιβασιλικό κυρίως μέτωπο. Θα ήταν αδιανόητο να υποθηκεύσει ο Καραμανλής την καίρια επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής ομοψυχίας χάριν της επίτευξης ενός στόχου προς την κατεύθυνση του οποίου δεν ήταν πλέον αυτονόητο ότι απέβλεπε… Χωρίς να τις εκφράσει δημόσια, είναι εύλογο να υποτεθεί ότι παραπλήσιες σκέψεις τον διακατείχαν, οι οποίες και προσφέρονται για να εξηγήσουν τα σταθερά βήματα καθ΄ οδόν προς την εφαρμογή της πολιτικής του επί θέματος που είχε βαθύτατα διαιρέσει, κατά το παρελθόν, την ελληνική κοινωνία.
Καθηγητής Κωνσταντίνος Σβολόπουλος Ακαδημαϊκός Γ. Διευθυντής του Ιδρύματος “Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής” Αθήνα, 13 Ιουλίου 2011»
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
