Η ελάφρυνση των δόσεων στα στεγαστικά δάνεια μπορεί να επιτευχθεί με την επιμήκυνση της εναπομένουσας περιόδου αποπληρωμής, αλλά και με την παροχή μιας περιόδου χάριτος κατά τη διάρκεια της οποίας ο δανειολήπτης είτε καταβάλλει μόνο τους τόκους ή δεν πληρώνει δόση. Βέβαια μπορεί με τις λύσεις αυτές τα μηνιαία έξοδα ενός νοικοκυριού να περιορίζονται, ωστόσο συνεπάγονται επιπλέον κόστος. Μεγαλύτερη διάρκεια εξόφλησης σημαίνει περισσότερους τόκους. Εξάλλου οι δανειολήπτες θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το δάνειο θα πρέπει να έχει εξοφληθεί ως και το 73ο-75ο έτος της ηλικίας τους. Ως εκ τούτου η ελάφρυνση με αυτή τη μέθοδο ρύθμισης δεν είναι απεριόριστη, αλλά εξαρτάται από την ηλικία του δανειοδοτουμένου.

1. Επιμήκυνση της διάρκειας εξόφλησης

Εστω ένα νοικοκυριό έλαβε πριν από πέντε χρόνια στεγαστικό δάνειο 150.000 ευρώ, με αρχική διάρκεια 20 έτη. Η δόση του σήμερα με επιτόκιο 5% ανέρχεται σε 990 ευρώ, ενώ η οφειλή του στην τράπεζα φθάνει τα 125.000 ευρώ. Αν επανέλθει η αρχική διάρκεια του δανείου στα 20 χρόνια, η δόση μειώνεται στα 825 ευρώ, δηλαδή θα διαμορφωθεί χαμηλότερα κατά 17%. Ωστόσο μέσα σε αυτή την έξτρα πενταετία ο δανειολήπτης θα κληθεί να καταβάλει επιπλέον τόκους περί τα 20.000 ευρώ ή 4.000 ευρώ κατ΄ έτος. Αν το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο και ο δανειολήπτης θέλει να μειώσει περαιτέρω τη δόση, μπορεί να αυξήσει τη διάρκεια σε 25 χρόνια. Σε αυτή την περίπτωση η δόση θα πέσει κατά 30%, στα 730 ευρώ. Για τα δέκα αυτά χρόνια οι επιπλέον τόκοι ανέρχονται σε 42.000 ευρώ ή 4.200 ευρώ κάθε χρόνο.

2. Η λύση της τοκοπληρωμής

Εστω ένα νοικοκυριό χρωστά στην τράπεζα 120.000 ευρώ για δάνειο που λήγει σε 15 χρόνια, ενώ το επιτόκιό του φθάνει το 4,5%. Η μηνιαία δόση ανέρχεται σε 920 ευρώ. Αν επιλεγεί η πληρωμή μόνο τόκων για διάστημα τριών ετών, η δόση του δανείου θα πέσει στα 450 ευρώ, δηλαδή χαμηλότερα κατά 50%. Ωστόσο μετά τα τρία αυτά χρόνια το νοικοκυριό θα χρωστά εκ νέου 120.000 ευρώ, τα οποία θα πρέπει να αποπληρώσει σε 12 χρόνια. Δηλαδή η δόση του αμέσως μετά θα αυξηθεί σε 1.080 ευρώ και θα πληρώσει επιπλέον τόκους 16.200 ευρώ. Η λύση αυτή μπορεί να συνδυαστεί και με αύξηση της διάρκειας αποπληρωμής, ώστε και μετά την περίοδο χάριτος η δόση να παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα. Αυτό βέβαια θα σημάνει την καταβολή επιπλέον τόκων.

3. Περίοδος χάριτος

Στο προηγούμενο παράδειγμα, το νοικοκυριό μπορεί να επιλέξει να μην πληρώνει δόση, π.χ., για δύο χρόνια. Σε αυτή την περίπτωση οι τόκοι, συνολικού ύψους 10.800 ευρώ, θα κεφαλαιοποιηθούν και η νέα δόση μετά τη διετία θα φθάσει τα 1.100 ευρώ έναντι 920 ευρώ προηγουμένως. Η επιπλέον επιβάρυνση σε τόκους θα φθάσει τα 8.000 ευρώ συνολικά.

Νέα άνοδος των καθυστερήσεων

Γ ια περιπτώσεις που δεν μπορούν να επιλυθούν, υπάρχει ο δρόμος του νέου νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, με τον οποίο ουσιαστικά εφαρμόζεται ένα είδος πτωχευτικού δικαίου σε φυσικά πρόσωπα. Με τον τρόπο αυτόν αναγνωρίζεται ότι το χρέος δεν μπορεί να καταστεί εξυπηρετήσιμο χωρίς τη διαγραφή ενός μέρους του. Συνήθως τέτοιες υποθέσεις δεν φθάνουν στις δικαστικές αίθουσες, αλλά επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και του οφειλέτη για το «κούρεμα» των δανείων.

Οπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, το πρόβλημα με τις καθυστερήσεις είναι τόσο μεγάλο ώστε τους αναγκάζει να σπαταλούν σχεδόν το 80% του χρόνου τους για αναδιαρθρώσεις παλαιών οφειλών. Για παράδειγμα, το 2010 εκταμιεύθηκαν συνολικά 11,7 δισ. ευρώ στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. Ωστόσο τα υπόλοιπα των δύο συγκεκριμένων κατηγοριών πίστης όχι μόνο δεν αυξήθηκαν αλλά μειώθηκαν κατά 1,6 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στις σημαντικού ύψους διαγραφές δανείων στις οποίες έχουν προχωρήσει τους τελευταίους μήνες οι τράπεζες, αλλά και στο γεγονός ότι οι νέες εκταμιεύσεις κατευθύνονται στην πλειονότητά τους στην αναχρηματοδότηση παλαιών οφειλών. Η ΤτΕ εκτιμά ότι το 2011 θα υπάρξει αύξηση των καθαρών καθυστερήσεων κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του λόγου των «καθαρών» καθυστερήσεων προς το σύνολο των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2010 τα δάνεια σε καθυστέρηση ανήλθαν στο 10,4% επί του συνολικού χαρτοφυλακίου των τραπεζών από 7,7% έναν χρόνο νωρίτερα. Στη στεγαστική πίστη το ποσοστό των «κόκκινων» δανείων έφθασε το 10% από 7,4% το 2009, στην καταναλωτική πίστη το 20,5% από 13,4% και στην επιχειρηματική πίστη το 8,7% από 6,7%.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ