Κάθε μέρα και μια ανακάλυψη

Καθημερινή βράδυ στο Μάνη – Μάνη, αναρωτιόμουν αν είναι το ταλέντο, μια έκτη γευστική αίσθηση ή απλώς μια άλλη τεχνική που μπορεί να αποσυνδέσει μια φακή με σύγκλινο και μαντζουράνα από τη σημειολογία αιώνων. Εκείνη που θέλει το όσπριο να ’ναι βαρύ και καθόλου σοφιστικέ, να ’ναι του φτωχού, να ’ναι του λιμανιού και όχι του σαλονιού, να ’ναι αδρό σαν ταγάρι και όχι αιθέριο σαν μετάξι του Hermes. Και εκείνο το πράσινο στους τοίχους, σαν να τρως στη σκιά του καλοκαιρινού ελαιώνα ή σε κάποια αντικάμαρα των Βερσαλλιών.

Καθημερινή βράδυ στο Μάνη – Μάνη, αναρωτιόμουν αν είναι το ταλέντο, μια έκτη γευστική αίσθηση ή απλώς μια άλλη τεχνική που μπορεί να αποσυνδέσει μια φακή με σύγκλινο και μαντζουράνα από τη σημειολογία αιώνων. Εκείνη που θέλει το όσπριο να ’ναι βαρύ και καθόλου σοφιστικέ, να ’ναι του φτωχού, να ’ναι του λιμανιού και όχι του σαλονιού, να ’ναι αδρό σαν ταγάρι και όχι αιθέριο σαν μετάξι του Hermes.

Και εκείνο το πράσινο στους τοίχους, σαν να τρως στη σκιά του καλοκαιρινού ελαιώνα ή σε κάποια αντικάμαρα των Βερσαλλιών· όλοι οι πολιτισμοί και όλες οι τάξεις συναντιούνται στην ίδια χρωματική αντίστιξη, η γεύση μιας μπουκιάς στο στόμα κουρδίζει τη φαντασία και σε ταξιδεύει στο ανάλογο σκηνικό. Κοίταζα τα χέρια του Αλέξανδρου Φουρούλη – του σεφ – πάνω στο τραπέζι. Χέρια πιανίστα, χέρια ευγενούς της ιπποσύνης του 17ου αιώνα. Δεν θα μπορούσαν παρά να ανοίξουν διάφανο το φύλλο του σαμουσά με κρέμα κολοκύθας και σιρόπι αρμπαρόριζας. Στα μάτια προτιμούσα να μην τον κοιτώ, μια θλίψη που μόλις τους λήστεψαν τις εισπράξεις μιας εβδομάδας μπροστά στην τράπεζα. Δεν κλαιγόταν, και όποιος δεν κλαίγεται μπορεί μόνο να τα καταφέρει. Γιατί και η κρίση μια – κακή – ιδέα είναι.

Όπως ανέβαινα τη Σοφοκλέους, στο Αριστοκρατικόν με κέρασαν ένα ωραιότατο σοκολατάκι, έξω από το Παντοπωλείον της Μεσογειακής Διατροφής ο Τρικαλινός μοίραζε καναπεδάκια με αβγοτάραχο, λίγο πιο πάνω, στον Ματσούκα, μια χούφτα αποξηραμένες φράουλες άνθισε μια γκουρμέ άνοιξη στον ουρανίσκο μου – «δοκιμάζω και θα ξαναπεράσω να ψωνίσω!».

Και αίφνης, η ύφεση σκοτείνιασε στην προοπτική μιας πόλης που τρώει καλύτερα τώρα που δεν της περισσεύουν. Και εξυπηρετείται ακόμη καλύτερα, σε μικρά μαγαζιά όπου ο πελάτης έχει πάντα δίκιο, έχει προσωπικά γούστα και ονοματεπώνυμο. Το στοίχημα της ταχύτητας των μεγάλων επιφανειών που τα έχουν όλα και συμφέρουν μάλλον χάνει πόντους στις ουρές των ταμείων, στη γευστική μετριότητα της μαζικής παραγωγής και στο ξεποδάριασμα στους διαδρόμους για ένα – πού ’ν’ το, πού ’ν’ το – το ντοματάκι.

Εγώ, ας πούμε, ανάμεσα σε ένα ΤΕΒΕ και μια Εφορία, ξεκλέβω λίγα λεπτά στα μαγαζιά της κάθε γειτονιάς για κάτι το ξεχωριστό. Διότι τι είναι γκουρμέ άμα δεν είναι ένα περσικό πιλάφι που θα φτιάξω με φρέσκα κουκιά ή με αποξηραμένα ξινούτσικα φραγκοστάφυλα από το Persepolis ή ένα κοτόπουλο στον φούρνο χωρίς το μεθυστικό άρωμα από τα αιγυπτιακά αποξηραμένα μοσχολέμονα;
{{{ moto }}}

Το Κλεοπάτρα ή Γκιλομπάντρα, όπως το προφέρουν οι ντόπιοι, μέγα αιγυπτιακόν σουπερμάρκετ, έκλεισε για ανακαίνιση και πολύ στερήθηκα το πιο μυρωδάτο κύμινο της πόλης, το φρέσκο μείγμα για φελάφελ, το ρύζι που κάνει τα πιο παλαιικά, νοσταλγικά πιλάφια, τους εξωτικούς χυμούς της γκουάφας, τις καυτερές χύμα κόκκινες σάλτσες.

Ξανάνοιξε, ίδιο βομβαρδισμένο τοπίο με πριν, σύμφωνα με τη χαριτωμένη νεοαιγυπτιακή αισθητική, όπου, σύμφωνα με μια μαγική τεχνική της ασυναρτησίας, το χαμόσπιτο και το ανάκτορο δείχνουν και τα δύο σαν μια ανάσα μετά το πέρασμα του τυφώνα Κατρίνα. Παίρνω χουρμάδες για να ξεγελάσω με κάτι γλυκό τη λαχτάρα μου για ένα παλιό, καλό γλυκό, έτσι όπως έχει ζωγραφίσει ανεξίτηλα στον εγκέφαλό μου η μνήμη τη νουγκατίνα, την αμυγδάλου, τον μπαμπά και τη σοκολατίνα, τότε που τα γλυκά είχαν ακόμη συγκεκριμένα ονόματα και συγκεκριμένη γεύση και δεν ήταν ζαχαρωμένες ανώνυμες πινελιές σε πιάτα με εμπνεύσεις της μιας βραδιάς.

Μες στις δεκαετίες πολλοί τόνοι τζάμπα ζάχαρης στον βωμό της νοσταλγίας. Κατέληξα πως η θύμηση της παλιάς νοστιμιάς ήταν μια χίμαιρα, ένα παιδικό πείσμα, μια λάθος εντύπωση, τελικά, ενός ανειδίκευτου ουρανίσκου. Ίσως η θεϊκή σεράνο να μην ήταν τελικά και τόσο θεϊκή. Μέχρι που η γλώσσα μου ήρθε σε επαφή με τις «γλώσσες της πεθεράς» του κυρίου Μιχάλη, στο Κερατσίνι. Το Τέλειον παρελθοντολογικό γλυκό, όνομα και πράγμα. «Γιατί να πάρω έτοιμα μείγματα, αφού ξέρω να τα κάνω όλα μόνος μου!» λέει ο κύριος Μιχάλης, βάζοντας την ορθή μαγκιά υπεράνω χρημάτων. Διαλέγεις το γλυκό μοντέλο – και υπόδειγμα! – από τη βιτρίνα, μπαίνει στο φαρμακείο – εργαστήρι του και στο μαγειρεύει στη στιγμή. «Φρέσκο και αφράτο, με τις υγείες σας!».

Μάνη – Μάνη: Φαλήρου 10, Κουκάκι, τηλ. 210 9218 180, Παντοπωλείον της Μεσογειακής Διατροφής: Σοφοκλέους 1 και Αριστείδου, τηλ. 210 3234 612, Ματσούκας: Καραγιώργη Σερβίας 3, τηλ. 210 3252 054, Κλεοπάτρα: πλατεία Δημαρχείου, Αθηνάς, Persepolis: Ηπείρου και Αχαρνών, Το Τέλειον: Σμύρνης 22, Κερατσίνι, τηλ. 6932 537 733

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk