Η σκέψη της Οφηλίας φέρνει στο μυαλό λουλούδια. «Ρόδο του Μάη» την αποκαλεί ο αδελφός της Λαέρτης και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν έχει να κάνει μόνο με τη φρεσκάδα της όψης της ή την αθωότητα της φύσης της. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η ηρωίδα του Σαίξπηρ περιβάλλεται διαρκώς από φυσιολατρική τρυφερότητα, λες και τα άνθη μπορούν να είναι οι μοναδικοί της σύντροφοι και συνομιλητές σε ένα βασίλειο σάπιο όπως αυτό της Δανίας. Εκεί όπου όλα έχουν καταρρεύσει, ο βασιλιάς έχει σκοτωθεί και ο πρίγκιπας έχει μαραθεί, το μόνο αγνό πρόσωπο παραμένει η νεαρή ερωτοχτυπημένη Οφηλία.

Ακόμη και όταν χάνει τα λογικά της- ειδικά όταν χάνει τα λογικά της- εμφανίζεται να μοιράζει στους συμπαθείς παρατηρητές της δεντρολίβανο, πανσέδες, μάραθο, καμπανούλες και μαργαρίτες. Ο ίδιος ο θάνατός της τη βρίσκει να βυθίζεται στα νερά του ποταμού στεφανωμένη με αγριόχορτα και νεροτσουκνίδες. «Ακουμπήστε τη στο χώμα/ και είθε από τη λευκή και αμόλυντη σάρκα της/ να φυτρώσουν βιολέτες» εύχεται ο Λαέρτης την ώρα της ταφής της.

Από όλα τα θύματα του Αμλετ η Οφηλία είναι το πιο αδικοχαμένο. Είναι ο δικός της πνιγμός αυτός που ρίχνει τη μεγαλύτερη σκιά στον κορυφαίο ρομαντικό ήρωα της δυτικής λογοτεχνίας. Αν ο Αμλετ ευθύνεται έμμεσα ή άμεσα για τον θάνατο επτά προσώπων, μπορούμε ως ένα σημείο να δικαιολογήσουμε το εκδικητικό του μένος απέναντι στον συνωμότη Κλαύδιο ή τη συνεργό του Γερτρούδη, ακόμη και απέναντι στον ωτακουστή Πολώνιο. Στην περίπτωση της Οφηλίας, όμως, η οποία του προσέφερε μονάχα αμέριστη, τυφλή αφοσίωση, μας κυριεύει θλίψη. Η βάναυση απόρριψη που της επιφυλάσσει ο αγαπημένος της ανοίγει την πόρτα στην τρέλα και τελικά στον θάνατο.

«Στην αγάπη και στη μοίρα της Οφηλίας δεν διαγράφεται ένα στοιχείο βαθιάς τραγωδίας αλλά σπαρακτικής ομορφιάς και αυτό κάνει την ανάλυση του χαρακτήρα της να μοιάζει σχεδόν με βεβήλωση» έγραφε το 1904 ένας άλλος ρομαντικός, ο Αντριου Σ. Μπράντλεϊ. Δεν θα υπήρχε τίποτε πιο βαρετό, νομίζω, από μια παράσταση με θέμα την ηρωίδα η οποία θα επιχειρούσε να την ψυχαναλύσει- π.χ. να μιλήσει για την απουσία της μητέρας, τη σχέση με τον πατέρα κ.ο.κ.- ή ακόμη μια παράσταση που θα απέδιδε μελοδραματικά τον ανανταπόδοτο έρωτα της έφηβης και την άδοξη κατάληξή του στα ψυχρά νερά του ποταμού. Σε αυτές ακριβώς τις παγίδες αρνείται να πέσει η σκηνοθέτις Ιωάννα Ρεμεδιάκη. Η «Γλυκιά Οφηλία» δεν μένει στην αυτοκτονία, στην τρέλα και όλες τις σκοτεινές πτυχές της ερωτικής ιστορίας. Διατηρεί την ψυχραιμία της και υιοθετεί ύφος ανάλαφρο, χαριτωμένο, καθημερινό. Οταν αναφέρεται στη μητέρα της άτυχης κόρης το κάνει χιουμοριστικά: «Η Οφηλία δεν έχει μαμά. Αν είχε, θα υπήρχε κάποιος να την πάρει αγκαλιά».

Στη σκηνική αφήγηση κυριαρχούν τα λουλούδια και τα φυτά, όπως π.χ. η γαζία ή γλυκιά ακακία, φυλλοβόλο δέντρο με κίτρινα άνθη, που χρησιμοποιούνται στην αρωματοποιία, όπως πληροφορούμαστε. Οι γαζίες εξάλλου πρωταγωνιστούν και στο οπτικό μας πεδίο σε φυσικό μέγεθος, εφόσον τις βλέπουμε φωτισμένες μέσα από τα τεράστια παράθυρα καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Τα πρωτότυπα διαλογικά μέρη ανάμεσα στον Αμλετ και στην Οφηλία εναλλάσσονται σε ελεύθερη ροή με σύγχρονες μικρές εξιστορήσεις, αναμνήσεις των ηθοποιών από τη χαμένη Αρκαδία των παιδικών τους χρόνων: βόλτες σε ξέφωτα κάτω από τα πεύκα, κυνηγητό στο λεμονόδασος, σκαρφάλωμα στη συκιά, αλλά και μια καχεκτική τριανταφυλλιά που δεν σώθηκε ποτέ. «Χρειάζεται χρόνος για τη σπορά, την καλλιέργεια και τη θρέψη της επιθυμίας», όπως σωστά επισημαίνεται, χρόνος που δεν δόθηκε ποτέ στην άπειρη ηρωίδα. Στον δικό της κήπο όλα πάγωσαν όταν χτύπησε το πένθος του Αμλετ.

Τέσσερις γυναίκες, ένα παγκάκι, ένα μπαλάκι του τένις και πολύ πράσινο: η παιδικότητα συναντά την οικολογία καθώς οι ηθοποιοί βγαίνουν για λίγο στην πίσω αυλή της θεατρικής αίθουσας για να εντάξουν τις ακακίες στη δράση. Με την ίδια παιγνιώδη διάθεση εξάλλου αναπλάθουν τις επιστολές που θα μπορούσε να είχε στείλει η Οφηλία στον καλό της («Πρέπει να σ΄ αφήσω τώρα, έχουμε να ετοιμάσουμε τα πράγματα του Λαέρτη για τη Γαλλία») ή ονειρεύονται ένα εντελώς διαφορετικό, ρόδινο τέλος στη σχέση των εραστών, που τους θέλει να γυρνάνε τον κόσμο μαζί και να πεθαίνουν αγαπημένοι στα βαθιά γεράματα.

«Τ΄ αποσταγμένα ρόδα όμως χάνουν μόνο τα φύλλα τους/ γλυκιά η πνοή τους ζει και τον χειμώνα»γράφει ο Σαίξπηρ όχι στον «Αμλετ» αλλά σε ένα από τα Σονέτα του και η φράση αυτή, παρ΄ όλο που δεν περιλαμβάνεται στην παράσταση, θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράψει την αίσθηση που ενσταλάζει τελικά στον θεατή.

salome@tovima.gr