«Ο Θεός που με έκρινε άξιο να εκπληρώσω τη βούλησή του, με αναζήτησε και με έθεσε στην υπηρεσία του και εγώ… ανταποκρίθηκα στο θείο κέλευσμα απωθώντας και διασκορπίζοντας, χάρη σε κάποια θεία δύναμη, τα δεινά που κατέχουν τον κόσμο, ώστε το ανθρώπινο γένος να επαναχθεί στον σεβασμό του θείου νόμου και η μακαριότατη πίστη να διευρυνθεί υπό την καθοδήγηση του Κυρίου… Με την πεποίθηση ότι αυτή είναι η άριστη υπηρεσία, ότι αυτή είναι η χάρις που δόθηκε σ’ εμένα, προχωρώ προς τις χώρες της Ανατολής οι οποίες πλήττονται από μεγάλες συμφορές και ζητούν την μέριμνά μου».
Το συγκεκριμένο εδάφιο από τον «Βίο του Κωνσταντίνου» του επισκόπου Ευσέβιου αποδίδει μεν την ιδέα που είχε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος για την αποστολή του ως ιστορικού προσώπου, διακηρύσσοντας την πεποίθησή του πως ενεργούσε ως θεϊκό όργανο, κυρίως όμως αντανακλά την οικουμενική ιδεολογία από την οποία εμφορείτο η εξωτερική πολιτική της πρώιμης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί υπήκοοι της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, που συνέχιζαν να αποκαλούνται Ρωμαίοι, πίστευαν ότι η Αυτοκρατορία τους ήταν παγκόσμια, η μόνη πραγματικά οικουμενική εξουσία. Ο αυτοκράτορας, ως φορέας της κρατικής εξουσίας, ήταν κατά τη χριστιανική κοσμοθεωρία το «εκλεκτό όργανο» του Θεού για τη διάδοση της πίστης. Ο Κωνσταντίνος, επίσκοπος των εκτός, κατά τον βιογράφο του Ευσέβιο, διέβλεψε τη σημασία της νέας θρησκείας και τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε μελλοντικά και επεδίωξε ώστε η επικυριαρχία του ρωμαϊκού κράτους να προβάλλεται όχι μόνο στο πολιτικό επίπεδο αλλά και στο θρησκευτικό.
* «Κυβερνήτης των εθνών»
Οι χαρακτηρισμοί «κηδεμόνας των απανταχού Χριστιανών Ρωμαίων και αλλοφύλων», «απόστολος», «ισαπόστολος», «κυβερνήτης των απανταχού της οικουμένης εθνών», «προστάτης» και «εγγυητής» της σωτηρίας όλων των χριστιανών, «εκ των περάτων του Ωκεανού» και «απάσης της Οικουμένης», που οι εκκλησιαστικοί, κυρίως, συγγραφείς αποδίδουν στον Κωνσταντίνο, συνιστούν τη θεωρητική ιδεολογική έκφραση της «ελέω Θεού» παγκόσμιας επικυριαρχίας του αυτοκράτορα. Ο Ευσέβιος, θεμελιωτής της χριστιανικής πολιτικής ιδεολογίας του 4ου αιώνα, συνοψίζει αυτή την κυρίαρχη αντίληψη στην παρακάτω εκτενή φράση: «ο δ’ ημέτερος βασιλεύς… φωτός ευσεβείας ακτίσιν εκλάμπων, άπαντας είχεν υπηκόους: τοπάρχας, εθνάρχας, σατράπας, βασιλέας παντοίων βαρβάρων εθνών εθελοντί ασπαζομένους και χαίροντας…».
Τον 6ο αιώνα η χριστιανική πολιτική θεωρία για τη θεϊκή προέλευση της Αυτοκρατορίας και την εξ αυτής απορρέουσα παγκόσμια επικυριαρχία διατυπώνεται από περισσότερους συγγραφείς, εκκλησιαστικούς και μη, ενώ η πολιτική πρακτική αυτής της ιδεολογίας αποκτά πλέον συγκεκριμένες και σαφείς μορφές έκφρασης. Ο χριστιανός γεωγράφος Κοσμάς Ινδικοπλεύστης και ο μεγάλος ιστορικός της εποχής του Ιουστινιανού Προκόπιος είναι οι κυριότεροι εκφραστές της χριστιανικής πολιτικής ιδεολογίας της εποχής, ο πρώτος στο θεωρητικό πεδίο και ο δεύτερος στην πολιτική πρακτική.
* Η επέκταση της Αυτοκρατορίας
Το ιδεολογικό υπόβαθρο της χριστιανικής πολιτικής θεωρίας του Ευσέβιου ενισχύει και προωθεί ο Ινδικοπλεύστης μέσα από μια σειρά προφητειών που αποδίδει στον Δανιήλ, σχετικά με την έλευση του Χριστού, την ταύτιση της βασιλείας του με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τη διεύρυνση των ορίων αυτής μέσα από την τιμή, τη βασιλεία και την εξουσία του Κυρίου, αλλά και των λαών, των φυλών και των γλωσσών που θα τον υπηρετούν. Η ενεργή συμμετοχή της Αυτοκρατορίας στη διάδοση της πίστης δικαιολογείται από τη χριστιανική αρχή ότι η βασιλεία των Ρωμαίων μετέχει των αξιωμάτων της βασιλείας του Δεσπότου Χριστού, ιδεολογία που επιβιώνει αιώνες αργότερα, διατυπωμένη στη φράση του Νικηφόρου Βλεμμύδη «Βασιλεία μεν ουν εικονίζει κράτος Θεού». Η μέθεξη της ρωμαϊκής βασιλείας στα «αξιώματα» της βασιλείας του «Δεσπότου Χριστού» δικαιολογεί κατά τον χριστιανό κοσμογράφο τη συνύπαρξη και στενή συνεργασία των δύο κορυφαίων παραγόντων της εποχής, της Πολιτείας και της Εκκλησίας. Η επέκταση των ορίων της Αυτοκρατορίας – κεντρική άλλωστε πολιτική του Ιουστινιανού στο πλαίσιο της Reconquista – συνδέεται άμεσα από τον Ινδικοπλεύτη με τον Χριστιανισμό, προορισμός του οποίου ήταν, κατά τη θεία βούληση, η διεύρυνσή του εκτός των συνόρων και όχι ο περιορισμός του στα στενά όρια της Αυτοκρατορίας.
Αυτός ο περίτεχνος ιδεολογικός ιστός κάλυπτε τη συχνή και σχεδόν απροσχημάτιστη παρεμβατική πολιτική που ασκούσε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του τότε γνωστού κόσμου. Η πολιτική των ωμών επεμβάσεων που επιχειρούσε σε ξένους λαούς, πολλές φορές, με το πρόσχημα της διεύρυνσης των ορίων του Χριστιανισμού αποκαλύπτεται κυρίως από μη εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως ήταν ο Προκόπιος και ο Μαλάλας, οι οποίοι δεν διακατέχονταν από έντονα θρησκευτικά συναισθήματα και μπορούσαν να αποδώσουν τα γεγονότα αυτά με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και ρεαλισμό. Ο Προκόπιος, κύριος εκφραστής και απολογητής του Ιουστινιανού στους «Πολέμους» και στα «Κτίσματα» αποσαφηνίζει πλήρως τη σημασία της ιεραποστολικής του δράσης στην άσκηση της εξωτερικής αυτοκρατορικής πολιτικής. Αναφερόμενος στον προσηλυτισμό των λαών του Καυκάσου και της Κριμαίας, της Βόρειας Αφρικής, της Ερυθράς Θαλάσσης, του Δούναβη και εκείνων της Δύσης, τονίζει περισσότερο τον πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και στρατηγικό χαρακτήρα τους και λιγότερο ή καθόλου τον πνευματικό και θρησκευτικό. Εντάσσει δηλαδή τις ιεραποστολές και τους εκχριστιανισμούς στο πλαίσιο των πολιτικοδιπλωματικών σχέσεων του Βυζαντίου με τους ξένους λαούς, συνδέοντας συχνά αυτές τις επιχειρήσεις με τον ρόλο που η πολιτική ιδεολογία της εποχής προσέδιδε στον βυζαντινό αυτοκράτορα, εκείνον δηλαδή του προστάτη των κατατρεγμένων και αδικημένων του κόσμου.
* Το βυζαντινό νόμισμα
Ο Αγαπητός Διάκονος, ένας από τους κύριους εκφραστές της πολιτικής ιδεολογίας του 6ου αιώνα, στο «αυτοκρατορικό κάτοπτρο» του Ιουστινιανού, τονίζει ότι ο βυζαντινός αυτοκράτορας ως «κυβερνήτης» του κόσμου – όρος συνειρμικός του σημερινού «πλανητάρχης» – οφείλει να αγρυπνεί και να προστατεύει το σκάφος της παγκοσμίου πολιτείας, ώστε να μην περιπίπτει σε κύματα αδικίας. Θεωρητικά η ιδεολογία της παγκόσμιας κυριαρχίας του αυτοκράτορα επιβιώνει και εκφράζεται πολλούς αιώνες αργότερα, αφού τον 11ο αι. ο Ιωάννης Σκυλίτζης διατείνεται ότι ο βασιλεύς των Ρωμαίων είναι ο κύριος πάσης της γης.
Ο Ιουστινιανός, που κατά τον Προκόπιο, «γην άπασαν συλλαβείν επεθύμησεν», επεδίωξε, μέσω της χριστιανικής προσέγγισης, στον μεν Καύκασο να δημιουργήσει ρήγμα στις πολιτικές σχέσεις των λαών του με τους Πέρσες, στη δε Ερυθρά Θάλασσα να σπάσει το περσικό μονοπώλιο στο εμπόριο της μετάξης και να επεκτείνει τους οικονομικούς ορίζοντες της Αυτοκρατορίας σε Νότο και Ανατολή. Στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση πίστευε πως τα επιχειρήματά του, δηλαδή το κοινό θρησκευτικό συναίσθημα και το σοβαρό οικονομικό όφελος («το της δόξης ομόγνωμον και το κέρδος χρημάτων μεγάλων») μπορούσαν ν’ αγγίξουν ταυτόχρονα τον νου και την καρδιά των συνομιλητών του. Είναι γνωστό βέβαια πως την εποχή εκείνη η Αυτοκρατορία, για την κατάκτηση του κόσμου, διέθετε και ένα άλλο μεγάλο όπλο. Ο Κοσμάς Ινδικοπλεύστης μιλάει με ξεχωριστή περηφάνια για την παγκόσμια αγοραστική και συναλλακτική ισχύ του βυζαντινού νομίσματος. «Αλλο δε σύμβολο της επικυριαρχίας των Ρωμαίων, που τους το χάρισε ο Θεός, είναι το νόμισμά τους, με το οποίο εμπορεύονται όλα τα έθνη σε κάθε μέρος του κόσμου και είναι δεκτό από το ένα έως το άλλο άκρο της γης και θαυμάζεται από κάθε άνθρωπο και κάθε βασιλεία αφού παρόμοιό του δεν υπάρχει πουθενά…» αναφέρει ο χριστιανός κοσμογράφος στο σχετικό απόσπασμα της Χριστιανικής Τοπογραφίας του, προκειμένου να περιγράψει τον βυζαντινό solidus, θυμίζοντάς μας το ισχυρό ακόμη στις μέρες μας, σε παγκόσμια κλίμακα, δολάριο. Ο συγγραφέας συνδέει το βυζαντινό νόμισμα και πάλι με την εύνοια του Θεού προς τους χριστιανούς Ρωμαίους, προσδίδοντας, είτε από πεποίθηση είτε από σκοπιμότητα σ’ ένα καθαρά υλικό μέσο επικυριαρχίας τους, ιδεολογική και πνευματική διάσταση.
* Ο οικονομικός «ιμπεριαλισμός»
Η χριστιανίζουσα διαπίστωση που διατυπώνει ο Ινδικοπλεύστης με την ολοκλήρωση των ταξιδιών του, σχετικά με την κατάκτηση όλης της γης από τη διδασκαλία του Δεσπότου Χριστού, δεν συνιστά παρά το ιδεολογικό επίχρισμα μιας ρεαλιστικής και, όχι σπάνια, αδίστακτης πολιτικής που άσκησε η Αυτοκρατορία εκείνη την εποχή, ως κορυφαία δύναμη του τότε γνωστού κόσμου, για παγκόσμια επικυριαρχία. Ολα τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα των εκχριστιανισμών στο πρώιμο Βυζάντιο – άμεση εμπλοκή του βυζαντινού αυτοκράτορα, εκμετάλλευση του θρησκευτικού στοιχείου για πολιτικοστρατιωτικές παρεμβάσεις και εξυπηρέτηση οικονομικών συμφερόντων, επίκληση του επιχειρήματος περί της ανάγκης προστασίας δήθεν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή της επίλυσης «διεθνών» ζητημάτων – αποδίδουν το στίγμα της κυρίαρχης πολιτικής ιδεολογίας της εποχής.
Το στοιχείο του έντονου οικονομικού «ιμπεριαλισμού» που εμπεριέχεται στο σύνολο της πολιτικής της Αυτοκρατορίας στον χώρο της Αφρικής και της Ερυθράς Θαλάσσης αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τον χαρακτήρα αυτής της ιδεολογίας. Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς – τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών – ότι το φαινόμενο επαναλαμβάνεται στις μέρες μας και παρόμοιο πνεύμα εκφράζεται μέσα από τη γνωστή και αμφιλεγόμενη πλέον πολιτική κοσμοθεωρία της περίφημης «παγκοσμιοποίησης».
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι την παγκοσμιότητα της Αυτοκρατορίας, που χαρακτηρίζει το πρώιμο Βυζάντιο, θα διαδεχθεί, κατά τη Μέση και Υστερη βυζαντινή εποχή, η Οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Ο Χριστιανισμός θα ανακτήσει τον πραγματικό του ρόλο και η διάδοσή του θα επηρεάσει βαθιά τον πολιτισμό ξένων λαών, ιδιαίτερα εκείνων της Ανατολικής Ευρώπης.
Η κυρία Σοφία Πατούρα είναι ιστορικός – ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.
