Ο Φιλαράκος κι εγώ
Η τέχνη του ευ ζην, ο ήλιος και η θάλασσα, ο έρωτας, τα ταξίδια, η Νορμανδία και ιδιαίτερα το πλάτωμα του Caux που καταλήγει στα απότομα βράχια της Διέπης στη Μάγχη αποτελούν μερικά από τα πάθη του Γκυ ντε Μοπασάν και του Ολιβιέ Φρεμπούρ, του συγγραφέα και του βιογράφου του. Η ταύτισή τους μοιάζει να είναι πλήρης, απόλυτη, λογοτεχνική, ερωτική.
Η σχέση τους έχει τις αναλογίες μέντορα και μαθητή, όπως του Μοπασάν με τον Φλομπέρ, με σημαντικές διαφορές τον χρόνο και την εποχή, καθώς ο Φρεμπούρ γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα από τον μέντορά του. Στο βιβλίο Maupassant, le clandestin («Μοπασάν, ο παράνομος») ο Φρεμπούρ στήνει ένα είδωλο για να το προσκυνήσει καταθέτοντας την προσωπική, μυθιστορηματική άποψή του για τη βιογραφία του γάλλου συγγραφέα με την ευκαιρία συμπλήρωσης 150 χρόνων από τη γέννησή του.
Η αναζήτηση του συγγραφέα άρχισε από τις βιβλιοθήκες και συνεχίστηκε στους τόπους όπου έζησε τη σύντομη ζωή του· σε τόπους που φύλαξαν το πέρασμά του, διατήρησαν κειμήλια, αφιέρωσαν μνήμες και διατήρησαν ιστορίες από τη ζωή του από γενιά σε γενιά. Και ακόμη για τον Φρεμπούρ η βιογραφία του Μοπασάν γίνεται το όχημα λογοτεχνικής αποστολής την οποία θα φέρει σε πέρας με αξιώσεις: γραφή νευρική, κοφτές φράσεις που ανασαίνουν ασθματικά, εικόνες που δένουν το παρελθόν με το παρόν, αισθητικές συγγένειες με τα «δημοσιογραφικά» γραπτά του μέντορά του.
Η Φρεμπούρ έφθασε στον πύργο του Miromesnil στις 5 Αυγούστου 1999, στις 8 το πρωί. Πριν από 149 χρόνια ακριβώς ο Μοπασάν είχε δει εκεί το πρώτο φως των ημερών του, πρώτος γιος του Γκυστάβ Μοπασάν και της Λορ Λε Πουατβέν. Ως όρο για τον γάμο τους η νεαρή Λορ είχε θέσει στον μέλλοντα σύζυγό της την ανάκτηση του αριστοκρατικού προθέματος ντε και του τίτλου του μαρκησίου που είχε απεμποληθεί μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Η ζωή του ζευγαριού θα σημαδευτεί από το πάθος για κοινωνική αναγνώριση και οικονομική άνεση.
Η μητέρα του, προσωπική φίλη του Γκυστάβ Φλομπέρ, θα του μεταδώσει την αγάπη για τη λογοτεχνία, θα καλλιεργήσει τη φαντασία του και μετά τον θάνατό του θα παραμείνει πιστή φύλακας του έργου του. Από τον πατέρα του ο Μοπασάν θα πάρει την τρέλα των αισθήσεων και τη μοναχική, ακόρεστη σεξουαλικότητα.
Yvetot, Dieppe, Fecamp, Itretat, Grainville-Ymauville: παιδί και έφηβος στη θαλασσινή γεωγραφία της περιοχής του Caux. Η δίψα του για ήλιο και ελευθερία θα γιγαντωθεί μέσα στο σκοτεινό θρησκευτικό σχολείο. Ονειρεύεται να αγοράσει ένα πλοίο και βυθίζεται με πάθος στην ανάγνωση των λατινικών και των γαλλικών. Στα εκκλησιαστικά αρχεία η αποβολή του από το σχολείο καταγράφεται ως τιμωρία για τη συμμετοχή του σε κρυφή κοινωνία μαθητών που αναζητούν την ηδονή, λατρεύουν τη σαμπάνια και μάχονται ενάντια στην πλήξη και στο θρησκευτικό πνεύμα.
Το καλοκαίρι των 17 ετών του θα συναντήσει τον Κορό, τον Κουρμπέ και τον Σουίνμπερν, την αγία καλλιτεχνική τριάδα του Itretat. Και το φθινόπωρο τον Γκυστάβ Φλομπέρ, μετά από μεσολάβηση της μητέρας του που ανησυχεί για το μέλλον του γιου της.
Ο Φλομπέρ και ο πόλεμος του 1870 εναντίον της Πρωσίας θα αναδείξουν τον συγγραφέα που ο Μοπασάν κρύβει μέσα του. Η αυτοκρατορική Γαλλία και ο πατριωτισμός της δημιουργούν τρόμο στον Μοπασάν που θα ταχθεί με τους περιθωριακούς, τους επαναστάτες και τις πόρνες. Μετά από παραμονή 13 μηνών στον στρατό θα πληρώσει κάποιον αντικαταστάτη και θα ελευθερωθεί από τα δεσμά.
Ως το 1880 ο Μοπασάν θα εργαστεί ως δημόσιος υπάλληλος για το υπουργείο Ναυτιλίας, θα αναλώσει ατέλειωτες ώρες στην κωπηλασία και στη ναυσιπλοΐα, θα ανακαλύψει την ηδονή της εισπνοής αιθέρα.
Η κωπηλασία και ο Σηκουάνας, η ανοιχτή θάλασσα, καλμάρουν τη μοναξιά και την απελπισία του τη δεκαετία ανάμεσα στο 1870 και στο 1880. Τα μεσημέρια της Κυριακής στο διαμέρισμα της rue Murillo στο Παρίσι ο Φλομπέρ δέχεται τον Ζολά, τον Τουργκένιεφ, τον Ντοντέ, τον Μεντές. Ο Μοπασάν θα γνωρίσει την αριστοκρατία του πνεύματος και τα καπρίτσια της, την πορνογραφία, τα ατέλειωτα σκατολογικά αστεία.
Νατουραλιστές, ρομαντικοί, ρεαλιστές, όλων των ειδών τα φιλολογικά ρεύματα ανθούν στο Παρίσι της εποχής. Ο Μοπασάν όμως ακολουθεί τον μοναχικό δρόμο του, ο οποίος το 1880, χρονιά του θανάτου του Φλομπέρ, καταλήγει στο πρώτο μυθιστόρημά του, το Boule de suif, βγαλμένο από τον πόλεμο του 1870. Ο μέντοράς του θα προλάβει να το χαιρετίσει ως αριστούργημα, ενώ ο Μοπασάν, ήδη 30 ετών, νιώθει πως ασφυκτιά. Δραπετεύει στην Κορσική, στην Τυνησία, στην Αλγερία, ως τα σύνορα της Σαχάρας. Και ύστερα στην Ιταλία, στη Σικελία, στην Αγγλία. Η ζωή σε κίνηση και ο Μοπασάν συσσωρεύει εντυπώσεις, διηγήματα, χρονογραφήματα, νουβέλες.
Με τα έργα Ο φιλαράκος και Δυνατός όπως ο θάνατος ο Μοπασάν θα καθιερωθεί και το Παρίσι τής Belle Epoque θα πέσει στα πόδια του. Η κοινωνική άνοδός του θα ταυτιστεί με εκείνη στην ιστορία του Bel Ami. Υπογράφοντας «Ο Φιλαράκος είμαι εγώ» ο Μοπασάν θα επαναλάβει την κραυγή του μέντορα Φλομπέρ «Η μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Πέρα από το αυτοβιογραφικό παιχνίδισμα η παραδοχή του αυτή αποτελεί μια ακόμη ειρωνεία για τα σαλόνια όπου συχνάζει και τα οποία αποτελούν τον κρίκο ανάμεσα στην αριστοκρατία και στην μπουρζουαζία.
Ως το 1890 ο κοσμικός μαρκήσιος Ντε Μοπασάν θα μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στο γράψιμο κατά τη διάρκεια της ημέρας, στα κοσμικά σαλόνια και στα κακόφημα σπίτια τη νύχτα. Ο Ολιβιέ Φρεμπούρ παρακολουθεί μαγεμένος την πορεία του συγγραφέα, γράφει διεξοδικά για τα εξωτικά ονόματα γυναικών και ξενοδοχείων, τη φρενήρη πορεία του συγγραφέα μέσα στην κοκαΐνη, στη μορφίνη, στον αιθέρα, στην αντιπυρίνη. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει και το τρίτο στάδιο της σύφιλης εκδηλώνεται με ρευματισμούς, ημικρανίες, κρίσεις παράνοιας και κόπωση. Μεταμορφώνεται σε γενική παράλυση και τρέλα ως τον θάνατό του στις 6 Ιουλίου 1893.
Ο Μοπασάν ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς, μακριά από τη θάλασσα, στο κοσμικό Παρίσι, σαν μια ύστατη κοινωνική αναγνώριση για τον συγγραφέα που ειρωνεύτηκε τους αστούς γράφοντας για νόθους απογόνους υπήρξε ο ίδιος πατέρας τριών νόθων παιδιών; και για πόρνες, για τη ζωή των νορμανδών χωρικών και των μικροαστών, για ερωτικές περιπέτειες και παραμύθια στα όρια του φανταστικού και της τρέλας.
«Ο Φιλαράκος» του Γκυ ντε Μοπασάν κυκλοφόρησε σε μετάφραση Φώντα Κονδύλη από τις εκδόσεις Καλέντης.
