Ο στρατηγικός στόχος του K. Καραμανλή για την ένταξη της Ελλάδας στην υπό διαμόρφωση Ενωμένη Ευρώπη δημιουργούσε την ανάγκη για αναμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Πρώτο μέλημά του ήταν η ισχυροποίηση της ασφάλειας της χώρας και γι’ αυτό η σύσφιγξη των ελληνογιουγκοσλαβικών και ελληνοτουρκικών δεσμών προέβαλλε ως ύψιστη προτεραιότητα. Οι δύο συνεχόμενες επισκέψεις τον Μάιο του 1959 σε Βελιγράδι (6 Μαΐου) και Αγκυρα (7-9 Μαΐου) του έλληνα πρωθυπουργού και η υπογραφή σειράς διμερών συμφωνιών με τη γιουγκοσλαβική ηγεσία, αλλά και ο ειλικρινής και εγκάρδιος διάλογος με σωρεία σύμπτωσης απόψεων επί πολλών ζητημάτων ελληνοτουρκικού ενδιαφέροντος, επιβεβαίωναν πανηγυρικά την ορθότητα των επιλογών και της χάραξης της συγκεκριμένης στρατηγικής που ακολουθούσε τη δεκαετία εκείνη ο Καραμανλής.
Εχοντας αφιερώσει πολύ χρόνο και προσπάθειες στην επίλυση εσωτερικών προβλημάτων της χώρας, ο K. Καραμανλής – όπως ανέφερε με εξομολογητική διάθεση σε μεταγενέστερο σημείωμά του από το Παρίσι – εκτιμούσε πως ήταν πια ελεύθερος να ασχοληθεί περισσότερο με τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας.
«Μέχρι το 1958 ήμουν υποχρεωμένος να ασχολούμαι συνεχώς με τα εσωτερικά προβλήματα της χώρας και κυρίως με την οικονομική της ανάπτυξη. Τα προβλήματα αυτά, σε συνδυασμό και με το εκρηκτικό θέμα της Κύπρου, περιόριζαν τις δυνατότητές μου να ασχοληθώ και να προωθήσω τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Μετά τη διευθέτηση όμως του Κυπριακού πραγματοποίησα αλλεπάλληλες επισκέψεις στο εξωτερικό για να αποκαταστήσω κλονισθείσας φιλίας…» και άφηνε παρακάτω να ξεδιπλωθεί η αγωνία του για την ασφάλεια της χώρας και τις επιλογές στις οποίες είχε καταλήξει. «… H Ελλάδα πλαισιωμένη από εχθρικούς και αλλόφυλους λαούς, ζούσε μόνιμα με το άγχος ενός τοπικού πολέμου. Ολοι οι γείτονες είχαν κατά καιρούς βλέψεις εις βάρος της. H Βουλγαρία στη Θράκη, η Γιουγκοσλαβία στη Μακεδονία και η Τουρκία στην Κύπρο και στα ανατολικά νησιά της. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο με επιμονή επεδίωξα να εντάξω τη χώρα μας στην υπό διαμόρφωση Ενωμένη Ευρώπη. Πίστευα ότι αν τελικά η Ευρώπη ενωθεί και η Ελλάδα αποτελέσει μία Πολιτεία της Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας θα κατοχύρωνε την ανεξαρτησία της, αφού κανένας δεν θα μπορούσε να την προσβάλει χωρίς να προκαλέσει πόλεμο ευρωπαϊκό…».
* H αισιοδοξία των ηγετών
H εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και η αποκατάσταση του άξονα Αθήνας – Αγκυρας θα επιβεβαιωθούν πανηγυρικά τον Μάιο του 1959 με την επίσκεψη του K. Καραμανλή στη γειτονική χώρα. Ευρύ φάσμα θεμάτων, θέματα αλιείας, το Πατριαρχείο και οι αποζημιώσεις ελληνικών περιουσιών, τα βακουφικά και το κορυφαίο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής και για τις δύο χώρες, το Κυπριακό, θα βρεθούν στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών συνομιλιών, μετά το τέλος των οποίων οι Κωνσταντίνος Καραμανλής και Αντνάν Μεντερές θα επιβεβαιώσουν στο κοινό ανακοινωθέν «ότι μία πλήρης ταυτότης αντιλήψεων υπάρχει επί των θεμάτων άτινα εθίγησαν κατά τας συνομιλίας των. Παρετήρουν ότι η φιλία μεταξύ των δύο χωρών είναι ισχυροτέρα παρά ποτέ και ότι τούτο απεδείχθη άπαξ έτι διά της ευτυχούς επιλύσεως του ζητήματος της Κύπρου…».
Με επαναλαμβανόμενη μνεία στην εμπνευσμένη πολιτική Ατατούρκ – Βενιζέλου στις ομιλίες τους, οι δύο ηγέτες δεν έκρυβαν την αισιοδοξία τους για την ομαλή πορεία των σχέσεων και στο μέλλον. Δυστυχώς όμως ο υποτροπιασμός του Κυπριακού το 1963 θα ανατρέψει την πορεία αυτή και θα φέρει τις δύο χώρες σε πολλά από τα ζητήματα στα οποία είχε βρεθεί οδός συνεννοήσεως, κυρίως στο θέμα της απόδοσης της ακινήτου περιουσίας του Πατριαρχείου και της ρύθμισης περιουσιακών ζητημάτων των δύο μειονοτήτων, στο ίδιο αν όχι χειρότερο σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει ο ελληνοτουρκικός διάλογος.
* H εξωτερική πολιτική
H διάθεση Καραμανλή – Μεντερές να μπουν στην ουσία του ελληνοτουρκικού διαλόγου για Κύπρο, ΝΑΤΟ, Βαλκανικό Σύμφωνο, μειονότητες και ιδιοκτησιακά ζητήματα εκατέρωθεν και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν πρόδηλη εξαρχής.
H πικρία που είχαν δημιουργήσει τα γεγονότα του 1955 σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη έμοιαζε παρελθόν, αν και ζητήματα σχετικά με τη βαριά φορολογία επί των αποζημιώσεων προς την ελληνική ομογένεια παρέμεναν εκκρεμή. Οι δύο ηγέτες δήλωναν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε διάλογο. Ο Καραμανλής μίλησε στο επίσημο δείπνο της ίδιας μέρας για «νέες βάσεις συνεργασίας και κοινής προσπάθειας των δύο λαών», οι φιλικοί και συμμαχικοί δεσμοί των οποίων «εμπνέονται από ύψιστα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών, ιδίως τώρα οπότε διερχόμεθα περίοδον διεθνούς εντάσεως». Ας μην ξεχνάμε ότι ο Ψυχρός Πόλεμος εμαίνετο και με διευκόλυνση του Νάσερ η ρωσική επιρροή διά της Συρίας και του εκεί τουρκικού στρατού προέβαλλε ως απειλή περαιτέρω επεκτάσεως στη Μέση Ανατολή, ιδία σε Ιράν, Ιράκ και Αφγανιστάν.
Σε άλλα θέματα διεθνούς πολιτικής οι δύο αρχηγοί κατέληξαν: Ως προς το Βαλκανικό Σύμφωνο να το αφήσουν εν υπνώσει (πρόταση Μεντερές) όσο ο Τίτο μετά την περιοδεία του στις Αδέσμευτες χώρες προτιμούσε να τηρεί ουδετερότητα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ως προς το ΝΑΤΟ να συνεχίσουν την πολιτική συνεργασίας κοινής άμυνας.
Ως προς την ΕΟΚ, «συνεφωνήθη ότι οι δύο κυβερνήσεις θα παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς το θέμα επί τω σκοπώ υπό κοινού ενέργειας οποτεδήποτε τούτο θα ήτο αναγκαίον».
Ως προς την Κύπρο, «επιβεβαίωσαν την προσήλωσιν των δύο κυβερνήσεων εις την εφαρμογήν των συμφωνιών (ενν. Ζυρίχης, Λονδίνου) αίτινες αποβλέπουν εις την δημιουργίαν της (Ανεξάρτητης) Κύπρου». (Σημ.: Ο Καραμανλής σε άλλο σημείωμα φαίνεται να προσπαθεί να βελτιώσει τους όρους του Λονδίνου και της Ζυρίχης για να ευχαριστήσει τον Μακάριο, ο οποίος είχε εκφράσει επιφυλάξεις πριν από την υπογραφή τους.)
* Τα διμερή θέματα
Διμελής επιτροπή συνεστήθη για τα θέματα αλιείας και μια άλλη (Μπίτσιος – Κουνεράλπ) για τα θέματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου (ζητήματα περιουσιών και ελευθέρα διακίνηση Πατριάρχη στο εξωτερικό). Συζητήθηκαν ακόμη τα θέματα αποζημιώσεων του 1955, θέματα περιουσιών Ελλήνων της Δωδεκανήσου στη μικρασιατική ακτή, ζητήματα εκπαιδευτικά των εκατέρωθεν μειονοτήτων και το ζήτημα της Γέφυρας του Εβρου.
Ενδεικτική του καλού κλίματος στις σχέσεις των δύο χωρών ήταν το γεγονός ότι η συνεργασία Μπίτσιου – Κουνεράλπ άρχισε αμέσως και υπεγράφη στις 4 Αυγούστου 1959. Το 14σέλιδο απόρρητο κείμενο της συμφωνίας έφυγε από την Αθήνα προς την πρεσβεία της Αγκυρας στις 11 Αυγούστου (Δ’ Πολιτική ΑΠ 37323, ίδιος φάκ.). Με απόρρητο τηλεγράφημά του από την Αγκυρα ο πρέσβης Δ. Μάτσας χαρακτήριζε το γενικό αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής πολύ ικανοποιητικό. H Ελλάδα, εν όψει επισκέψεως Μεντερές το φθινόπωρο του ίδιου έτους στην Αθήνα, έκανε επιπλέον βήματα για δημιουργία κατάλληλου κλίματος αποφασίζοντας να στηρίξει την υποψηφιότητα της Τουρκίας στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στο Συμβούλιο Διεθνούς Ενώσεως Τηλεπικοινωνιών.
Ανάμεσα σε δύο θύελλες του 1955 και του 1963, το έτος εκείνο έμοιαζε με αληθινή όαση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το δυσάρεστο για την Ελλάδα όμως ήταν ότι τα γεγονότα του 1963 εμπόδισαν την επίλυση του ζητήματος ακίνητης περιουσίας του Πατριαρχείου που παρέμεινε έκτοτε εκκρεμές, με τις γνωστές συνέπειες ολοκλήρωσης της δήμευσής της επί των ημερών μας.
Ποιοι μετείχαν στην ελληνική αντιπροσωπεία
Τον πρωθυπουργό K. Καραμανλή και τον υπουργό εξωτερικών Ευ. Αβέρωφ-Τοσίτσα συνόδευσαν στην επίσκεψη εκείνη στην Αγκυρα (7-9 Μαΐου) και στην Κωνσταντινούπολη (10-12 Μαΐου) οι διπλωματικοί υπάλληλοι A. Μάτσας και Φ. Αννινος-Καβαλιεράτος (πρέσβεις), Δ. Μπίτσιος και A. Δημητρόπουλος (σύμβουλοι πρεσβείας) και ο τότε νεαρός ακόλουθος M. Δούντας. Μέλη της ακολουθίας του πρωθυπουργού ήσαν επίσης ο Π. Κόντας (διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού), οι υπεύθυνοι της ασφαλείας του Δ. Οικονόμου (ταγματάρχης), I. Αργυρόπουλος (μοίραρχος), Γ. Αλμπάνης (χωροφύλακας) και Τσαμπίκα Διαμαντόγλου (καμαριέρα).
Την κυβερνητική αποστολή συνόδευαν 12 δημοσιογράφοι μεγάλων εφημερίδων, τρεις υπάλληλοι του υπουργείου Προεδρίας και 8 φωτορεπόρτερ και κινηματογραφιστές (ταινίες επικαίρων της επίσκεψης φυλάσσονται σήμερα στο πλούσιο Κινηματογραφικό Αρχείο του ΥΠΕΞ). Με εξαιρετικώς επείγον και εμπιστευτικό έγγραφό του στις 25 Απριλίου ο υφυπουργός Τύπου Γ. Τριανταφυλλάκος έδινε οδηγίες στο Γραφείο Τύπου Κωνσταντινουπόλεως αποστέλλοντας ταυτόχρονα πλούσιο έντυπο υλικό με βιογραφικό, φωτογραφίες κτλ. του έλληνα πρωθυπουργού για την καλύτερη δυνατή προβολή της επίσκεψης στον Τύπο (ΑΠ 1298/A3/5039 KY φάκ. 1959, Ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις). H προθυμία της ελληνικής πλευράς να καλύψει τα έξοδα φιλοξενίας της συνοδείας του πρωθυπουργού K. Καραμανλή εξετιμήθη από την τουρκική ηγεσία αλλά απερρίφθη αυτόματα. Ολοι επιβιβάστηκαν στο πρωθυπουργικό αεροσκάφος και ήσαν, μηδενός εξαιρουμένου, φιλοξενούμενοι μιας υποδειγματικής τουρκικής υποδοχής.
H κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.
