Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Την Κυριακή των εκλογών οι κάλπες δεν πάνε από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν φακέλους με ψηφοδέλτια. Ο ψηφοφόρος πρέπει να κάνει το μίνιμουμ, να πάρει το σαρκίο του και να συρθεί μέχρι το εκλογικό κέντρο. Οι εκλογές δεν γίνονται ούτε με το τηλέφωνο ούτε με υψωμένο αντίχειρα στο Facebook. Στην πολύ απλή αλλά κρίσιμη διαδικασία προσέρχεται ένας στους δύο πολίτες. Στις τηλεφωνικές μετρήσεις δεν είναι ίδιο το σύστημα. Μπορεί να απαντήσει και εκείνος που απέχει κανονικά από τις εκλογές. Μπορεί επίσης να απαντήσει με ψέματα. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι άραγε δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι έχει σαφή εικόνα για τις προθέσεις του συνόλου;
Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων είναι πολύ φαντεζί, με τη Νέα Δημοκρατία να λαμβάνει δυνητικά διπλάσιο ποσοστό από τον ΣΥΡΙΖΑ. Κάπου εδώ τίθεται ένα ακόμη ερώτημα: η κάλπη (αν τελικά στηθεί) θα αναδείξει κόμμα ή νόμισμα; Θα γίνουν εθνικές εκλογές ή δημοψήφισμα για το ευρώ; Και στις δύο πιθανότητες υπάρχει οδηγός επιλογής, υπάρχει κριτήριο που συνοψίζεται σε μια φράση: «H Ελλάδα δεν είναι αυτόνομη». Δεν έχει ενέργεια, δεν έχει τρόφιμα, δεν έχει φάρμακα. Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα και ξεπερνά τους ρόλους των προσώπων και των κομμάτων τους.
Η παραφιλολογία των εκλογών ουσιαστικά αποπροσανατολίζει. Η χώρα πορεύεται μέσα από υποθέσεις. Ο πρώτος κύκλος υποθέσεων αφορά το μέλλον, τι θα μπορούσε να γίνει εάν ο Μητσοτάκης έστελνε τον Σταϊκούρα για διαπραγμάτευση, εάν η Μέρκελ τελικά αποτύχει, εάν η Λεπέν τελικά επικρατήσει. Ο δεύτερος κύκλος αφορά το παρελθόν, τι θα είχε γίνει αν ο Παπαδήμος εκπροσωπούσε ακόμη τη χώρα στους θεσμούς, εάν ο κυρ Φώτης είχε γίνει Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εάν είχε πάρει μια παράταση ο Σαμαράς. Ολα αυτά είναι περικοκλάδες. Το θεμελιώδες παραμένει ότι η ελληνική οικονομία παράγει χρέη και με τα χρέη που παράγει όλο και δυσκολότερα θα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της σε βασικά είδη.
Τι μπορούμε να περιμένουμε με Τσίπρα ή με Μητσοτάκη, με ευρώ ή με δραχμή; Τη γενικευμένη φτώχεια. Αυτή είναι δεδομένη. Φαίνεται όμως να υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή, φαίνεται να υπάρχει επιλογή. Το ευρώ είναι φτώχεια, η δραχμή είναι εξαθλίωση. Για τον Πρωθυπουργό η φτώχεια είναι τιμημένη όταν προκύπτει από εθνική υπερηφάνεια, από αδιαλλαξία και από αδυναμία συνεννόησης με τους θεσμούς. Κινδυνεύει όμως να παρασυρθεί και να παρασύρει στην άλλη πλευρά, στην εξαθλίωση. Θα αυξήσει στο τριπλάσιο τους μισθούς σε τοπικό νόμισμα αλλά ο φουσκωμένος μισθός θα έχει αγοραστική δύναμη για ένα ζευγάρι παπούτσια.
Είναι περισσότερο από προφανές ότι τα χειρότερα έρχονται. Ακόμη κι αν κλείσει η συμφωνία, ακόμη κι αν πληρωθούν οι δημοσιονομικές υποχρεώσεις του Ιουλίου, η διαπραγμάτευση, οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, δεν θα μας πάει μακριά. Εξακολουθούμε να συζητούμε για τις ίδιες διαρθρωτικές αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν πριν από μια επταετία. Δεν έγιναν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις ενώ αποφασίστηκαν. Επαναλαμβάνεται η ίδια συζήτηση, ας πούμε για το κόστος των συντάξεων. Κανείς δεν παίρνει τη μεγάλη απόφαση, να κόψει οριστικά και αμετάκλητα όλες τις συντάξεις ατόμων που δεν έχουν συμπληρώσει τα 60, τα 62, μια λογική ηλικία. Οι θεσμοί έχουν κουραστεί από τις αναβολές, από την έλλειψη πολιτικής βούλησης. Ταυτόχρονα, οι επενδυτές δεν έχουν κανέναν λόγο να κάνουν μπίζνες σε μια χώρα που δεν έχει ούτε σταθερό φορολογικό πλαίσιο ούτε βέβαιο νομισματικό μέλλον.
Τα πάντα είναι αφηρημένα και ασαφή, τα πάντα εκτός από την πορεία στην ανέχεια. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η χώρα θα ορθοποδήσει. Απλώς η επιλογή πρωθυπουργού και νομίσματος θα καθορίσουν την έκταση και το χρονικό βάθος της φτώχειας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ