από metereologos.gr
Πέμπτη 29 Ιουνίου 2017
 
 

Το τέλος της ουτοπίας

* Για ένα μέρος της προοδευτικής διανόησης η ταύτιση του ουτοπικού με το υπαρκτό, του ιδεώδους/επιθυμητού με το status quo οδηγεί σε έναν ακραίο συντηρητισμό. Ο αγώνας για μια καλύτερη κοινωνία μετατρέπεται από ηθικό και πολιτικό σε τεχνοκρατικό πρόβλημα
Το τέλος της ουτοπίας
Λιουμπόβ Ποπόβα,μέρος προσχεδίου για το σκηνικό του έργου «Γη σε αναβρασμό» του 1923. Παρουσιάστηκε το 2003 στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της έκθεσης «Τέχνη και Ουτοπία» όπου αξιοποιήθηκε το ανεκτίμητο υλικό των έργων της ρωσικής πρωτοπορίας που διαθέτει η Συλλογή Κωστάκη
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

H έννοια της ουτοπίας ενέχει πάντα μια διάσταση που υπερβαίνει το «εδώ και τώρα». Δημιουργεί ένα χάσμα, μια ένταση μεταξύ αυτού που είναι σήμερα και αυτού που θα έπρεπε να είναι ή, μάλλον, αυτού που θα ήταν επιθυμητό να γίνει στο μέλλον. Από την άλλη μεριά, παρ' όλο που η ουτοπία εντάσσεται στον χώρο του δυνητικού και επιθυμητού, έχει πάντα άμεσες επιπτώσεις στο παρόν κοινωνικό γίγνεσθαι. Από τη στιγμή που άτομα ή κοινωνικές ομάδες κινητοποιούνται με στόχο την επίτευξη του ουτοπικού ιδεώδους, το φαντασιακό βοηθάει ποικιλοτρόπως στη συγκρότηση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας των ανθρώπων. Δημιουργεί στόχους, κινητοποιεί ενέργειες και αποτελεί συστατικό στοιχείο στην οργάνωση του κοινωνικού χώρου και χρόνου.

Στην ύστερη νεωτερικότητα, στον χώρο της θεωρίας αλλά και της καθημερινής πρακτικής, παρατηρούμε έντονες αντιουτοπιστικές τάσεις - δηλαδή τάσεις που αμβλύνουν ή και εξαφανίζουν το χάσμα μεταξύ του είναι και του πρέπει μεταξύ της «σκληρής πραγματικότητας» και της ουτοπικής ελπίδας.

* Το τέλος των ιδεολογιών

Στον χώρο των κοινωνικών επιστημών, για παράδειγμα, στη δεκαετία του '60 αναπτύσσεται ένας προβληματισμός γύρω από το μέλλον των αντιμαχόμενων ιδεολογιών του καπιταλισμού και του σοβιετικού τύπου κομμουνισμού. Για μερικούς στοχαστές (π.χ., J. Τ. Dunlop, F. Η. Harbison, C. Α. Mayers) θα υπάρξει σταδιακά μια σύγκλιση μεταξύ των καπιταλιστικών κοινωνιών και αυτών του «υπαρκτού σοσιαλισμού». H κοινή τεχνολογική βάση και των δύο θα οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου οι κοινωνικές δομές όλων των βιομηχανικών κοινωνιών θα είναι ίδιες. Αυτό θα οδηγήσει στην εξαφάνιση των αντιμαχόμενων ιδεολογιών, δηλαδή στο τέλος της ουτοπίας.

Κατά την ίδια περίοδο, η θεωρία του γνωστού κοινωνιολόγου Τ. Parsons πάνω στον εκσυγχρονισμό οδηγεί, από διαφορετικό θεωρητικό δρόμο, σε παρόμοιες αντιουτοπιστικές προβλέψεις. Εδώ δεν έχουμε την ιδέα της σύγκλισης αλλά την πρόβλεψη πως οι μη δημοκρατικές κοινωνίες του υπαρκτού σοσιαλισμού, επειδή είναι λιγότερο διαφοροποιημένες, πιο «αρχαϊκές» από τις κοινωνίες της Δύσης, είτε θα αναγκαστούν να ανοίξουν/εκδημοκρατίσουν το πολιτικό τους σύστημα (πλησιάζοντας έτσι τις κοινωνικές δομές των καπιταλιστικών κοινωνιών) είτε, αν αποτύχουν, θα περιθωριοποιηθούν. Και στις δύο περιπτώσεις η αντίθεση μεταξύ των δύο ιδεολογιών θα εξαφανιστεί. H αντιπροσωπευτική δημοκρατία, ως «εξελικτική καθολικότητα», θα καταστεί ο κύριος τρόπος οργάνωσης όλων των βιομηχανικών/νεωτερικών κοινωνιών.

Με άλλα λόγια, για τον Parsons οι αναπτυσσόμενες κοινωνίες του Τρίτου αλλά και του Δεύτερου Κόσμου - μέσω διαφόρων εσωτερικών και εξωτερικών διαδικασιών - δεν μπορεί παρά να προσεγγίσουν σταδιακά τις δυτικές κοινωνίες του Πρώτου Κόσμου. Ετσι, όταν κυριαρχήσει παντού ο συνδυασμός ελεύθερης αγοράς και δημοκρατικού πολιτεύματος, το ουτοπικό/ιδεώδες θα γίνει πραγματικότητα, το χάσμα μεταξύ του υπαρκτού και του ιδεατού/ιδεολογικού θα εξαφανιστεί.

* Το τέλος της Ιστορίας

Ξεκινώντας από τις θεωρίες περί του τέλους των ιδεολογιών στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, είναι εύκολο να δει κανείς πώς φτάνουμε, μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού μπλοκ, στη γνωστή θεωρία του Fukuyama περί του τέλους της ιστορίας. Κατά τον Fukuyama η πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, η εξάπλωση της δημοκρατίας και το άνοιγμα των αγορών σε παγκόσμια κλίμακα οδηγούν σε μια κατάσταση όπου δεν υπάρχει «αντίπαλο δέος» στο σύστημα της φιλελεύθερης καπιταλιστικής κοινωνίας. Τα μη δημοκρατικά, αυταρχικά καθεστώτα που εξακολουθούν να υπάρχουν αποτελούν περισσότερο απομεινάρια του παρελθόντος και λιγότερο προπομπούς μελλοντικών εξελίξεων. Απ' αυτή τη σκοπιά το τέλος της ιστορίας σημαίνει και το τέλος της ουτοπίας - αφού έχουμε ξανά τη σύντηξη του πραγματικού και του ιδεώδους.

* Ολιστικές προσεγγίσεις

Την αντίθεση στις έννοιες της ουτοπίας και της ιδεολογίας τη βλέπουμε επίσης στο έργο μεταμοντέρνων στοχαστών, όπως ο Lyotard και ο Foucault. Εδώ η αντίθεση στην ουτοπία δεν βασίζεται, όπως στις προηγούμενες περιπτώσεις, στη φιλελεύθερη θριαμβολογία. Βασίζεται πιο πολύ στην αντίθεση του μεταμοντέρνου λόγου στις «μεγάλες αφηγήσεις»: στις ολιστικές προσεγγίσεις των κοινωνικών φαινομένων, καθώς και στα μεγάλα οράματα ολικού μετασχηματισμού των κοινωνιών. Από τη μεταμοντέρνα σκοπιά κάθε ιδεολογία, κάθε μεγαλόσχημο όραμα μιας ιδεώδους μελλοντικής κοινωνίας οδηγεί, αργά ή γρήγορα, στον αυταρχισμό. Οδηγεί στις ναζιστικές θηριωδίες και στα σταλινικά γκουλάγκ. Αρα εδώ η απόρριψη του ουτοπικού δεν βασίζεται στην αποδοχή/εξιδανίκευση του υπαρκτού. Βασίζεται στην πεποίθηση ότι κάθε προσπάθεια πραγμάτωσης των διαφόρων κοινωνικών οραμάτων έχει μη αναμενόμενα, καταστρεπτικά αποτελέσματα.

* H επιστροφή του ουτοπικού

Για ένα μέρος της προοδευτικής διανόησης η ταύτιση του ουτοπικού με το υπαρκτό, του ιδεώδους/επιθυμητού με το status quo οδηγεί σε έναν ακραίο συντηρητισμό. Ο αγώνας για μια καλύτερη κοινωνία μετατρέπεται από ηθικό και πολιτικό σε τεχνοκρατικό πρόβλημα: του πώς οι χώρες στην περιφέρεια θα πλησιάσουν το υπαρκτό και συγχρόνως ιδανικό κέντρο, δηλαδή τις δομές και αξίες της δυτικής καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που βλέπουμε την επανεμφάνιση του ουτοπικού, την επανενεργοποίηση προσπαθειών για τη συγκρότηση ενός οράματος της «καλής κοινωνίας».

Οι νέες ουτοπίες διαφέρουν από τις παλιές σε τρία βασικά σημεία: Πρώτον, έχουν έναν αντιθετικιστικό χαρακτήρα. H πίστη στην ύπαρξη εξελικτικών «νόμων» ή τάσεων που οδηγούν αναπόφευκτα σε έναν μελλοντικό παράδεισο απορρίπτεται. Δεύτερον, απορρίπτεται επίσης η ιδέα ότι όλα τα μέσα που οδηγούν στην επιτάχυνση της νομοτελειακής εξελικτικής πορείας, ανεξαρτήτως της ηθικής τους υπόστασης, είναι επιθυμητά και νόμιμα. Τρίτον, γίνεται μια προσπάθεια να σχετίζεται ή, μάλλον, να απορρέει το ουτοπικό διακύβευμα από τις βασικές δομές της ανθρώπινης ύπαρξης - γλωσσικές, ψυχολογικές, κοινωνικές.

* Ουτοπία και γλώσσα

Ο Habermas, για παράδειγμα, ξεκινάει από την, κατ' αυτόν, βασική παθολογία της νεωτερικότητας: την «αποικιοποίηση του βιόκοσμου» (των χώρων της κοινωνικής αλληλεγγύης και της πολιτισμικής χειραφέτησης) από το «σύστημα» (τον οικονομικό και πολιτικό χώρο). H κυριαρχία του συστήματος πάνω στον βιόκοσμο σημαίνει ότι η εργαλειακή λογική της αγοράς και του κράτους διεισδύει και εξαρθρώνει την ανοιχτή, μη τεχνοκρατική, «επικοινωνιακή λογική» που θα έπρεπε να συντονίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις στον χώρο της οικογένειας, της κοινότητας και του πολιτισμού. H παραπάνω διάγνωση οδηγεί τον γερμανό φιλόσοφο στη συγκρότηση μιας μελλοντικής, ουτοπικής κατάστασης όπου ο βιόκοσμος θα είναι απαλλαγμένος από τα δεσμά του οικονομικού και πολιτικού εργαλειακού λόγου. Με βάση τη γλωσσολογία ο Habermas αναπτύσσει την έννοια της «κατάστασης της ιδεώδους ομιλίας» - μιας ουτοπικής κατάστασης όπου οι διάφοροι κοινωνικοί καταναγκασμοί (όπως η οικονομική εκμετάλλευση, η πολιτική καταπίεση και η πολιτισμική χειραγώγηση) περιθωριοποιούνται ή και εξαφανίζονται. Στην κατάσταση της ιδεώδους ομιλίας οι ανθρώπινες σχέσεις θα διέπονται από μια πραγματικά ελεύθερη, ανοικτή επικοινωνία, μια επικοινωνία που θα καταστεί η βάση για μια μη επιβαλλόμενη, γνήσια συναίνεση πάνω σε βασικούς κοινωνικούς στόχους.

* Ουτοπία και ψυχανάλυση

Περνώντας από τον Habermas στον Lacan, η θεωρία του τελευταίου περί του συμβολικού και του φαντασιακού χρησιμοποιήθηκε σαν βάση για τη συγκρότηση ουτοπικών οραμάτων συμβατών κατά κάποιον τρόπο με την ψυχική πραγματικότητα του ατόμου. Κατά τον Lacan η είσοδος του υποκειμένου στον συμβολικό χώρο της γλώσσας σημαίνει το πέρασμα από την ιδανική, σχεδόν αποκλειστική σχέση του νηπίου με τη μητέρα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο «νόμος του πατέρα» - και όπου το εγώ κατακερματίζεται. Το υποκείμενο προσπαθεί να ξεπεράσει τον κατακερματισμό στο φαντασιακό επίπεδο. Δημιουργεί μια ιδεώδη, μη κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού, που στη συνέχεια, παρ' όλο τον εξωπραγματικό χαρακτήρα της, έχει πραγματικές επιπτώσεις στη ζωή του υποκειμένου.

H Ducile Cornell με βάση την παραπάνω ψυχαναλυτική θεωρία κατασκεύασε την έννοια του φαντασιακού χώρου (imaginary domain), ενός χώρου όπου τα δικαιώματα της γυναίκας αντικατοπτρίζουν τις αξίες και τα ιδανικά των φεμινιστικών κινημάτων. Κατά τη συγγραφέα, αν στο συμβολικό επίπεδο της κοινωνικής πραγματικότητας το φεμινιστικό κίνημα είναι κατακερματισμένο, στο φαντασιακό επίπεδο προβάλλεται μια ιδανική, μη πραγματοποιήσιμη ενότητα, που στη συνέχεια έχει πραγματικές επιπτώσεις στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Πιο πρόσφατα, ο Κώστας Δουζίνας, καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, προσπάθησε να κατασκευάσει μια ουτοπία που να έχει σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα (βλ. «Το τέλος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», Παπαζήσης, 2006). Αυτή η νομική ουτοπία βασίζεται επίσης στη λακανική ψυχανάλυση. Κατά τον συγγραφέα στη μετανεωτερική κοινωνία ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει «θετικοποιηθεί»: H ένταση μεταξύ του υπαρκτού και του φαντασιακού, μεταξύ του είναι και του πρέπει έχει εξαφανιστεί. Οι οπαδοί του «τέλους της ιστορίας» αγνοούν τις κραυγαλέες καταπατήσεις των κανόνων που σχετίζονται με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επιπλέον θεωρούν τη νομοθεσία περί δικαιωμάτων τελειωμένη υπόθεση. Ο συγγραφέας προσπαθεί να επανεισαγάγει την ουτοπική διάσταση σε αυτόν τον χώρο: Στο φαντασιακό επίπεδο τα ανθρώπινα δικαιώματα, στον βαθμό που στοχεύουν όχι στη νεοφιλελεύθερη τυπική αλλά στην ουσιαστική ισότητα και ελευθερία, αποτελούν ένα ουτοπικό, απραγματοποίητο όραμα, το οποίο όμως μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο επίπεδο του υπαρκτού/πραγματικού.

* Ουτοπία και κοινωνία

Περνώντας τέλος από τη γλωσσολογία και την ψυχανάλυση στην κοινωνική θεωρία, η κατασκευή του ουτοπικού κατά τρόπο συμβατό με τη νεωτερική και μετανεωτερική πραγματικότητα μπορεί να βασιστεί στην έννοια της κοινωνικής διαφοροποίησης. Ενα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι η ολική διαφοροποίηση της κοινωνίας σε ξέχωρους θεσμικούς χώρους (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό), ο καθένας από τους οποίους τείνει να έχει (τουλάχιστον δυνητικά) τη δική του λογική και αξίες. Αντίθετα με την αισιόδοξη και συντηρητική παρσονική θεωρία περί κοινωνικής διαφοροποίησης, στη νεωτερικότητα δεν υπάρχουν μηχανισμοί που να οδηγούν αυτόματα στην αρμονική ισορροπία μεταξύ των θεσμικών χώρων. Αυτό που παρατηρούμε είναι η κυριαρχία ενός χώρου πάνω στους άλλους. Στον Μεσοπόλεμο, π.χ., η ανάδυση διαφόρων αυταρχισμών (φασισμός, σταλινισμός) οδήγησε σε μια κατάσταση όπου η κυριαρχία του πολιτικού καταργεί τη σχετική αυτονομία και τις αξίες των υπόλοιπων θεσμικών χώρων. Στην τωρινή συγκυρία, από την άλλη μεριά, βλέπουμε το πέρασμα από την κυριαρχία του πολιτικού σε αυτήν του οικονομικού: η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση οδηγεί σε μια κατάσταση όπου η λογική της αγοράς υποσκάπτει τις λογικές και αξίες όλων των υπόλοιπων θεσμικών χώρων. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, ένα ουτοπικό όραμα που απορρέει αβίαστα από τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα είναι το πέρασμα από τον οικονομικό, μονολογικό εκσυγχρονισμό (όπου όλα θυσιάζονται στον βωμό της ανταγωνιστικότητας/παραγωγικότητας) σε έναν πολυλογικό εκσυγχρονισμό όπου οι αξίες της αγοράς θα συνυπάρχουν σε κατάσταση ισορροπίας με τις αξίες της ουσιαστικής δημοκρατίας στον πολιτικό χώρο, της αλληλεγγύης στον κοινωνικό και της ατομικής χειραφέτησης/αυτονομίας στον πολιτισμικό.

* Συμπέρασμα

Ο λόγος περί του τέλους της ιστορίας είναι πολύ πιο σχετικός όταν αναφερόμαστε σε προνεωτερικές κοινωνίες, όπου η κοινωνική στασιμότητα και η αυστηρή ιεράρχηση νομιμοποιούνται από τη θρησκεία και την παράδοση. Στη νεωτερικότητα, από την άλλη μεριά, όπου οι αλλαγές είναι ραγδαίες και η νομιμοποίηση του status quo είναι πολύ πιο δύσκολη, η ουτοπία όχι μόνο θα υπάρχει αλλά και θα εξακολουθήσει να παίζει κύριο ρόλο στη συγκρότηση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. H συνεχής ένταση μεταξύ του υπαρκτού και του ιδεώδους αποτελεί συστατικό στοιχείο της νεωτερικότητας.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη London School of Economics.



Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.