από metereologos.gr
Σάββατο 18 Αυγούστου 2018
 
 

Η επιστροφή του Σάσα Μπάρον Κοέν

Η νέα σειρά του βρετανού κωμικού με τίτλο «Who is America» είναι ανατρεπτική, εξοργιστική και ανελέητα αστεία
Η επιστροφή του Σάσα Μπάρον Κοέν
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Ο Σάσα Μπάρον Κοέν επιστρέφει στη μικρή οθόνη και είναι για μία ακόμα φορά σκληρά ανατρεπτικός, εξοργιστικός, εικονοκλαστικός, ασεβής και εφιαλτικά αστείος. Το νέο «σίριαλ» στο οποίο πρωταγωνιστεί και έκανε πρεμιέρα στις 15 Ιουλίου στο δίκτυο Showtime έχει τίτλο «Who is America» («Ποια είναι η Αμερική») και έχει γίνει ήδη αιτία να παραιτηθεί ένας γερουσιαστής. Ταυτόχρονα έχει προκαλέσει το μένος των συντηρητικών Αμερικανών εξαιτίας της ανελέητης κριτικής που ασκεί στην Αμερική με όπλο τη σάτιρα και το πικρό χιούμορ.

Η μορφή του νέου σίριαλ είναι, όπως και στη σειρά «Da Ali G Show» αλλά και στις μετέπειτα ταινίες «Μπόρατ» και «Μπρούνο», ένα υβρίδιο ανάμεσα στη στημένη κωμωδία και στο ντοκιμαντέρ. Ο Μπάρον Κοέν υποδύεται διαφορετικούς χαρακτήρες οι οποίοι παρασύρουν τα «αθώα» τους θύματα σε τόσο απρόβλεπτες καταστάσεις, που καταλήγουν στο τέλος επικοινωνιακές παγίδες. Από τον ακροδεξιό θιασώτη των θεωριών συνωμοσίας μέχρι τον πρώην κατάδικο με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, τον ισραηλινό ειδικό σε θέματα τρομοκρατίας και τον ιταλό δισεκατομμυριούχο από το Μιλάνο, οι χαρακτήρες που «χτίζει» ο Μπάρον Κοέν κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να δυναμιτίσουν τη σοβαροφάνεια της αμερικανικής κοινωνίας και να εκθέσουν την απόλυτη γύμνια του αμερικανικού ονείρου. Στην εποχή του Τραμπ, των fake news, της ανισότητας, της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού και του σεξισμού, τα αστεία του Μπάρον Κοέν αποκτούν μια πικρή επίγευση: η πραγματικότητα ξεπερνάει τη σάτιρα και το καυστικό χιούμορ αδυνατεί να ακολουθήσει τον παραλογισμό της καθημερινότητας.

Επικοινωνιακά ναρκοπέδια

Από το πρώτο κιόλας επεισόδιο ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά όταν ο «ισραηλινός ειδικός» πείθει στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και εκπροσώπους οργανώσεων υπέρ των όπλων να υποστηρίξουν την πρότασή του, ώστε να εξοπλιστούν οι μαθητές των νηπιαγωγείων με όπλα που θα μοιάζουν με παιχνίδια, αλλά θα είναι πραγματικά. Μόνο ένας από αυτούς του λέει ότι δεν πρόκειται να υποστηρίξει αυτή την αποτρόπαια ιδέα. Οι περσόνες που πλάθει ο Κοέν μοιάζουν συχνά με τρολ βγαλμένα από τα πιο τοξικά chat rooms του Διαδικτύου. Ομως εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι η ευκολία με την οποία παρασύρουν τους στόχους τους σε επικοινωνιακά ναρκοπέδια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Τζέισον Σπένσερ, αντιπρόσωπος στο Κογκρέσο από την Πολιτεία Τζόρτζια, που υποτίθεται ότι παίρνει μέρος σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα αυτοάμυνας απέναντι σε τρομοκράτες με εκπαιδευτή τον «ισραηλινό ειδικό». Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης ο Σπένσερ φαίνεται να κυνηγάει τον Σάσα Μπάρον Κοέν με τα γυμνά του οπίσθια φωνάζοντας «America, America», να ουρλιάζει τη λέξη «νέγρος» και στη συνέχεια να κοροϊδεύει τους Κινέζους. Δεν κάνει εντύπωση ότι αμέσως μετά την προβολή αυτού του επεισοδίου ο Σπένσερ παραιτήθηκε. Στο ίδιο επεισόδιο ο πρώην αντιπρόεδρος Ντικ Τσέινι υπογράφει ένα μπουκάλι νερού που υποτίθεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί σε βασανιστήρια εικονικού πνιγμού.

Λίγο αργότερα ο  Κοέν, υποδυόμενος έναν φιλελεύθερο με προοδευτικές ιδέες, επισκέπτεται μια πόλη της Αριζόνα χτυπημένη από την οικονομική κρίση και πείθει τους κατοίκους ότι πρόκειται να αναβαθμίσει το κέντρο της. Οι κάτοικοι αντιδρούν με ενθουσιασμό, έως τη στιγμή που ο υποτιθέμενος επενδυτής τούς αποκαλύπτει ότι το σχέδιό του για την αναβάθμιση είναι να χτίσει το μεγαλύτερο τζαμί εκτός Μέσης Ανατολής. Ο ενθουσιασμός γίνεται οργή και ένας από τους κατοίκους του φωνάζει ότι το τζαμί θα ήταν ωραίο τυλιγμένο στις φλόγες. «Μην ανησυχείς» αποκρίνεται ο ηθοποιός. «Θα το χτίσουμε από τσιμέντο». 

Από την παγίδα του Κοέν δεν γλίτωσε ούτε η πρώην κυβερνήτης της Αλάσκας Σάρα Πέιλιν η οποία, όταν έμαθε ότι είχε γίνει στόχος της σάτιρας του γνωστού κωμικού, έγραψε στο Facebook ότι είχε πέσει θύμα του «σατανικού και άρρωστου χιούμορ του βρετανού κωμικού». Ο δικαστής από την Αλαμπάμα Ρόι Μουρ, που δέχθηκε να υποβληθεί σε τεστ παιδεραστίας από τον κωμικό, έγραψε στο Twitter ότι ο Κοέν τον είχε εξαπατήσει με απαράδεκτο τρόπο.

Διχασμένοι οι κριτικοί

Οπως συνέβη και με τα προηγούμενα έργα του ηθοποιού, το νέο σίριαλ έχει διχάσει τους κριτικούς. Οι «New York Times» έγραψαν ότι «το νέο σόου του Κοέν είναι χλιαρό και ασήμαντο» και ότι πολλά από τα σκετσάκια δεν είναι αστεία. Από την άλλη πλευρά, το περιοδικό «Vanity Fair» χαρακτήρισε τις προσπάθειες του Κοέν να παρασύρει τους καλεσμένους του σε παγίδες αμηχανίας «ηράκλειες», προσθέτοντας ότι «μπορεί αυτές οι προσπάθειες να είναι κάποιες στιγμές εξαντλητικές, αλλά κάποιες άλλες είναι εξαιρετικά αστείες». Το Showtime ανακοίνωσε ότι το πρώτο επεισόδιο το παρακολούθησαν συνολικά 2,8 εκατ. θεατές μέσα από όλες τις πλατφόρμες του δικτύου. Η αλήθεια είναι ότι τα έργα του Κοέν δεν έτυχαν ποτέ ιδιαίτερα θερμής υποδοχής από τους αμερικανούς κριτικούς, που ίσως δεν μπορούν να του συγχωρήσουν το γεγονός ότι ένας Βρετανός ασκεί τόσο σκληρή κριτική και σατιρίζει τόσο ανελέητα την Αμερική.

Πίσω από τις περσόνες

Ο Σάσα Μπάρον Κοέν γεννήθηκε το 1971 στο Δυτικό Λονδίνο από γονείς εβραϊκής καταγωγής. Μετά το κολέγιο ασχολήθηκε για λίγο με το μόντελινγκ. Η πρώτη του εμφάνιση στη βρετανική τηλεόραση ήταν το 1996 ως παρουσιαστής ενός νεανικού προγράμματος. Δύο χρόνια αργότερα άρχισε να κάνει σποραδικές εμφανίσεις στο κανάλι Comedy Central υποδυόμενος έναν αυστριακό ρεπόρτερ μόδας, τον Μπρούνο. Ομως η περσόνα που τον έκανε διάσημο ήταν ο Ali G, ένας αμόρφωτος φαφλατάς που του αρέσει η jungle μουσική. Στο «Da Ali G Show» ο ηθοποιός έπαιζε με τρεις περσόνες: τον Ali G, τον Μπρούνο και τον Μπόρατ. Η σειρά έκανε πρεμιέρα το 2000 και κέρδισε αρκετά βραβεία, ενώ το περιοδικό «GQ» τον χαρακτήρισε ως κωμικό της χρονιάς.

Τρία χρόνια αργότερα το σόου είχε περάσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και ο Κοέν απέκτησε όχι μόνο ένα μεγαλύτερο ακροατήριο, αλλά και μια νέα «παιδική χαρά» για να σατιρίσει. Το σόου του είχε τόσο μεγάλη επιτυχία, που σύντομα άρχισαν να γυρίζονται κινηματογραφικές ταινίες βασισμένες σε ορισμένους από τους χαρακτήρες του. Η πιο μεγάλη επιτυχία του ήταν σίγουρα η ταινία «Μπόρατ», στην οποία ένας «δημοσιογράφος» από το Καζακστάν διασχίζει την Αμερική αναζητώντας το δικό του αμερικανικό όνειρο: την ηθοποιό Πάμελα Αντερσον. Η ταινία απέσπασε και αρκετά βραβεία, ανάμεσα στα οποία του καλύτερου ηθοποιού από την Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου του Λος Αντζελες και Χρυσή Σφαίρα για τον καλύτερο ηθοποιό σε κωμική ταινία.   



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Media περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.