Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 σε μια βιομηχανική πόλη της Δυτικής Αγγλίας o βρετανός κοινωνιολόγος Πολ Γουίλις μελέτησε μια παρέα δώδεκα μαθητών λυκείου οι οποίοι προέρχονταν από εργατικές οικογένειες και αυτοαποκαλούνταν «μάγκες». Ο Γουίλις συνέχισε να τους μελετά και αφότου έπιασαν την πρώτη τους χειρωνακτική δουλειά.
Το ερώτημα της έρευνας ήταν «γιατί τα παιδιά των εργατών διαλέγουν επαγγέλματα της εργατικής τάξης, μένοντας έτσι καθηλωμένα στην τάξη των γονιών τους;». Ο συγγραφέας απαντά ότι οι «μάγκες» θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους καθηγητές και τους υπόλοιπους μαθητές (τα «φυτά») που δεν ήξεραν την αληθινή ζωή. Οι καθηγητές και τα «φυτά» δέχονταν τις αξίες του σχολείου, όπως πειθαρχία, έμφαση στην πνευματική αντί για τη χειρωνακτική εργασία και ισότητα ευκαιριών μέσω της απόκτησης μορφωτικών προσόντων.
Οι «μάγκες» απέρριπταν αυτές τις αξίες και συγκροτούσαν τη δική τους «αντι-σχολική» κουλτούρα, η οποία είναι συναφής με την κουλτούρα που αναπτύσσεται στην αλυσίδα παραγωγής. Οπως οι μαθητές κάνουν αντίσταση, δίνοντας το δικό τους νόημα στη σχολική καθημερινότητα, έτσι και οι εργάτες προσπαθούν να προσδώσουν το δικό τους νόημα σε ό,τι κάνουν, αντιστεκόμενοι στους κανόνες και στους ρυθμούς της μισθωτής εργασίας.
Ηδη, ενόσω ήταν ακόμη μαθητές, οι «μάγκες» πίστευαν ότι η πραγματική ζωή βρισκόταν εκτός σχολείου, δηλαδή στις αγγλικές παμπ και στα εργοστάσια στα οποία θα κατέληγαν αυτοβούλως μετά την αποφοίτησή τους. Οι «μάγκες» δεν πίστευαν ότι, αν μελετούσαν, θα έβρισκαν καλύτερες δουλειές. Η σχολική αποτυχία τούς φαινόταν εξίσου αναπόφευκτη όσο και αδιάφορη. Θεωρούσαν περίπου φυσικό ότι θα κατέληγαν σε δουλειές παρόμοιες με εκείνες των γονιών τους.

Ο μύθος της κοινωνικής ανόδου
Ο Γουίλις ερμηνεύει το πώς λαμβάνει χώρα η ταξική αναπαραγωγή στο μικροεπίπεδο των ενδοσχολικών σχέσεων. Συμπληρώνει έτσι αυτό που ξέρουμε για το μακροεπίπεδο των κοινωνικών σχέσεων: η ανοδική κοινωνική κινητικότητα είναι μικρή ακόμη και στις πιο «ανοιχτές» κοινωνίες. Αφενός, λίγα παιδιά από εργατικά στρώματα μεταπηδούν χάρη στην εκπαίδευση σε στρώματα ανώτερα από εκείνα των γονιών τους. Αφετέρου, οι ευκαιρίες για κοινωνική «άνοδο» είναι περιορισμένες, αφού συνήθως ανεβαίνει κανείς μόνο ένα σκαλί της κοινωνικής στρωμάτωσης, όπως π.χ. όταν παιδιά εργατών γίνονται υπάλληλοι.
Ο Γουίλις, σήμερα καθηγητής στο Πρίνστον, ανήκει στη θεωρητική σχολή των «πολιτισμικών σπουδών» του Μπέρμιγχαμ. Ως προς τη θεωρία, αντίθετα με τους δημοφιλείς σε μας στρουκτουραλιστές μαρξιστές (Αλτουσέρ, Πουλαντζάς), ο συγγραφέας δεν θεωρεί την ταξική αναπαραγωγή ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα της λειτουργίας ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Εισάγει μια θεωρητική πρωτοτυπία εξηγώντας το πώς η αντι-κουλτούρα που διαμορφώνουν οι γόνοι της εργατικής τάξης δεν τους απομακρύνει από την τάξη τους αλλά μάλλον διευκολύνει την πρόσδεσή τους σε αυτήν.
Επιπλέον δεν εξιδανικεύει τους «μάγκες» μόνο και μόνο επειδή είναι παιδιά εργατών. Αντιθέτως, αναδεικνύει τα σεξιστικά και ρατσιστικά μοτίβα της κουλτούρας τους. Ο Γουίλις εισάγει και μια μεθοδολογική πρωτοτυπία παρακολουθώντας από πολύ κοντά τη ζωή των μαθητών και κατά το δυνατόν συμμετέχοντας ο ίδιος στη ζωή τους. Αντιπαραβάλλει τους «μάγκες» με άλλες ομάδες μαθητών και συνομιλεί με γονείς, καθηγητές, συμβούλους επαγγελματικού προσανατολισμού και διευθυντικά στελέχη του σχολείου.

Εκπαίδευση και διέξοδοι
Το βιβλίο είναι πολυσέλιδο και η ανάγνωσή του απαιτεί την προσήλωση του αναγνώστη, καθώς τα αποσπάσματα των συνομιλιών του Γουίλις με μαθητές και καθηγητές είναι πολύ εκτενή. Επ’ αυτού η μεταφράστρια κάνει σπουδαία δουλειά. Επιπλέον, ο συγγραφέας κάποτε διατηρεί τη δύσκαμπτη κοινωνιολογική γλώσσα στην οποία δυστυχώς εκφράζονται πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες και άλλοτε υπερβαίνει αυτή τη γλώσσα. Την υπερβαίνει διότι, ενώ ο Γουίλις είναι αριστερός, δεν καταφεύγει στα συνήθη μαρξιστικά σχήματα που ανάγουν οτιδήποτε συμβαίνει στο σχολείο στις αντιφάσεις του καπιταλισμού.
Αντιθέτως, ερμηνεύει με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή του τις ενδοσχολικές δομές και σχέσεις και τους αρμούς που συνδέουν το σχολείο με την καπιταλιστική κοινωνία με όρους κουλτούρας και αντι-κουλτούρας και με όρους διαρκούς ανασημασιοδότησης του σχολείου και της εργασίας εκ μέρους των κοινωνικών υποκειμένων.
Σωστά παρατηρεί ο επιμελητής Γιάννης Πεχτελίδης στην εξαιρετικά κατατοπιστική εισαγωγή του ότι το Μαθαίνοντας να δουλεύεις έχει σημασία για τους έλληνες αναγνώστες. Προφανώς η σημερινή Ελλάδα δεν αντιστοιχεί με τη βιομηχανική Αγγλία της δεκαετίας του 1970, θα λέγαμε όμως ότι αξίζει να διαπιστωθεί εμπειρικά το αν οι τάσεις που ερμηνεύει ο Πολ Γουίλις έχουν το «λειτουργικό ισοδύναμό» τους στη σχολική κουλτούρα και στις επαγγελματικές διεξόδους των παιδιών των μεταναστών στα ελληνικά σχολεία.
Πάντως το βιβλίο δεν είναι χρήσιμο επειδή, όπως μάλλον τελετουργικά αναφέρει ο Πεχτελίδης, μπορεί να φωτίσει τον ρόλο της εκπαίδευσης και τις προοπτικές των νέων σε περίοδο ανάπτυξης του ηγεμονικού σχεδίου του νεοφιλελευθερισμού. Το βιβλίο του Γουίλις είναι σημαντικό διότι, κοιτάζοντας το σχολείο με τη ματιά των μαθητών που προκαλούν «ρωγμές» στο κυρίαρχο αξιακό σύστημα, αφενός δεν αναπαράγει εύκολες γενικεύσεις για τα σχέδια του διεθνούς κεφαλαίου, αφετέρου υποδεικνύει τα όρια της ισότητας των ευκαιριών και των βελτιωτικών επεμβάσεων στην εκπαίδευση.

Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ