Τροχοπέδη για την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές μετά την «έξοδο από τα μνημόνια» αποτελούν τα «μαύρα σύννεφα» που συγκεντρώνονται στο διεθνές επενδυτικό σκηνικό, καθώς οι βασικές κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια πιέζοντας το κόστος δανεισμού, την ώρα που οι εμπορικοί πόλεμοι, η τουρκική κρίση και η ιταλική αναταραχή δεικνύουν πως οι ελληνικοί τίτλοι παραμένουν ευάλωτοι στην πρώτη διεθνή κρίση που θα μπορούσε να προκύψει. Για τις αγορές εξάλλου η Ελλάδα παραμένει αδύναμος κρίκος.
Μετά από μια δεκαετία σχεδόν μηδενικών επιτοκίων από τις μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες, η όποια προφανώς βοήθησε την έξοδο από την κρίση του 2008 και ταυτόχρονα έδωσε τα περιθώρια σε χώρες των αναδυόμενων αγορών (Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική, Αργεντινή, Μεξικό, Χιλή, Τουρκιά, Ινδία κ.λπ.) να προσελκύσουν επενδυτικά κεφάλαια, προέκυψαν δύο μεγάλες αλλαγές από τις αρχές του 2017 που ανατρέπουν το παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό. Πρώτα ήρθε η άνοδος των επιτοκίων στις ΗΠΑ και μετά η πολιτική προστατευτισμού του Τραμπ.
Τα υψηλότερα αμερικανικά επιτόκια κατάφεραν να προσελκύσουν όμως επενδυτικά κεφάλαια και να οδηγήσουν σε αποεπένδυση στις αναδυόμενες αγορές. Συνέπεια αυτού ήταν το ξεκίνημα της υποτίμησης των νομισμάτων αυτών των χωρών, κυρίως από τις αρχές του 2018 με έντονη επιδείνωση το τελευταίο διάστημα λόγω της έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Με αποτέλεσμα τα νομίσματα χωρών όπως η Τουρκία και η Αργεντινή να έχουν υποτιμηθεί μεταξύ 40%-50% από τις αρχές του χρόνου.
Οταν το συνολικό χρέος δανεισμού σε δολάρια από τρίτες χώρες έχει διογκωθεί στα 11,5 τρισεκατομμύρια, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 60 χρόνων, κάθε άνοδος του δολαρίου και πτώση των νομισμάτων των αναδυόμενων χωρών κάνει ανεξέλεγκτη την υποχρέωσή τους σε δολαριακό χρέος οδηγώντας τες αναπόφευκτα σε ένα καθοδικό οικονομικό σπιράλ. Η βασική ιστορία είναι ότι κάθε μία από αυτές τις χώρες κάθεται σε μια ωρολογιακή βόμβα δανεισμού χρεογράφων σε δολάρια ΗΠΑ. Ισως είναι νωρίς να πούμε ότι είμαστε στην αρχή μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το σίγουρο όμως είναι πως ό,τι συμβαίνει στην Τουρκία αυτή τη στιγμή δεν άφορα μόνο την Τουρκία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή για την Ελλάδα με βάση και την πρόθεσή της να βγει στις αγορές μετά και την έξοδο από το τρίτο μνημείο.
Ετσι, η έκδοση ενός 10ετούς ομολόγου αναφοράς το φθινόπωρο, το νωρίτερο τον Σεπτέμβρη, για να χτίσει την καμπύλη των αποδόσεων και να αποκτήσει η χώρα μια πιο σταθερή πρόσβαση στις αγορές χρέους, συναντά σημαντικές δυσκολίες. Διαχειριστές κεφαλαίων εκτιμούσαν μάλιστα πως αν η Ελλάδα βγει σε αυτή τη συγκυρία να δανειστεί για 10 χρόνια θα πρέπει να πληρώσει επιτόκιο 4,5%-5% για να προσελκύσει επενδυτές, την ώρα που από το ταμείο διάσωσης δανειζόταν με επιτόκιο στην περιοχή του 1%. Σε κάθε περίπτωση, τα ελληνικά επιτόκια δανεισμού κινούνται κατά μέσον όρο τουλάχιστον 2,5%-3% υψηλότερα από αυτά που η χώρα δανειζόταν στη διάρκεια των μνημονίων. Με δανειακές ανάγκες 20-25 δισ. ευρώ ετησίως, η επιβάρυνση κυμαίνεται στην περιοχή των 600 εκατ. ευρώ κατ’ έτος.
Στο πλαίσιο αυτό, αν και στις 21 Σεπτεμβρίου η Moody’s εκτιμάται πως θα προχωρήσει σε αναβάθμιση κατά μία βαθμίδα της ελληνικής οικονομίας (η χώρα θα υπολείπεται ωστόσο κατά τρεις βαθμίδες της επενδυτικής διαβάθμισης μετά και την αξιολόγηση της Fitch) δύσκολα θα προχωρήσει η φημολογούμενη έκδοση ενός 10ετούς ομολόγου αναφοράς τουλάχιστον τον προσεχή Σεπτέμβριο.

HeliosPlus