Η παρουσίαση του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή δεν είναι απλώς η αναβίωση ενός επιτυχημένου έργου· είναι η συγκινητική επιστροφή μιας τραυματικής μνήμης και κυρίως μιας καλλιτεχνικής χειρονομίας που σημάδεψε ανεξίτηλα τη δεκαετία του 1990 και εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.
Το έργο του Γιώργου Κουμεντάκη, που είχε πρωτοπαρουσιαστεί το 1995 μαζί με τα «Τραγούδια της αμαρτίας» του Μάνου Χατζιδάκι σε παράσταση υπό τον τίτλο «Ενός λεπτού σιγή» από την Ομάδα Εδάφους, επανέρχεται αυτόνομο. Οχι ως μουσειακό δείγμα μιας παλαιότερης εποχής (της εποχής όπου σοκαρισμένοι θρηνούσαμε τα πρώτα θύματα του AIDS), αλλά ως ζωντανό σώμα, έτοιμο να επαναδιαπραγματευτεί τον έρωτα, την απώλεια και τον φόβο, μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, ενίοτε με τρόπους δραματικούς.
Εμπνευστής και χορογράφος-σκηνοθέτης της παράστασης που είχε φιλοξενηθεί στο Παλαιό Εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Νέο Φάληρο, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου στήνει εκ νέου το βαθιά συναισθηματικό θέαμα, αυτή τη φορά στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Επιχειρώντας και από πλευράς του μια επαναπροσέγγιση που φωτίζει ξανά το έργο και αναδεικνύει τη διαχρονική του δύναμη και τη σχεδόν προφητική του διάσταση. Τη δυναμική σύμπραξη συμπληρώνει ο μαέστρος Θεόδωρος Κουρεντζής. Η πρεμιέρα είναι προγραμματισμένη για τις 24 Ιανουαρίου, και όλες οι παραστάσεις είναι sold-out.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΜΕΝΤΑΚΗΣ
Εχετε παρέμβει, έχετε κάνει αλλαγές και διορθώσεις στο υπάρχον έργο για τη νέα παρουσίασή του;
«Οχι! Είχα κάνει μικρές αλλαγές μετά το 1995, τότε που το είχαμε παρουσιάσει ξανά με τον Παπαϊωάννου σε συναυλία μαζί με άλλα έργα μου (σ.σ. 2005, Μικρή Επίδαυρος). Εκτοτε δεν το έχω πειράξει. Θα ακουστεί ξανά με τις μικρές παρεμβάσεις και διορθώσεις που είχαν γίνει τότε. Απώτερος σκοπός είναι μετά τις παραστάσεις της Λυρικής να εκδοθεί και η παρτιτούρα του».
Δεδομένου ότι το «Ρέκβιεμ» πρωτοπαρουσιάστηκε το 1995 και έχει ήδη δισκογραφηθεί, αργήσατε πολύ να το εκδώσετε, όχι;
«Για να εκδοθεί ένα έργο πρέπει να περάσει τουλάχιστον από τέσσερις-πέντε εκτελέσεις από διαφορετικά σύνολα, ώστε να έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες διορθώσεις και να μην υπάρχουν λάθη. Το προσέχουμε πολύ αυτό με τον εκδότη μου, τον Γιάννη Σαμπροβαλάκη (Κέντρο Ελληνικής Μουσικής). Το ζητούμενο είναι ένα όσο γίνεται πιο άρτιο αποτέλεσμα. Το “Ρέκβιεμ” φτάνει τώρα, τολμώ να πω, στην απόλυτη ισορροπία του. Αναφέρομαι σε θέματα της παρτιτούρας. Θα δούμε τι θα κάνει και ο Κουρεντζής, αν θα υπάρξουν και από πλευράς του μικρές μεταβολές και μετά, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα γίνει η έκδοση. Πιστεύω ότι κάποια στιγμή καλό θα ήταν να δισκογραφηθεί εκ νέου, με την ερμηνευτική αντίληψη που έχουμε αυτή τη στιγμή».

«Εχω μεγάλη περιέργεια να δω πώς θα μιλήσει το έργο στα νεότερα κοινά, ειδικά σήμερα, μετά την πανδημία, σε μια εποχή όπου ζούμε πάλι μεγάλες εντάσεις. Αλλά και που αναβιώνει διεθνώς ένας νέος συντηρητισμός, σε πολιτικό και σε κοινωνικό επίπεδο»
Πώς είναι να επιστρέφετε ξανά σε ένα έργο που έχετε δημιουργήσει τόσα χρόνια πριν; Πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα το ίδιο σας το «παιδί»;
«Επειδή αυτή τη φορά δεν μπαίνω σε συνθετική διαδικασία, παραμένει ένα έργο που έχει αφήσει το αποτύπωμά του στο μυαλό μου και στην ψυχή μου. Και που ταξιδεύει πλέον στον χρόνο μέσα από διαφορετικές εκτελέσεις. Οταν παρουσιάσαμε το δίπτυχο “Ενός λεπτού σιγή” – μέρος του οποίου ήταν το “Ρέκβιεμ” – θέλαμε να μιλήσουμε πολύ καθαρά για όλους εκείνους που πέθαιναν από AIDS.
Ηταν μια δουλειά που είχε γίνει με πάρα πολύ πόνο, πολλές φορές και με θρήνο, καθώς από τη φρικτή ασθένεια είχαν φύγει και άνθρωποι αγαπημένοι, στενοί φίλοι. Γι’ αυτό και ο τίτλος “Ρέκβιεμ”. Ενα ρέκβιεμ για τη σύνθεση του οποίου επίτηδες δεν χρησιμοποίησα μέρη από την ορθόδοξη ή την καθολική λειτουργία, αλλά προτίμησα έναν ποιητή, εν προκειμένω τον Δημήτρη Καπετανάκη. Γιατί η ποιητική διάσταση του πόνου, της απόγνωσης, με προκαλούσε. Οι στίχοι εδώ έχουν τεράστια σημασία, έχουν σχεδόν την ίδια βαρύτητα με τη μουσική.
Βεβαίως, τα πράγματα είναι πλέον διαφορετικά από την εποχή που γέννησε το έργο. Τώρα το AIDS αντιμετωπίζεται. Η λέξη “Ρέκβιεμ” παραμένει ως μια προσευχή για εκείνους που “έφυγαν”, δεν σας κρύβω όμως πως “το τέλος του έρωτα” μου δημιούργησε αυτή τη φορά έναν προβληματισμό. Γιατί ο έρωτας δεν τελειώνει ποτέ…».
Με «το τέλος του έρωτα» δεν μπορούμε να μιλάμε και απλώς για το τέλος μιας ερωτικής σχέσης;
«Αυτό λοιπόν δίνει την προέκταση την οποία δεν είχε στην αρχή το έργο. Του επιτρέπει να μιλήσει και στον θεατή που δεν έχει τη σύνδεση με εκείνα τα χρόνια. Που δεν ξέρει και δεν μπορεί να κατανοήσει ακριβώς τι υπήρχε τότε, τι ζήσαμε. Τότε είχαμε βρεθεί μέσα στην απόλυτη άγνοια, υπήρχε μια απίστευτη παραπληροφόρηση, ένας φόβος τεράστιος. Τότε είχε καταλυθεί η σεξουαλική ελευθερία μας. Αυτό ήταν “το τέλος του έρωτα”.
Τώρα η ανάγνωση μπορεί να είναι διαφορετική. Από το απόλυτα δραματικό, από το ανέλπιδο, μπορούμε να περάσουμε σε κάτι άλλο, που μπορεί άνετα να εμπεριέχει την ελπίδα. Εχω μεγάλη περιέργεια να δω πώς θα μιλήσει το έργο στα νεότερα κοινά, ειδικά σήμερα, μετά την πανδημία, σε μια εποχή όπου ζούμε πάλι μεγάλες εντάσεις. Αλλά και που αναβιώνει διεθνώς ένας νέος συντηρητισμός, σε πολιτικό και σε κοινωνικό επίπεδο».
Πώς τον εννοείτε αυτόν τον συντηρητισμό;
«Δείτε, παραδείγματος χάριν, πόσο εύκολα και με πόση αγριότητα στοχοποιούνται και λοιδορούνται άτομα της queer κοινότητας. Αυτό, τη στιγμή που έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει επιστημονικά το τοπίο που αφορά την ταυτότητα φύλου. Που θα έπρεπε να έχουμε αφήσει πίσω τέτοιες παράλογες εντάσεις. Εμείς το ζήσαμε αυτό πολύ έντονα όταν ανεβάσαμε τη “Στρέλλα”. Τότε, αν θυμάστε, είχε ξεσπάσει πόλεμος για το αν έπρεπε να εμφανιστεί στον ομώνυμο ρόλο αποκλειστικά τρανς ερμηνευτής ή ένας οποιοσδήποτε ερμηνευτής, ανεξαρτήτως φύλου. Ακούστηκαν τρομερά πράγματα, υπήρξε αναστάτωση και μεγάλη επιθετικότητα. Ημασταν όμως και είμαστε αποφασισμένοι: δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε για όλα αυτά τα θέματα, ακόμα και αν γίνονται πηγές έντασης. Θεωρούμε, θα έλεγα, υποχρέωσή μας να τα προβάλλουμε και να ανοίγουμε συζητήσεις που θα μας βοηθήσουν να περάσουμε στην επόμενη ημέρα».
Μιλάμε όμως για την Εθνική Οπερα της Ελλάδας, έναν οργανισμό που απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Είστε ο διευθυντής της. Δεν φοβάστε πως μπορεί να σας κατηγορήσουν…
«Να με κατηγορήσουν; Για τι;».
Ας πούμε πως με τις επιλογές σας γίνεστε προκλητικός για μια μερίδα του κοινού που δεν ασπάζεται τις απόψεις σας.
«Η λέξη “προκαλώ” μου αρέσει. Δεν τη θεωρώ κακή λέξη. (Γελάει) Σημασία έχει η πρόκληση να μη γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την πρόκληση. Αυτό που θέλεις να πεις να είναι ειλικρινές, να έχει ουσία, να δίνει υλικό για σκέψη. Και το “Ρέκβιεμ” στην εποχή που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά θεωρήθηκε προκλητικό. Δες το τώρα, είναι ένα έργο του παρελθόντος που φιλοδοξεί να ανοίξει έναν καινούργιο διάλογο για τους νέους θεατές».
Υπάρχουν βεβαίως και οι θεατές που θα έρθουν στη Λυρική από τη νοσταλγία για την παράσταση που είχαν δει τριάντα χρόνια πριν. Αυτοί μπορεί και να είναι το πιο δύσκολο κοινό. Σας ανησυχεί η πιθανότητα να απογοητευθούν;
«Πιστεύω σε αυτό που κάνουμε, πιστεύω στην αξία του. Βεβαίως, όταν έχεις δει κάτι στα νιάτα σου και το ξαναβλέπεις, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να απογοητευθείς. Γιατί το έχεις εξιδανικεύσει. Το ξέρω, έχει συμβεί και σε εμένα. Η Εθνική Λυρική Σκηνή αντιμετωπίζει το “Ρέκβιεμ” ως ένα καινούργιο έργο, μια νέα παραγωγή, υπάρχει όμως η μυθολογία του παρελθόντος, γιατί αυτή η παράσταση έφτιαξε μια ιδιότυπη μυθολογία, συζητιέται πάντα. Αυτό μας δίνει χαρά και δικαιολογεί την απόφασή μας να το παρουσιάσουμε ξανά. Οπότε, όχι δεν φοβάμαι, χωρίς αυτό να σημαίνει πως είμαι υπεράνω κριτικής. Περιμένω, όπως σας είπα, με αγωνία να δω τις αντιδράσεις».
Οι δικές σας αντιδράσεις όταν παρακολουθήσατε τις πρώτες πρόβες;
«Δεν σας κρύβω ότι αιφνιδιάστηκα, σχεδόν σοκαρίστηκα (γελάει) συνειδητοποιώντας πόσο διαφορετικά αντιλαμβανόμουν την παράσταση. Μια παράσταση φτιαγμένη με τα ίδια υλικά με τα οποία είχαμε φτιάξει και την παλιά, που όμως σήμερα λειτουργούν διαφορετικά. Συγκινήθηκα πάρα πολύ αλλά είχα μια τεράστια έκπληξη, κυρίως επειδή μου φάνηκε ότι έβλεπα κάτι πολύ καλύτερο από εκείνο που θυμόμουν. Ελπίζω να συμφωνήσει και το κοινό».
Φοβόσασταν για το αντίθετο;
«Απέφευγα να πάω στις πρώτες πρόβες. Οταν όμως πήγα, είδα ένα κομμάτι που με ταρακούνησε. Είναι και η σκηνή της Αίθουσας “Σταύρος Νιάρχος”. Ολα είναι πιο μεγάλα, δημιουργείται ένας κόσμος τεράστιος και εντυπωσιακός που, αν μη τι άλλο, δεν σου επιτρέπει να μείνεις αδιάφορος. Η παράσταση σε αυτή τη σκηνή έχει αποκτήσει ένα οπερατικό στοιχείο που της προσθέτει ενδιαφέρον».
Πρόκειται για ένα έργο που το δημιούργησε κάποτε μια παρέα φίλων. Παραμένετε φίλος με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Αυτό διευκολύνει ή κάνει πιο δύσκολη τη συνεργασία σας;
«Η δημιουργία δεν είναι μόνο νότες και σκηνικά και κοστούμια. Είναι οι άνθρωποι που συναντώνται και ενώνουν τις ψυχικές και τις πνευματικές τους διαθέσεις, που τους ενώνει η φιλία, που ονειρεύονται μαζί αλλά και που δεν φοβούνται να διαφωνήσουν. Από όλα αυτά πάντα κάτι βγαίνει. Αλλες φορές καλύτερο, άλλες φορές χειρότερο, εκείνο που έχει σημασία είναι η δημιουργική διαδικασία. Με τον Δημήτρη συνεννοούμαστε, καταλαβαινόμαστε, επικοινωνούμε, αγαπάμε παρόμοια πράγματα.
Στη μέχρι σήμερα σταδιοδρομία μου συνεργάστηκα και με ανθρώπους και με ομάδες με τις οποίες δεν κατάφερα να αποκτήσω σύνδεση. Αποφάσισα πως δεν θα το κάνω ποτέ ξανά. Δεν οδηγεί κάπου. Με συγκινούν τα πρόσωπα με τα οποία επικοινωνώ, γι’ αυτό και έχω γράψει πάρα πολύ για φίλους κονσέρτα για πιάνο, μουσική δωματίου κ.λπ. Ορισμένες φορές υπήρξαν παρανοήσεις ή και παρεξηγήσεις που οδήγησαν ακόμα και στην απομάκρυνση. Ομως, έτσι είναι η ζωή. Κάτι κρατάς, κάτι αφήνεις πίσω σου και συνεχίζεις».
Η συνεργασία με τον Θεόδωρο Κουρεντζή;
«Ο Κουρεντζής μπήκε στην ιστορία πολύ δημιουργικά. Δεν ήμασταν φίλοι αλλά από τη δική μου μεριά υπήρχε πάντα εκτίμηση, θαυμασμός, όλα αυτά τα στοιχεία που θεμελιώνουν και τις φιλίες. Με ενδιαφέρει, εννοείται, πάρα πολύ η ματιά του. Είναι πολύτιμη η συνεισφορά του στην παραγωγή».

Ο μαέστρος Θεόδωρος Κουρεντζής
Τελικά με την αναβίωση του «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» επιστρέφετε νοσταλγικά στο νεανικό παρελθόν σας ή κοιτάζετε προς το μέλλον;
«Το κομμάτι της νοσταλγίας είναι μέσα μου πολύ ισχυρό. Την ίδια στιγμή γνωρίζω πως η νοσταλγία μπορεί να είναι παγίδα. Μια ηδονή που μπορεί να σε καταπιεί. Εύκολα παγιδεύεσαι από τη νοσταλγία. Εξιδανικεύεις πράγματα που έχουν τελειώσει. Είναι ένας μαγνήτης τόσο ισχυρός που μπορεί να χάσεις την αίσθηση της πραγματικότητας. Είναι ένα μέρος του θανάτου· η νοσταλγία σε βοηθά να πεθαίνεις πριν την ώρα σου. Εγώ όμως εξακολουθώ να βρίσκομαι σε δημιουργική φάση. Ετοιμάζω νέα έργα, έχω πολλά σχέδια για το μέλλον της Λυρικής και πολλή δουλειά να κάνω πάνω σε αυτό. Το “Ρέκβιεμ” επιστρέφει γιατί πιστεύουμε πως έχει κάτι να πει. Αλλιώς δεν θα το ανεβάζαμε. Εξακολουθεί να κοιτάζει μπροστά, και εγώ μαζί του!».
Πριν από μερικές ημέρες ανανεώθηκε για τέταρτη φορά η θητεία σας στο τιμόνι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Οπότε, μετά το «Ρέκβιεμ» τι;
«Ξέρω πολύ καλά τι θέλω να κάνω. Είμαι επιπλέον πολύ πιο απελευθερωμένος από ό,τι ήμουν στην αρχή, απαλλαγμένος από ενδοιασμούς και φοβίες που μπορεί να λειτουργούσαν αποτρεπτικά. Δηλώνω έτοιμος να δοκιμάσω, να δοκιμάσουμε πράγματα που στην αρχή της θητείας μου δεν θα τολμούσα ούτε να τα σκεφτώ. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι πώς στη συγκεκριμένη συνθήκη και χρονική στιγμή θα μπορέσει η Λυρική να κάνει δέκα βήματα μπροστά. Δέκα βήματα πολύ διαφορετικά από αυτά που κάναμε μέχρι τώρα. Οι σπόροι υπάρχουν. Ηρθε η ώρα να τους βοηθήσουμε να βλαστήσουν».
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Πώς διαχειριστήκατε σήμερα μια χορογραφία που είχατε κάνει πριν από τριάντα χρόνια;
«Ο όρος “χορογραφία” είναι περιοριστικός. Αυτό που πρέπει να μου αποδοθεί είναι η σύλληψη του γεγονότος. Το έργο μου είναι ότι οραματίστηκα μια μεγάλη σκάλα με σώματα που πέφτουν διαρκώς, ως φόρο τιμής σε εκείνους τους φίλους που χάσαμε. Αυτό έπρεπε και να χορογραφηθεί, οπότε έκανα και τη χορογραφία. Τώρα η δράση διαμορφώνεται για να λειτουργεί σε μια άλλη συνθήκη, με τα μάτια της εμπειρίας που εν τω μεταξύ έχει αποκτηθεί από το 1995 ως τώρα».
Τότε βεβαίως το «Ρέκβιεμ» δεν είχε παρουσιαστεί μόνο του…
«Είχα ήδη αναλάβει την ευθύνη να πρωτοπαρουσιάσω τα τελευταία τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι σε ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου, “Τα τραγούδια της αμαρτίας”. Ο Χατζιδάκις όμως πέθανε πριν προλάβουμε να το κάνουμε μαζί. Εγώ καθυστέρησα έναν χρόνο να τα ανεβάσω για να σεβαστώ το πένθος. Του είχα όμως ήδη πει ότι, ως ενσυνείδητος ομοφυλόφιλος της γενιάς μου, ήταν αδύνατον να μιλήσω για τις ερωτικές αναζητήσεις μεταξύ ανδρών μιας περασμένης γενιάς χωρίς να συμπεριλάβω την καταιγιστική τραγωδία που συντελούνταν γύρω μας, τον τρόμο του AIDS. Οπως πιθανώς δεν γνωρίζουν οι νεότεροι, τα χρόνια εκείνα ήταν τρομακτικά, λόγω της επιστημονικής άγνοιας, αλλά κυρίως λόγω ενός τρομερού κοινωνικού ρατσισμού απέναντι στην απόλαυση. Επικράτησε τότε μια “χριστιανικοτιμωρητική” θεώρηση των πραγμάτων: αφού απολαμβάνεις, θα τιμωρηθείς. Αυτό έκανε την ήδη τραγική κατάσταση, σκοτεινά εφιαλτική».
Η μουσική του Κουμεντάκη πώς προέκυψε δίπλα στη μουσική του Χατζιδάκι, στην ίδια παραγωγή;
«Παρήγγειλα στον Γιώργο να γράψει ένα νέο έργο, επικοινωνώντας μαζί του την εικόνα της μεγάλης σκάλας και της αέναης πτώσης».
Συναισθηματικά είναι δύσκολη η επιστροφή σε μια τόσο φορτισμένη παράσταση;
«Τα τελευταία χρόνια με απασχολεί ιδιαιτέρως η έννοια του αρχείου. Πώς μπορεί το ζωντανό θέαμα να αγγίξει γενιές που δεν ήταν παρούσες να το παρακολουθήσουν. Με απασχολεί και η έννοια του αρχείου του πολιτισμού του σύγχρονου ελληνικού κράτους, που είναι μια τραγική υπόθεση. Εζησα από κοντά τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του Λευτέρη Βογιατζή και του Νίκου Αλεξίου, για να φέρω δύο δυνατά παραδείγματα, και τώρα παρατηρώ τη λήθη. Τα αρχεία τους παραμένουν κρυμμένα, ανοργάνωτα, δεν επικοινωνούνται. Βουτάω αυτά τα χρόνια και στο δικό μου αρχείο και προσπαθώ να καταλάβω τι θα άξιζε να σωθεί. Λίγα είναι τα έργα που θα ήθελα να ξαναμοιράσω. Το έκανα με τη “Μήδεια” το 2008. Το έκανα με το “Τραγούδι του ’99”, συμπεριλαμβάνοντάς το στο “This that keeps on – a personal archaeology” το καλοκαίρι του 2025 στη συνεργασία μου με το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Ενα από τα έργα που μου φάνηκε ότι είχαν ενδιαφέρον ήταν το “Ρέκβιεμ”. Είναι έργα που η σύλληψη και το πνεύμα τους με βρίσκει σύμφωνο και τώρα στην ώριμή μου φάση. Με ενδιαφέρει να τα ξαναπετάξω μέσα στην πραγματικότητα καθαρισμένα και όσο το δυνατόν απελευθερωμένα από τις κιτσαρίες του παρελθόντος».
Πώς εννοείτε τις «κιτσαρίες του παρελθόντος»;
«Οταν είναι κανείς νέος, καμιά φορά μπουκώνει αυτά που κάνει με μικρές ή και μεγαλύτερες καλλιτεχνικές ανοησίες ή με μια ανασφάλεια. Το έκανα, φυσικά, κι εγώ. Κοιτώντας τον παλιό εαυτό μου σαν να είναι ένας ξένος, προσπαθώ να αφαιρέσω αυτές τις άστοχες επιλογές, όπου μπορώ, για να βρει το έργο την καθαρή και ανεμπόδιστη μορφή του».

«Η τέχνη και ο έρωτας, οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι της ύπαρξής μου. Δεν διαπραγματευόμουν να ζήσω ευνουχισμένος. Τώρα, στην ηλικία που έφτασα, μερικά πράγματα που έκανα μοιάζουν τολμηρά, ακραία, ακόμα και πολιτικές πράξεις, εγώ όμως δεν τα σκεφτόμουν έτσι»
Μπορείτε να δείτε τον εαυτό σας ως ξένο και να τον κρίνετε με αυστηρότητα;
«Μπορώ! Αν και εμπλέκομαι συναισθηματικά, σε άλλες περιπτώσεις με ένα αίσθημα απώθησης, σε άλλες με υπερηφάνεια. Αλλά δουλεύοντας με το βίντεο, γιατί αυτό είναι το μέσο που έχει διασώσει τις παλιές δουλειές, και αντιμετωπίζοντας την εικόνα του εαυτού μου έχω μάθει κάπως να δέχομαι τον τρόμο τού πόσο άσχημα μπορεί να φαίνονται τα πράγματα όταν δεν είναι “ζωντανά”. Οσα επιβιώνουν μέσα από την ασχήμια του βίντεο είναι βεβαίως οι καλύτερες ιδέες, οι καλύτερες ερμηνείες, οι καλύτερες στιγμές της καλλιτεχνικής μου κατάθεσης μέχρι τώρα. Σε αυτές επικεντρώνομαι. Για να επιστρέψουμε στο “Ρέκβιεμ”, οι αρετές του ήταν αρκετές για να σκεφτώ πως θα άξιζε μια επανεκτέλεσή του. Πρότεινα στον Γιώργο να το κάνουμε με “ζωντανή” ορχήστρα και με τον Θεόδωρο Κουρεντζή».
Γιατί με τον συγκεκριμένο μαέστρο;
«Με τον Θοδωρή αγαπιόμαστε και κυνηγιόμαστε χρόνια να κάνουμε κάτι μαζί “ζωντανά”. Με συγκινεί βαθιά ο τρόπος που με κάνει να ακούω τη μουσική ξανά. Μου έχει κάνει απανωτές προτάσεις για σκηνοθεσία όπερας, προτάσεις πολύ κολακευτικές για τα καλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Εγώ αρνήθηκα με καρδιά βαριά. Αρνήθηκα γιατί επιμένω να είμαι συγκεντρωμένος στις προσωπικές μου δημιουργίες και να μην ξοδεύω ενέργεια. Του μίλησα λοιπόν για το “Ρέκβιεμ”, του είπα πως θέλω να το επιχειρήσω ξανά και αντέδρασε αμέσως θετικά. Πήρα τότε τον Γιώργο τηλέφωνο, και να ‘μαστε τώρα, δύο χρόνια μετά, έτοιμοι να σας το παρουσιάσουμε».
Πώς έργα σαν αυτό, που φτιάχτηκαν για μια συγκεκριμένη συνθήκη, εν προκειμένω για την τραγωδία του AIDS, μπορούν να μιλήσουν στις νεότερες γενιές που δεν έχουν ζήσει τα γεγονότα;
«Είναι κάτι που θα το δούμε. Ενα έργο τέχνης οφείλει να ξεπερνά το θέμα του, τη συνθήκη και την εποχή του. Ο θρήνος για την απώλεια είναι πανανθρώπινος. Τότε, εμείς, ο Γιώργος, εγώ και η Ομάδα Εδάφους, στη δίνη της τραγωδίας, στην απουσία δημόσιου διαλόγου για το AIDS, φτιάξαμε αυτό. Αν η τέχνη μας είναι καλή, η ενέργεια θα είναι ακόμα ζωντανή. Εσείς θα το κρίνετε αυτό».
Τότε κάνατε θόρυβο. Τώρα θα έρθει στη Λυρική ένα κοινό που είναι καινούργιο, θα έρθει και ένα κοινό που είχε δει εκείνη την παράσταση. Φοβάστε τη δεύτερη ματιά όσων γνωρίζουν το έργο;
«Πάντα μου κάνει εντύπωση πώς αντιμετωπίζει ο παλιός θεατής το έργο όταν το ξαναβλέπει. Το αντιμετωπίζει πάντα συναισθηματικά. Σχεδόν ποτέ δεν του αρέσει η καινούργια εκδοχή, γιατί ο ίδιος έχει μεγαλώσει. Γιατί προτιμά τον νεότερο εαυτό του. Το έχω διαπιστώσει με τη “Μήδεια”, αλλά και με άλλες παραστάσεις μου. Οπως έχω διαπιστώσει ότι η μακρά διάρκεια της πορείας μου και η μαζικοποίηση της απήχησής μου μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες λειτούργησαν με συγκεκριμένους τρόπους: πλήγωσαν και ενόχλησαν πολλούς από εκείνους που θεωρούσαν ότι είμαι ανακάλυψη και προνόμιο του κύκλου τους. Οταν κέρδισα την αναγνώριση του διεθνούς κοινού με αγάπησαν ξανά όλοι. Είναι μια καθαρά συναισθηματική αντιμετώπιση. Είναι, για να πω την αλήθεια, και κολακευτικό. Σημαίνει ότι για μερικούς ανθρώπους εκείνο που έχω κάνει συνδέθηκε με μια εποχή της ζωής τους, ξεπέρασε τη μια βραδιά στο θέατρο και έγινε εμπειρία. Χαίρομαι πολύ που συνδέθηκα με τη ζωή των ανθρώπων με έναν θετικό τρόπο».
Πιστεύετε στο εκπαιδευμένο κοινό;
«Δεν πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να είναι εκπαιδευμένο το κοινό για να απολαύσει κάτι, αλλά, ναι, πιστεύω στο εκπαιδευμένο κοινό – όπως πιστεύω στον καλλιεργημένο άνθρωπο – γιατί έτσι πολλαπλασιάζεται η απόλαυση. Μου αρέσουν εξάλλου καλλιτέχνες όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Μπάστερ Κίτον. Δηλαδή εκείνοι οι οποίοι λειτουργούν ταυτόχρονα σε όλα τα επίπεδα».
Εσείς τι προσπαθείτε να κάνετε ως καλλιτέχνης; Ποιο είναι το ζητούμενο;
«Το μόνο που προσπαθώ να κάνω είναι να δώσω ό,τι καλύτερο μπορώ, να με στύψω μέχρι τέλους, μέχρι να πεθάνω, για να βγάλω το καλύτερο. Το καλύτερο που μπορώ να προσφέρω είναι να προσπαθήσω να γίνω η όσο γίνεται πιο καθαρή εκδοχή του εαυτού μου. Είμαι χαρούμενος όταν το πλησιάζω αυτό. Μερικές φορές δεν γίνεται, άλλες πάλι γίνεται. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι μιλάμε για ένα κουλό υβρίδιο. Γιατί αυτό κάνω. (Γελάει) Κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει μεγάλη λαϊκή επιτυχία».
«Κουλό υβρίδιο»; Γιατί υποβαθμίζετε έτσι τη δουλειά σας;
«Μα είναι κουλό. Γιατί έχει γίνει αποδεκτό στην κοινή αντίληψη ως κανονικό κάτι το οποίο δεν έχει ούτε ένα χορευτικό βήμα, ούτε μία λέξη. Που το λένε “χορό” αλλά δεν είναι ακριβώς χορός. Που δεν μπορείς να περιγράψεις την ιστορία του με λόγια. Που έχει full frontal αντιμετώπιση του γυμνού σώματος, του γυναικείου και του ανδρικού. Συχνά οι εικόνες που δημιουργώ είναι “εφιαλτικοκαυλωτικές” ή “ερωτικοθρησκευτικες”. (Γελάει) Και όμως αυτό έχει λαϊκή απήχηση!».
Στον χώρο που κινείστε συναναστρέφεστε πολλούς νέους καλλιτέχνες. Αν έπρεπε να τους δώσετε μια συμβουλή ποια θα ήταν αυτή;
«”Κάνε το δικό σου, αυτό που θέλει η ψυχή σου. Αν νομίζεις πως ξέρεις με τι θα ευχαριστείς το κοινό πήγαινε να δουλέψεις σε μία διαφημιστική, άσε την τέχνη, πιο πολλά λεφτά θα βγάλεις ως διαφημιστής”. Οι μόνοι άνθρωποι που έμειναν στην ιστορία της τέχνης είναι αυτοί που ριψοκινδύνευσαν να προτείνουν κάτι που μέχρι τότε δεν το είχε προτείνει κανένας, με έναν τρόπο που επίσης δεν είχε προτείνει κανένας, αλλά που αυτό το κάτι το χρειάζεται σαν επόμενη σκέψη η κοινωνία. Οι καλλιτέχνες που ξεχωρίζουν είναι εκείνοι που προτείνουν το επόμενο. Είναι ωραίο να θέλεις να πετύχεις και να σε αγαπήσουν όλοι για αυτό ακριβώς που είσαι. Δεν είναι ωραίο να παραστήσεις κάτι άλλο προκειμένου να σε αγαπήσουν όλοι».
Σκεφτόσασταν από νέος έτσι;
«Κάτι με οδήγησε στη ζωή μου. Ενας χαρακτήρας που δυσκολευόταν στον περιορισμό. Το έσκασα από το σπίτι μου για να σπουδάσω ζωγραφική και για να ζήσω ελεύθερα ως ομοφυλόφιλος άνδρας, τότε από το σπίτι μου και τα δύο ήταν απαγορευμένα. Η τέχνη και ο έρωτας, οι δύο ακρογωνιαίοι λίθοι της ύπαρξής μου. Δεν διαπραγματευόμουν να ζήσω ευνουχισμένος. Τώρα, στην ηλικία που έφτασα, μερικά πράγματα που έκανα μοιάζουν τολμηρά, ακραία, ακόμα και πολιτικές πράξεις, εγώ όμως δεν τα σκεφτόμουν έτσι. Εγώ ήθελα να υπάρξω σαν ένα ζώο που έπρεπε να φτιάξει το μονοπάτι του για να περπατήσει μέσα στη ζούγκλα. Και έτσι, μέσα από αυτή τη διαδρομή, να πάρει την αγάπη».
Είστε τελικά ικανοποιημένος από το μονοπάτι που φτιάξατε και στο οποίο βαδίζετε μέχρι και σήμερα;
«Ηταν τελικά εύκολο να είμαι μόνο αυτός που είμαι. Πάντοτε όμως σκεφτόμουν. Με βοηθάει συνέχεια να σκέφτομαι, να κρίνω και να φιλτράρω τα πράγματα που κάνω ή που είχα κάνει. Αλλά δεν άφησα ποτέ τη σκέψη να εμποδίσει την πράξη, γιατί η τέχνη δεν είναι τίποτε εκτός από πράξη».
Τα χρόνια περνάνε γρήγορα. Σας απασχολεί αυτό;
«Δεν μπορώ να το αγνοήσω. Με τη σκέψη μου στα χρόνια που μένουν έκανα ήδη ένα μεγάλο βήμα: παρ’ όλο το momentum της διεθνούς μου επιτυχίας, αποφάσισα να σταματήσω να περιοδεύω. Αυτό δεν ήταν απαραιτήτως εύκολο. Η ζωή για εμάς που βγήκαμε και κυκλοφορούμε στα μεγάλα φεστιβάλ είναι πολύ κουραστική, αλλά και πολύ γοητευτική. Υπάρχουν πόλεις και χώρες, όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, η Ισπανία ή η Ιαπωνία, που αν τις κερδίσεις αυτό που σου δίνουν είναι πολύ μεγάλο! Αφησα όμως πίσω τις περιοδείες, και τώρα θέλω να κάνω το επόμενο βήμα: να αποδεσμεύω τη δημιουργικότητά μου από τη σκηνή.
Οπως πιθανώς γνωρίζετε, ξεκίνησα από ζωγράφος, έκανα κόμικς, γλυπτά, και έχω κάνει πολλές φορές τη σκηνογραφία στις δουλειές μου. Ετυχε ο σύγχρονος χορός να μου πει “είσαι ευπρόσδεκτος” και όλη η δημιουργικότητά μου διοχετεύθηκε εκεί. Θέλω όμως να της ξαναδώσω μεγαλύτερη ελευθερία. Κατά τα άλλα, δεν υπάρχει περίπτωση να μη δημιουργώ μέχρι να πεθάνω. Το να δουλεύω, όχι όμως απαραιτήτως επαγγελματικά, είναι ο τρόπος μου να ζω. Ας μην ξεχνάμε ότι για τους καλλιτέχνες, δουλειά είναι να παίζουν σαν τα παιδιά. Δεν θα σταματήσω να παίζω, δεν ξέρω πώς ζουν αλλιώς».
INFO
«Ρέκβιεµ για το τέλος
του έρωτα»: Εθνική
Λυρική Σκηνή, Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος»
(ΚΠΙΣΝ), στις 24, 25, 27, 28, 29 και 30 Ιανουαρίου.
Μεγάλος χορηγός: ΔΕΗ.