«Είναι το πιο αινιγματικό από όλα τα δημιουργήματα» έγραψε ο ρωμαίος φυσιοδίφης Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, πεπεισμένος πως τα μαργαριτάρια δεν ήταν παρά σταγόνες ουράνιας δροσιάς που αιχμαλωτίστηκαν στη θάλασσα. Για τους αρχαίους Ελληνες, τα μαργαριτάρια ήταν δώρα των θεών, σμιλεμένα από κεραυνούς στα βάθη της θάλασσας. Στην άλλη άκρη του κόσμου, οι Ιάπωνες πίστευαν πως ήταν κρυσταλλοποιημένα δάκρυα από γοργόνες, νύμφες και αγγέλους.
Σε όλη τη διαδρομή της Ιστορίας, το μαργαριτάρι υπήρξε ένα σχεδόν υπερφυσικό ατύχημα, ένας πολύτιμος λίθος συνδεδεμένος με μύθους και αριστοκρατικές αυλές. Οι αρχαίοι βασιλείς τα φορούσαν σε περιδέραια και στέμματα. Χιλιετίες αργότερα, κομψές γυναίκες συνεχίζουν να τα φορούν παντού. Ωστόσο, κάπου ανάμεσα στο παλιό Χόλιγουντ και τα οικογενειακά κειμήλια, τα μαργαριτάρια παγιδεύτηκαν μέσα στην ίδια τους την εικόνα.
Παρέμειναν όμορφα, αλλά προβλέψιμα, συνδεδεμένα με έναν πολύ συγκεκριμένο τύπο στιλπνής και συμβατικής θηλυκότητας. Ελάχιστοι σχεδιαστές τα προσέγγισαν με πραγματική περιέργεια. Μέχρι που η Μέλανι Γεωργακοπούλου, η δημιουργική δύναμη πίσω από τον ιαπωνικό οίκο υψηλής κοσμηματοποιίας TASAKI και το brand Melanie Georgacopoulos, αποφάσισε να κόψει ένα στη μέση.

Μεγαλωμένη στην Ελλάδα, η σχεδιάστρια γνώρισε τον κόσμο του κοσμήματος μέσα από αρχαίες τεχνικές. Μετά το σχολείο στην Αθήνα φοίτησε σε επαγγελματικό εκπαιδευτικό ίδρυμα που ειδικεύεται στις παραδοσιακές μεθόδους αργυροχρυσοχοΐας, μαθαίνοντας τεχνικές που σπάνια συναντά κανείς σήμερα. «Εμαθα να κατασκευάζω κοσμήματα και να αναπαράγω τεχνικές που πλέον βρίσκει κανείς μόνο σε μουσεία» μου είπε όταν συναντηθήκαμε, αναφερόμενη σε πρακτικές όπως η granulation (κοκκίδωση) και το repoussé (ανάγλυφο).
Αργότερα, ωστόσο, ένιωσε την ανάγκη για κάτι πιο δημιουργικό: «Μου έλειπε η καλλιτεχνική πλευρά της διαδικασίας». Αυτή η συνειδητοποίηση την οδήγησε αρχικά σε σπουδές γλυπτικής στο Εδιμβούργο και αργότερα σε μεταπτυχιακό στον σχεδιασμό κοσμήματος στο Royal College of Art του Λονδίνου. Ηταν εκείνη την περίοδο, στα χρόνια του RCA, που τα μαργαριτάρια μπήκαν για πρώτη φορά στον κόσμο της. Από απλή περιέργεια, πήρε ένα και το έκοψε στη μέση, θέλοντας απλώς να δει τι κρυβόταν κάτω από την αψεγάδιαστη επιφάνειά του. Στο εσωτερικό του ανακάλυψε λεπτούς ομόκεντρους κύκλους που έμοιαζαν με τους δακτυλίους ενός κορμού δέντρου. Η εμπειρία αυτή άλλαξε ακαριαία κάτι μέσα της. «Οταν ξεκίνησα να δουλεύω με τα μαργαριτάρια, συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχαν σύγχρονα κοσμήματα, δεν υπήρχε ενθουσιασμός» θυμάται.

Η νέα αυτή εμμονή εξελίχθηκε σταδιακά σε freelance εργασία στο Λονδίνο, σχεδιάζοντας αρχικά κοσμήματα για ιδιώτες πελάτες, πριν λανσάρει επίσημα το brand με το όνομά της το 2010. Μέσα σε εντυπωσιακά σύντομο χρονικό διάστημα, οι δημιουργίες της βρέθηκαν σε μερικά από τα σημαντικότερα luxury καταστήματα παγκοσμίως, όπως η Colette, το Bergdorf Goodman και η Dover Street Market. Το 2012 ήρθε ακόμη μία καθοριστική στιγμή. Ο ιστορικός ιαπωνικός οίκος υψηλής κοσμηματοποιίας TASAKI της πρότεινε τη δημιουργία ενός κοινού brand: του M/G TASAKI.
Η ισχύς των μαργαριταριών και το κόσμημα ως γλυπτό
«Είμαι παθιασμένη με τα μαργαριτάρια. Ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια νιώθω ότι είναι ένα υλικό που δεν σταματά ποτέ να σου προσφέρει. Είναι ένα ολόκληρο σύμπαν» ομολογεί η σχεδιάστρια και, ακούγοντάς τη να μιλά για αυτά, μου έγινε αμέσως ξεκάθαρο πως η σχέση της μαζί τους ξεπερνά κατά πολύ το αισθητικό επίπεδο. Θέλησα να μάθω ποιες είναι οι παρατηρήσεις της έπειτα από χρόνια στον κλάδο: «Βλέπω όλο και περισσότερες γυναίκες να αγοράζουν κοσμήματα για τον εαυτό τους. Επενδύουν μόνες τους στις ίδιες, κάτι από το οποίο παίρνω πολλή έμπνευση. Είναι σημάδι της εποχής μας ότι οι γυναίκες αποφασίζουν μόνες τους τι θέλουν να φοράνε και μπορούν να το αποκτήσουν».
Για εκείνη, τα μαργαριτάρια επικοινωνούν κάτι πολύ διαφορετικό από την επιδεικτικότητα που συχνά συνδέεται με τα διαμάντια ή τους μεγάλους πολύτιμους λίθους. «Οι γυναίκες που τα αγοράζουν το κάνουν για προσωπική τους ευχαρίστηση. Τα μαργαριτάρια δημιουργούν μια αίσθηση πολυτέλειας χωρίς να γίνονται υπερβολικά ή θορυβώδη» σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι ειδικές παραγγελίες αυξάνονται συνεχώς: «Βλέπω ολοένα περισσότερες παραγγελίες για μοναδικά κομμάτια. Πολλοί πελάτες φέρνουν οικογενειακά κειμήλια που δεν φορούν πια για να τα μεταμορφώσουμε. Είναι πρόκληση να καταλάβεις τι θέλει πραγματικά να φορέσει κάθε γυναίκα, αλλά είναι και μια πολύτιμη, άμεση επαφή που δεν την έχεις μέσα από τα καταστήματα».

Παρά τη λεπτότητα των υλικών της, η Μέλανι Γεωργακοπούλου προσεγγίζει το κόσμημα με τη νοοτροπία γλύπτριας. Τη ρώτησα αν τα χρόνια των σπουδών της επηρεάζουν ακόμη τον τρόπο που σχεδιάζει σήμερα. «Απολύτως. Το κόσμημα είναι ένα μικρό γλυπτό, με τη διαφορά ότι φοριέται πάνω στο σώμα» απάντησε, προσθέτοντας: «Κοιτάζω κάθε κομμάτι από όλες τις γωνίες και δίνω μεγάλη σημασία όχι μόνο στα κουμπώματα, αλλά και στο πώς μοιάζει όταν δεν φοριέται».
Αυτή η προσοχή στη λεπτομέρεια με έκανε να αναρωτηθώ πώς γεννιούνται οι ιδέες πίσω από κάθε συλλογή: «Δεν υπάρχει μία και μοναδική πηγή έμπνευσης. Αντίθετα, η συλλογική μου μνήμη και οι εμπειρίες μου έχουν δημιουργήσει έναν “μυ” στο μυαλό μου που παράγει συνεχώς ιδέες. Σχεδιάζω ασταμάτητα και επιστρέφω σε παλιές ιδέες που θεωρώ ότι έχουν προοπτική». Η πρακτική της στο στούντιο αντανακλά την ισορροπία ανάμεσα στον πειραματισμό και τη χειροτεχνία. Αν και χρησιμοποιεί προηγμένα εργαλεία, όπως τεχνολογία 3D prototyping, πολλά από τα κοσμήματα κατασκευάζονται ακόμη στο χέρι, μέσα στο στούντιό της. «Θέλω να έχω επαφή με το ίδιο το υλικό. Το κόσμημα βγαίνει διαφορετικό όταν δουλεύεται στο χέρι, όταν οι ιδέες αναπτύσσονται σε πραγματικό χρόνο».
«Katina»: Η συναισθηματική ψυχή ενός κειμηλίου
Καθώς μιλούσαμε για τη χειροποίητη φύση της δουλειάς της, η προσοχή μου στράφηκε σε μια συγκεκριμένη συλλογή. Ισως ήταν η πολυπλοκότητα των λεπτομερειών της ή απλώς το γεγονός ότι δεν είχα ξαναδεί παρόμοιο σχέδιο από άλλον σχεδιαστή, όμως ένιωσα μια σχεδόν μαγνητική έλξη. Της ζήτησα να μου μιλήσει περισσότερο για το συγκεκριμένο κομμάτι. «Α, η “Katina”!» αναφώνησε αμέσως, ενώ ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. «Είναι η πιο προσωπική μου συλλογή».
Οπως μου εξήγησε, εμπνεύστηκε άμεσα από ένα κολιέ που πέρασε από γενιά σε γενιά στις γυναίκες της οικογένειάς της, μια μακριά ασημένια αλυσίδα βυζαντινού τύπου που ανήκε στη θεία της την Κατίνα. «Θυμάμαι έντονα τόσο τη μητέρα μου όσο και τη θεία μου να τη φοράνε για πολλά χρόνια» ανακάλεσε. Πίσω όμως από το αντικείμενο υπήρχε μια πολύ βαθύτερη ιστορία: «Η θεία μου αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σμύρνη κατά τη διάρκεια της Καταστροφής, όταν η πόλη κάηκε. Αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, χωρίς να έχουν σχεδόν τίποτα μαζί τους. Ωστόσο, η θεία Κατίνα πήρε μαζί της αυτή την ασημένια αλυσίδα.

Το ασήμι δεν έχει μεγάλη χρηματική αξία, όμως για εκείνη είχε τεράστια συναισθηματική σημασία ως οικογενειακό κειμήλιο». Ενιωσα μια παράξενη σύνδεση με αυτή την ιστορία. «Φυσικά, ο “εγκέφαλος του κοσμηματοποιού” μου εμπνεύστηκε από αυτό» παραδέχθηκε. «Σκέφτηκα ότι θα ήταν απίστευτο να μεταφράσω τη δομή του μέσα σε αυτό που κάνω εγώ, δηλαδή δουλειά με μαργαριτάρια και κοχύλια». Η δημιουργία της σύγχρονης συλλογής «Katina» πήρε σχεδόν ενάμιση χρόνο μελέτης της περίπλοκης δομής της αρχικής αλυσίδας, πριν περάσει σε πειραματισμούς με κρίκους από κοχύλι και σπάνια μοβ μαργαριτάρια Wampum, τα οποία χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά από ιθαγενείς κοινότητες στη Βόρεια Αμερική. Από πολλές απόψεις, η «Katina» μοιάζει με την πιο καθαρή έκφραση του έργου της Μέλανι Γεωργακοπούλου, τη μεταμόρφωση ενός κειμηλίου από κάτι προσωπικό και παραδοσιακό σε κάτι απολύτως σύγχρονο και φορέσιμο.
Ο κόσμος του TASAKI
Οσο περισσότερο βυθιζόμουν στον κόσμο της Μέλανι, γινόταν όλο και πιο σαφές γιατί ο οίκος TASAKI, το απόλυτο σύμβολο της ιαπωνικής δεξιοτεχνίας στα μαργαριτάρια, επέλεξε να δημιουργήσει μαζί της ένα κοινό brand λίγο μετά την αποφοίτησή της. Κοιτώντας πίσω, η ιστορία εξακολουθεί να μοιάζει σχεδόν σουρεαλιστική. Το 2012, λίγο μετά το λανσάρισμα του δικού της brand, ο CEO της TASAKI ανακάλυψε τη δουλειά της στην Dover Street Market του Λονδίνου. Εκείνη την περίοδο η σχεδιάστρια πειραματιζόταν ήδη έντονα με τα μαργαριτάρια, κόβοντάς τα και ενσωματώνοντάς τα σε κοσμήματα που αμφισβητούσαν πλήρως την παραδοσιακή αισθητική.
«Θεώρησε τα κομμάτια πολύ ασυνήθιστα» θυμάται. «Με κάλεσαν στην Ιαπωνία για μία εβδομάδα ώστε να γνωριστούμε». Αυτό το ταξίδι έμελλε να αλλάξει την πορεία της καριέρας της. Μέσα σε λίγες ημέρες βρέθηκε να ταξιδεύει στις φάρμες μαργαριταριών στο σύμπλεγμα Kujukushima, στις τεράστιες εγκαταστάσεις παραγωγής του Κόμπε και τελικά στα γραφεία και την μπουτίκ TASAKI στην περιοχή Γκίνζα του Τόκιο.
«Υστερα από κάποιες συζητήσεις, μου είπαν ότι θα ήθελαν να δημιουργήσουν μαζί μου ένα κοινό brand, το M/G TASAKI» εξήγησε. Ακούγοντάς τη να περιγράφει αυτή τη συνεργασία, με εντυπωσίασε ιδιαίτερα η ισορροπία που έχει καταφέρει να διατηρήσει ανάμεσα στους δύο κόσμους της. Ενώ το προσωπικό της brand παραμένει βαθιά πειραματικό, το M/G TASAKI έχει μια πιο μινιμαλιστική και αρχιτεκτονική αισθητική, επηρεασμένη κυρίως από την ασιατική αγορά: «Ο διαχωρισμός συμβαίνει οργανικά. Ο πελάτης της TASAKI έχει ένα πολύ σοφιστικέ μάτι. Θέλει το avant-garde, αλλά κατασκευασμένο με άψογο τρόπο». Την ίδια στιγμή, πιστεύει πως οι δύο πλευρές αλληλοσυμπληρώνονται. «Φέρνω μια διαφορετική φρεσκάδα στην Ιαπωνία όσον αφορά το σύγχρονο μαργαριτάρι, αλλά και τα δύο brands σίγουρα επηρεάζουν το ένα το άλλο» σημείωσε.

Πλήρως βυθισμένη πλέον στον κόσμο της, αναρωτήθηκα πώς φαντάζεται το μέλλον της κοσμηματοποιίας. «Συμβαίνουν πολλά σε γεωπολιτικό επίπεδο που επηρεάζουν τη βιομηχανία μας» παραδέχθηκε, αναφερόμενη στις τιμές του χρυσού και τις αλλαγές στο εμπόριο διαμαντιών. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει πεπεισμένη ότι η ανθρωπότητα έχει μια βαθιά, σχεδόν έμφυτη σχέση με τα κοσμήματα. «Είναι στο αίμα μας» δήλωσε χαρακτηριστικά, ενώ πιστεύει πως το μέλλον θα γίνεται ολοένα πιο προσωπικό: «Πολλά πράγματα παγκοσμίως αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους. Νομίζω πως οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να αναζητούν μοναδικά και σπάνια αντικείμενα».
Ηταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ακούω αυτά τα λόγια από μια σχεδιάστρια που έχτισε ολόκληρη τη δημιουργική γλώσσα της γύρω από τη μοναδικότητα, την ίδια γυναίκα που κάποτε αποφάσισε να κόψει ένα μαργαριτάρι στη μέση και έκανε τον οίκο TASAKI να ερωτευτεί το όραμά της. Αναρωτήθηκα αν αυτή είναι η κληρονομιά με την οποία θα ήθελε να συνδέσουν μια μέρα οι ιστορικοί της μόδας το όνομά της. «Θα ήθελα να πουν ότι ήμουν μέρος μιας “επανάστασης του μαργαριταριού” ή της “αναγέννησής” του».
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Μέλανι Γεωργακοπούλου είναι από τους ελάχιστους δημιουργούς που κατάφεραν να απελευθερώσουν τα μαργαριτάρια από την ίδια τους την «προβλεψιμότητα» μετατρέποντάς τα σε αντικείμενα με αιχμή, άποψη και σύγχρονη αίγλη, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η Ιστορία θα περιγράψει το έργο της με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.