Μαξ Εμάνουελ Τσέντσιτς: «Η μοναξιά είναι απαραίτητη για την τέχνη»

Ο διάσημος κροάτης κόντρα τενόρος που επιστρέφει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για ένα αφιέρωμα στην μπαρόκ μουσική, Μαξ Εμάνουελ Τσέντσιτς, μιλάει στο BHMAgazino για το συναρπαστικό ταξίδι του στο λυρικό θέατρο.

Εμφανίστηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα τον Νοέμβριο του 2011. Δύο χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 2013, ερμήνευσε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον Μέγα Αλέξανδρο στην όπερα του Χέντελ «Alessandro». Επέστρεψε άλλες δύο φορές στον ίδιο χώρο, το 2014, για να σκηνοθετήσει την όπερα «Σιρόης, ο βασιλιάς της Περσίας» του Χάσσε, και ακολούθως για να τραγουδήσει με την Καμεράτα.

Παλιός γνώριμος του ελληνικού κοινού, ο Μαξ Εμάνουελ Τσέντσιτς επανέρχεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: Στις 23 Μαΐου θα είναι σολίστ στο γκαλά μπαρόκ μουσικής που θα παρουσιάσει η Καμεράτα υπό τη διεύθυνση του Νικόλα Βαλεντίνι. Ο διάσημος κροάτης κόντρα τενόρος που έχει ταυτίσει το όνομά του με τη σύγχρονη αναγέννηση της μπαρόκ όπερας, θα ερμηνεύσει άριες που έγραψαν ο Χέντελ, ο Βιβάλντι και ο Πόρπορα για τον θρυλικό καστράτο Σενεζίνο. Και με αφορμή τη νέα του εμφάνιση στη χώρα μας μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για την ιδιαίτερη φωνή τού κόντρα τενόρου που γεφυρώνει τον 18ο αιώνα με τη σύγχρονη εποχή, και για τη σχέση του με την τέχνη, με τον χρόνο και τη μνήμη.

Photo by Laura Chapman

Πώς διαμορφώσατε το ρεπερτόριο της βραδιάς που θα παρουσιάσετε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών; Τι θέλετε να αφηγηθείτε μέσα από αυτές τις άριες;

«Κάθε πρόγραμμα είναι, με κάποιον τρόπο, αυτοβιογραφικό. Οι άριες που επιλέγω δεν είναι ποτέ τυχαίες· αντανακλούν τη φάση στην οποία βρίσκομαι καλλιτεχνικά και συναισθηματικά τη δεδομένη στιγμή.

Για την Αθήνα, ήθελα να δημιουργήσω ένα ταξίδι στο συναισθηματικό τοπίο του μπαρόκ – από την οικειότητα και την ευθραυστότητα έως τη δεξιοτεχνία και τον θρίαμβο. Σε αυτό το στάδιο της καριέρας μου, ίσως με ενδιαφέρει λιγότερο να δείξω τι μπορώ να κάνω τεχνικά, και περισσότερο με ενδιαφέρει να δείξω τι μπορώ να επικοινωνήσω μέσω της μουσικής. Αυτές οι άριες αντιπροσωπεύουν σχέσεις ζωής, είναι μουσικές με τις οποίες συμπορεύομαι εδώ και χρόνια, και η επιστροφή σε αυτές τώρα αποκαλύπτει αναπόφευκτα κάτι για τη δική μου εξέλιξη».

Ως κόντρα τενόρος, ερμηνεύετε μουσική που γράφτηκε πολλά χρόνια πριν. Πόσο πιστός είστε στο πρωτότυπο; Επιτρέπετε στον εαυτό σας να «παραβιάσει» τους κανόνες της ιστορικά τεκμηριωμένης εκτέλεσης;

«Η ιστορικά τεκμηριωμένη εκτέλεση αποτελεί ένα ανεκτίμητο θεμέλιο, αλλά δεν πρέπει ποτέ να μετατρέπεται σε μουσείο. Το ίδιο το μπαρόκ ήταν μια τέχνη ελευθερίας, εφευρετικότητας και ρίσκου. Ο καλλωπισμός, για παράδειγμα – τα μελίσματα και οι παρεμβάσεις του ερμηνευτή –,
ήταν πάντα βαθιά προσωπική υπόθεση. Ετσι, “παραβιάζω” τους κανόνες όποτε η αυστηρή ιστορική πιστότητα απειλεί τον αυθορμητισμό ή τη συναισθηματική αλήθεια. Η ευθύνη μου δεν είναι μόνο απέναντι στην ιστορία, αλλά και απέναντι στο κοινό που με ακούει. Εάν μια μουσική επιλογή καθιστά το δράμα πιο άμεσο, τότε είναι δικαιολογημένη».

Η φωνή τού κόντρα τενόρου παραμένει ένας τύπος φωνής που μπορεί να εκπλήξει. Από την εμπειρία σας, ποια είναι η πιο συνηθισμένη παρανόηση που εξακολουθεί να έχει το κοινό για αυτήν, και πώς έχει εξελιχθεί η αντίληψή του από τότε που ξεκινήσατε; Αισθανθήκατε ποτέ ότι πρέπει να «εκπαιδεύσετε» το κοινό σας;

«Η μεγαλύτερη παρανόηση είναι ότι η φωνή τού κόντρα τενόρου είναι κατά κάποιον τρόπο τεχνητή ή αφύσικη. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία από τις παλαιότερες φωνητικές παραδόσεις στη Δυτική μουσική. Οταν ξεκίνησα, υπήρχε συχνά περιέργεια αναμεμειγμένη με σκεπτικισμό. Σήμερα, το κοινό είναι πολύ πιο ανοιχτό – ίσως επειδή έχει ακούσει περισσότερους κόντρα τενόρους και κατανοεί τις εκφραστικές δυνατότητες αυτής της φωνής. Ποτέ δεν ένιωσα ότι έπρεπε να εκπαιδεύσω το κοινό άμεσα· η ίδια η μουσική το κάνει αυτό. Αν τραγουδάς με πεποίθηση και ειλικρίνεια, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν πολύ γρήγορα».

Πόσο βαθιά μπορεί να επηρεάσει έναν λυρικό τραγουδιστή η επί σκηνής ταύτιση με έναν χαρακτήρα; Πώς λειτουργεί η συναισθηματική σχέση ανάμεσα σε έναν καλλιτέχνη και τους χαρακτήρες τους οποίους ενσαρκώνει;

«Υπάρχουν ορισμένοι ρόλοι που μένουν μαζί σου για πολύ καιρό αφού πέσει η αυλαία. Για εμένα, αυτό συμβαίνει όταν η ψυχολογική αλήθεια ενός χαρακτήρα μού φαίνεται βαθιά οικεία. Σε εκείνο το σημείο, παύει να είναι ερμηνεία και γίνεται κάτι πιο προσωπικό. Πιστεύω ότι κάθε καλλιτέχνης φέρει μέσα του θραύσματα από τους ρόλους που ενσαρκώνει. Κάποιοι σου διδάσκουν το θάρρος, άλλοι την ευαλωτότητα, άλλοι το σκοτάδι. Με τον καιρό, γίνονται μέρος της εσωτερικής σου ζωής».

Εχετε αναβιώσει ξεχασμένες όπερες. Πέρα από το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, ποια είναι η πρωταρχική ώθηση πίσω από το πάθος σας να φέρετε στο φως αυτά τα «ξεχασμένα» αριστουργήματα;

«Η περιέργεια, πάνω απ’ όλα. Υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό στο να δίνεις ξανά φωνή σε μουσική που παρέμενε σιωπηλή για αιώνες. Μοιάζει σχεδόν με πράξη ανάστασης. Πέρα από τη μουσικολογική έρευνα, είναι ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης – το να ανοίγεις μια παρτιτούρα και να συνειδητοποιείς ότι υπάρχει εκεί μια ιδιοφυΐα που περιμένει να ακουστεί ξανά. Υπάρχει επίσης και μια ευθύνη: η μουσική ιστορία μας είναι πολύ πλουσιότερη από ό,τι υποδηλώνει το τυπικό ρεπερτόριο».

Ποια είναι η σημασία της τεχνικής σε ένα επάγγελμα σαν το δικό σας; Μπορεί να εξασφαλίσει στον λυρικό τραγουδιστή διάρκεια στον χρόνο;

«Η τεχνική είναι ελευθερία. Χωρίς μια στέρεη τεχνική βάση, δεν μπορείς να είσαι πραγματικά εκφραστικός. Πάντα πίστευα στην υπομονή και την πειθαρχία – να ακούω το σώμα μου, να σέβομαι τα όριά του και να μην το πιέζω ποτέ. Η διάρκεια στον χρόνο προέρχεται από την ισορροπία: ξεκούραση, σωματική υγεία, πνευματική ηρεμία και διαρκής τεχνική βελτίωση. Η φωνή αλλάζει καθώς αλλάζουμε κι εμείς, επομένως η τεχνική πρέπει να εξελίσσεται μαζί της».

Λένε πως «και η σιωπή είναι μουσική». Μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τα συνεχή ταξίδια, τι ρόλο παίζει η σιωπή στη δική σας ζωή;

«Η σιωπή είναι απαραίτητη, επειδή η επαγγελματική μου ζωή είναι τόσο γεμάτη από ήχους. Για εμένα, σιωπή σημαίνει απλά πράγματα: να βρίσκομαι στο σπίτι, να διαβάζω, να περπατώ, να μαγειρεύω, να περνώ χρόνο στη φύση. Αυτές οι στιγμές αποκαθιστούν την ισορροπία μου. Μου υπενθυμίζουν ότι υπάρχει μια ζωή πέρα από τις συναυλίες και το θέατρο, και αυτή η ζωή είναι που τροφοδοτεί την τέχνη».

Οι διαδρομές ενός αστέρα της όπερας εμπεριέχουν ταυτόχρονα το παράδοξο της δημόσιας λατρείας και της ιδιωτικής μοναξιάς. Η αποδοχή, η διασημότητα, το χειροκρότημα του κοινού, όλα αυτά είναι χαρά, τη μοναξιά όμως πώς τη διαχειρίζεστε;

«Η μοναξιά είναι μία από τις κρυφές πραγματικότητες αυτού του επαγγέλματος. Τα συνεχή ταξίδια και οι σύντομες διαμονές σε προσωρινές κατοικίες μπορούν να δημιουργήσουν ένα περίεργο είδος αποστασιοποίησης, να σε απομακρύνουν από τους άλλους. Στην αρχή της καριέρας μου, ήταν δύσκολο. Με τον καιρό, όμως, έμαθα ότι η μοναξιά μπορεί επίσης να είναι παραγωγική – ένας χώρος αναστοχασμού, μελέτης και εσωτερικής ισορροπίας. Κατά κάποιον τρόπο, μου έχει γίνει απαραίτητη. Ενας καλλιτέχνης χρειάζεται στιγμές απόσυρσης και απομόνωσης, προκειμένου να επιστρέψει στη σκηνή και να μπορεί να δώσει κάτι αυθεντικό».

Αν κάποιος σάς ακολουθούσε για μία ημέρα πίσω από τα φώτα, τι θα τον εξέπληττε περισσότερο στη ζωή σας;

«Πιθανώς το πόσο συνηθισμένη είναι. Το τραγούδι αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος της ημέρας. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς είναι η προετοιμασία: η μελέτη της παρτιτούρας, η διαχείριση της ενέργειας, η ξεκούραση, τα ταξίδια. Υπάρχει πολλή πειθαρχία και ρουτίνα πίσω από τη λάμψη που ο κόσμος συνδέει με τη σκηνή. Ισως η μεγαλύτερη έκπληξη να ήταν το πόση υπομονή απαιτεί αυτό το επάγγελμα».

Βλέπετε τη φωνή του κόντρα τενόρου να εξελίσσεται πέρα από το μπαρόκ ρεπερτόριο ή παραμένει αναπόφευκτα συνδεδεμένη με αυτό;

«Εχει ήδη εξελιχθεί πέρα από το μπαρόκ. Σύγχρονοι συνθέτες γράφουν εξαιρετικά έργα για κόντρα τενόρους και το ρεπερτόριο συνεχίζει να διευρύνεται. Φυσικά, το μπαρόκ παραμένει στον πυρήνα, καθώς εκεί η φωνή βρίσκει μεγάλο μέρος της ιστορικής της ταυτότητας. Πιστεύω όμως ότι το μέλλον του κόντρα τενόρου έγκειται στην πολυφωνία του – στην απόδειξη ότι δεν αποτελεί ένα ιστορικό αξιοπερίεργο, αλλά μια ζωντανή, εξελισσόμενη φωνή».

Ποιο είναι το επόμενο μεγάλο σας όνειρο – ένας ξεχασμένος ρόλος, μια νέα παραγωγή ή ίσως κάτι πέρα από την όπερα;

«Το όνειρο είναι πάντα το ίδιο: να συνεχίσω να ανακαλύπτω. Αυτό μπορεί να σημαίνει έναν ξεχασμένο ρόλο, μια νέα συνεργασία ή ένα ρεπερτόριο που δεν έχω εξερευνήσει ακόμη. Πέρα όμως από τα συγκεκριμένα εγχειρήματα, το βαθύτερο όνειρο είναι η καλλιτεχνική εξέλιξη – να συνεχίσω να εκπλήσσομαι από τη μουσική και από τον ίδιο μου τον εαυτό. Οσο αυτό παραμένει εφικτό, το ταξίδι παραμένει συναρπαστικό».

Στην ψηφιακή εποχή πώς παραμένει επίκαιρος ο στυλιζαρισμένος και συχνά «αργός» κόσμος της μπαρόκ όπερας; Ως καλλιτέχνης, πώς γεφυρώνετε αυτό το χάσμα για τον σύγχρονο ακροατή – ή πιστεύετε ότι το κοινό είναι αυτό που πρέπει να προσαρμοστεί;

«Η μπαρόκ όπερα μιλάει για τις πιο διαχρονικές ανθρώπινες εμπειρίες: την αγάπη, τη ζήλια, το πένθος, τη φιλοδοξία, την υπέρβαση. Αυτά τα συναισθήματα δεν έχουν αλλάξει. Εκείνο που μπορεί να φαντάζει “αργό” σήμερα, είναι συχνά απλώς μια διαφορετική εμπειρία του χρόνου – μια εμπειρία που μας καλεί σε βαθύτερη ακρόαση και περισυλλογή. Δεν νομίζω ότι το κοινό πρέπει να προσαρμοστεί, ούτε ότι η τέχνη πρέπει να απλοποιηθεί. Η γέφυρα είναι η συναισθηματική αλήθεια. Εάν η ερμηνεία είναι ζωντανή και ειλικρινής, η σύνδεση συμβαίνει φυσικά, ανεξάρτητα από τον αιώνα στον οποίο γράφτηκε η μουσική».

INFO

Γκαλά Μπαρόκ µε τον Μax Emanuel Cenčić: Mέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη), αίθουσα «Χρήστος Λαµπράκης», στις 23 Μαΐου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version