«Η ιδέα για αυτή την έκθεση γεννήθηκε το 2023, ενώ ζούσα στο Λονδίνο, σε μια περίοδο που η συζήτηση για την επιστροφή λεηλατημένων πολιτιστικών θησαυρών στις χώρες προέλευσής τους αποτελούσε κεντρικό θέμα συζήτησης.
Ο τότε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Ρίσι Σούνακ μόλις είχε αποκλείσει κάθε συζήτηση για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Επειτα από χρόνια διπλωματικών προσπαθειών, αυτή η στάση έμοιαζε σαν να κλείνει μια πόρτα.
Ηθελα να βρω έναν τρόπο να την κρατήσω ανοιχτή. Εστω και λίγο. Να συνεχίσω τη συζήτηση, μέσω της δουλειάς μου. Το να εφιστώ την προσοχή στο ζήτημα των Γλυπτών είναι ένας τρόπος με τον οποίο ευελπιστώ να συνεχίσω αυτόν τον διάλογο, με την προσδοκία ότι τελικά όλοι οι λεηλατημένοι πολιτιστικοί θησαυροί θα επιστραφούν στη χώρα ή στον πολιτισμό προέλευσής τους. Στην έκθεση, οι επισκέπτες θα ανακαλύψουν στοιχεία από τα Γλυπτά του Παρθενώνα και τις Καρυάτιδες».

Ο αμερικανός εικαστικός Μάικλ Μακ Γκρέγκορ, μιλώντας στο ΒΗΜΑgazino, μέσα σε λίγες προτάσεις συνοψίζει το μήνυμα της πρώτης ατομικής του έκθεσης στην Ελλάδα, η οποία παρουσιάζεται στην εμβληματική γκαλερί George Benias φέροντας τον τίτλο «The Parthenon Marbles and Other Looted Objects in the British Museum».
Μέσα λοιπόν από ένα σώμα σχεδίων και ζωγραφικών έργων (2003-2026) που ανέπτυξε μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας, αντλώντας έμπνευση από τις επισκέψεις του στο Βρετανικό Μουσείο, το Μουσείο Ακρόπολης αλλά και τον ίδιο τον Ιερό Βράχο, ο Μακ Γκρέγκορ μοιάζει να στοχάζεται επάνω σε ζητήματα εκτοπισμού, πολιτιστικής ιδιοκτησίας και επανένωσης.
«Στο Μουσείο Ακρόπολης με θλίβει να βλέπω τα γύψινα αντίγραφα των τμημάτων που αποσπάστηκαν πλάι στα αυθεντικά μαρμάρινα γλυπτά· όλα παρατεταγμένα στη σκιά της Ακρόπολης, κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο.
H Duveen Gallery (σ.σ.: πρόκειται για την αίθουσα όπου φιλοξενούνται τα Γλυπτά του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο) είναι σκοτεινή, είναι γκρίζα. Είναι Αγγλία. Δεν είναι Ελλάδα. Δεν μπορείς να νιώσεις τον ήλιο να πέφτει στα Γλυπτά και εκείνα να λάμπουν όπως κάτω από το αττικό φως. Αυτή είναι μια βασική διαφορά. Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο το φυσικό φως πέφτει επάνω στο μάρμαρο είναι ουσιαστικός για τη θέαση των Γλυπτών.
Ο τρόπος με τον οποίο είναι τοποθετημένα και στεγασμένα στο Βρετανικό Μουσείο, αμυδρά φωτισμένα και γεμάτα έντονες σκιάσεις, αφαιρεί πολλή από τη φωτεινότητα που έχει εμποτίσει αυτά τα έργα» αναφέρει με πάθος.
Ενας γνήσιος φιλέλληνας
Αναμφισβήτητα στον 43χρονο αμερικανό εικαστικό ταιριάζει απόλυτα ο χαρακτηρισμός «φιλέλληνας», με τον ίδιο μέχρι πρόσφατα να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Λος Αντζελες και τη χώρα μας. «Ζω στην Ελλάδα τον μισό χρόνο, εδώ και περίπου μία εξαετία. Το φως, η θάλασσα, ο ουρανός και η αίσθηση της ιστορικότητας είναι τα στοιχεία που με εντυπωσιάζουν περισσότερο. Σε αυτή τη χώρα έχεις την αίσθηση ότι ζεις σε έναν κόσμο πολύ μεγαλύτερο από ό,τι μπορείς να φανταστείς» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κάπως έτσι προέκυψε οργανικά και η πρόσφατη απόφασή του να μετακομίσει στην Ελλάδα. Ποιο στοιχείο τον έφερε λοιπόν εδώ; «Μου αρέσει να σκέφτομαι τη διαφορά μεταξύ της Αθήνας και του Λος Αντζελες ως το χάσμα μεταξύ της απαρχής και του τέλους του δυτικού πολιτισμού.
Ζώντας στο Λος Αντζελες, ειδικότερα, μια τόσο “νεαρή” πόλη, δεν μπορείς παρά να αναλογιστείς την αρχαιότητα… την πορεία του πολιτισμού, την εξέλιξη του είδους και την ανθρωπόκαινο εποχή κατά τις τελευταίες χιλιετίες. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η Αθήνα μού φαίνεται τόσο φρέσκια… ένας τόπος από τον οποίο ξεκίνησε μεγάλο μέρος της νεωτερικότητας» συμπληρώνει.

Για την πρώτη του έκθεση στη χώρα μας που τόσο αγαπά, συνεργάστηκε με την εξέχουσα γκαλερί George Benias, πίσω από την ίδρυση της οποίας βρίσκεται ο σηµαντικός ελληνοαµερικανός γκαλερίστας Γιώργος Μπενίας, ο οποίος γεννήθηκε και µεγάλωσε στη Νέα Υόρκη. «Γνωρίστηκα µε τον Γιώργο Μπενία µέσω του εικαστικού Theo Michael» αναφέρει ο Μάικλ Μακ Γκρέγκορ. «Ως Αμερικανός της Ανατολικής Ακτής, που έχει περάσει πολύ καιρό στη Νέα Υόρκη, ο Τζορτζ και εγώ τα πάμε πολύ καλά και μοιραζόμαστε μια παρόμοια οπτική για τον κόσμο. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ» συμπληρώνει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος έχει κυκλοφορήσει δύο βιβλία με σχέδιά του εμπνευσμένα από τη ζωή στην Ελλάδα, με τους τίτλους «The Greece Notebook» αλλά και «Memories of Hydra», με το δεύτερο μάλιστα να αποτελείται από σκίτσα που δημιούργησε στο αρχοντικό νησί του Αργοσαρωνικού, τον τόπο που αποτελεί διαχρονικά έμπνευση για ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, από τον Γιώργο Σεφέρη και τον Χένρι Μίλερ μέχρι τον Λέοναρντ Κοέν.
Το καλλιτεχνικό του σύμπαν
Πολυταξιδεμένος, ο Μάικλ Μακ Γκρέγκορ έχει πραγματοποιήσει ατομικές εκθέσεις στις ΗΠΑ, σε πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λος Αντζελες, η Σάντα Μπάρμπαρα και η Σάντα Μόνικα, αλλά και στο Μεξικό, στο οποίο έχει διαμείνει μάλιστα για ένα διάστημα, καθώς και στο Βερολίνο. Είναι γνωστός για τις αθώες ερμηνείες του πάνω σε παραδοσιακά θέματα, ιδιαίτερα στη νεκρή φύση.

«Ασχολούμαι με την τέχνη σε όλη μου τη ζωή. Από παιδί. Η μουσική, ο κινηματογράφος, η γραφή, το σχέδιο, η ζωγραφική ήταν πάντα εκεί· τώρα απλώς εστιάζω περισσότερο στη ζωγραφική και το σχέδιο» εξηγεί. Οσο για το ποια στοιχεία χαρακτηρίζουν τη δουλειά του; Ο ίδιος απαντά με τρεις λέξεις: «Αθωότητα. Χρώμα. Ελευθερία».
Αυτή τη φορά, ισορροπώντας ανάμεσα στον ποιητικό στοχασμό και την πολιτική επιτακτικότητα, το ντεμπούτο του Μακ Γκρέγκορ στην Ελλάδα, με έργα που φέρουν τίτλους όπως «The Karyatides», «The Parthenon Marbles» και «Horse of Selene», μοιάζει να θέτει το διαχρονικό αίτημα για επανένωση – όχι μόνο ως εθνική διεκδίκηση, αλλά και ως ζήτημα παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Πώς θα χαρακτήριζε λοιπόν εν γένει τη στάση του Βρετανικού Μουσείου; «Εχει παρουσιάσει διακυμάνσεις με την πάροδο των ετών» απαντά και προσθέτει: «Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Για να είμαι ειλικρινής, αν επιστραφούν όλοι οι πολιτιστικοί θησαυροί για τους οποίους γίνεται λόγος, δεν είμαι σίγουρος αν το Βρετανικό Μουσείο θα συνεχίσει να υφίσταται».

Είναι λοιπόν αισιόδοξος για την επανένωση των Γλυπτών; «Μπορεί κανείς πάντα να ονειρεύεται» απαντά σιβυλλικά. Οσο για το μήνυμα της έκθεσης, θα πει: «Το πλαίσιο είναι καίριας σημασίας. Μην ξεχνάτε την ιστορία σας».
Μπορεί λοιπόν η τέχνη να αλλάξει τον κόσμο; «Η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης. Και ο τρόπος σκέψης μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο… Αυτές οι νέες πραγματικότητες, εναλλακτικές στην καθεστηκυία τάξη, που συχνά αναδύονται μέσα από την τέχνη, είναι καθοριστικές για τη μετατόπιση της δυναμικής στον κόσμο όπου ζούμε».
INFO
«The Parthenon Marbles and Other Looted Objects in the British Museum»: Γκαλερί George Benias (Πολυτεχνείου 10, Αθήνα), µέχρι τις 25 Απριλίου.