Ενας κατακερματισμένος ΟΠΕΚ. Ενας αποκλεισμένος Περσικός Κόλπος. Μια ενισχυμένη Αμερική χάρη στην κορυφαία παγκοσμίως παραγωγή ορυκτών καυσίμων.
Ο πόλεμος με το Ιράν ανατρέπει τα μακροχρόνια θεμέλια της αγοράς πετρελαίου, εγκαινιάζοντας έναν πιο κατακερματισμένο και δυνητικά πιο ασταθή ενεργειακό κόσμο. Η ελεύθερη ροή πετρελαίου μέσω των θαλασσών υποχωρεί. Ο εθνικισμός των πόρων αναδεικνύεται.
Η πιο πρόσφατη ρήξη στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη ήρθε την περασμένη Τρίτη, όταν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι αποχωρούν από τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών υπό τη Σαουδική Αραβία, προκαλώντας ισχυρό πλήγμα σε ένα καρτέλ που σχεδιάστηκε, μεταξύ άλλων, για να τιθασεύσει μια βιομηχανία γνωστή για τους κύκλους άνθησης και κατάρρευσης. Αντί αυτού, τα Εμιράτα επιλέγουν αυτόνομη πορεία.
Μετάβαση
Η εξέλιξη αυτή, μαζί με άλλες κινήσεις, επιταχύνει τη μετάβαση από μια αγορά πετρελαίου οργανωμένη με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας σε μια αγορά που καθορίζεται από πολιτικές σκοπιμότητες και συγκρούσεις. Μεγάλοι εισαγωγείς σε Ασία και Ευρώπη σπεύδουν να απεξαρτηθούν από τα ορυκτά καύσιμα της Μέσης Ανατολής, να περιορίσουν την κατανάλωση ενέργειας ή να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή. Την ίδια στιγμή, μεγάλοι εξαγωγείς – μεταξύ αυτών και οι ΗΠΑ – ανταγωνίζονται για μεγαλύτερα μερίδια αγοράς σε έναν κόσμο όπου οι προοπτικές αύξησης της ζήτησης ήταν ήδη αβέβαιες πριν από ένα ενεργειακό σοκ που συμβαίνει μία φορά σε κάθε γενιά.
«Αυτό σημαίνει ότι επικρατεί λογική “ο καθένας για τον εαυτό του”» δήλωσε ο Γκρέγκορι Μπρου, ανώτερος αναλυτής για το Ιράν στην Eurasia Group.
Το ερώτημα είναι για πόσο. Πολλοί από τους μηχανισμούς σταθερότητας της αγοράς πετρελαίου ανάγονται στη δεκαετία του 1970, όταν ο ΟΠΕΚ καθιέρωσε ουσιαστικά τη δύναμη τιμολόγησής του. Δυτικές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, δημιούργησαν αποθέματα για να αντιμετωπίζουν σοκ στην προσφορά. Αργότερα αναπτύχθηκαν οι αγορές παραγώγων για να διαχέουν τον κίνδυνο και να περιορίζουν τη μεταβλητότητα. Στην ενεργειακά διψασμένη Αμερική, το Δόγμα Κάρτερ ανέδειξε την ελεύθερη ροή πετρελαίου μέσω του Περσικού Κόλπου σε ζωτικό εθνικό συμφέρον.
«Σήμερα, η σχέση έχει αντιστραφεί» σημειώνει ο Μπρου. «Οι ΗΠΑ παραμένουν μεγάλος καταναλωτής, αλλά φαίνεται ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής τις αντιμετωπίζουν πλέον και ως παραγωγό, ως δύναμη που διαμορφώνει την αγορά πετρελαίου».
Παρά το γεγονός ότι το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει εκτινάξει τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, η Ουάσιγκτον κλιμάκωσε την πίεση προς την Τεχεράνη, επιβάλλοντας δικό της αποκλεισμό που έχει περιορίσει δραστικά τη ναυτιλιακή κίνηση. Σε πρόσφατες συναντήσεις, συμπεριλαμβανομένης εκείνης της Δευτέρας, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να συνεχίσει να δημιουργεί ασφυξία στην ιρανική οικονομία και τις εξαγωγές πετρελαίου, εμποδίζοντας τη ναυτιλία προς και από τα λιμάνια της, σύμφωνα με τη «Wall Street Journal».
Ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ, των οποίων η παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου υπήρξε επί χρόνια αντίπαλος του ΟΠΕΚ, θα μπορούσαν τελικά να ωφεληθούν από τις υψηλές τιμές.
Εχει καλέσει άλλες χώρες να αγοράζουν αμερικανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, προτρέποντας εταιρείες όπως η Exxon Mobil και η Chevron να αυξήσουν την παραγωγή τους.
Επιφυλάξεις
Στελέχη του ενεργειακού κλάδου και επενδυτές της Wall Street εκτιμούν ότι οι αμερικανικές εταιρείες δεν θα αυξήσουν ουσιαστικά την παραγωγή τους τους επόμενους μήνες. Ωστόσο, τα Εμιράτα – απαλλαγμένα πλέον από τους αυστηρούς περιορισμούς ποσοστώσεων του ΟΠΕΚ – θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία διοχετεύοντας περισσότερο αργό στην αγορά.
Το υπουργείο Ενέργειας και Υποδομών των ΗΑΕ ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι θα «συνεχίσει να ενεργεί υπεύθυνα, αυξάνοντας σταδιακά και με μετρημένο τρόπο την παραγωγή, σε ευθυγράμμιση με τη ζήτηση και τις συνθήκες της αγοράς».
Οι αγορές παραμένουν επιφυλακτικές, παρά το γεγονός ότι ο ΟΠΕΚ και οι σύμμαχοί του που συνδέονται με τη Ρωσία – η λεγόμενη ομάδα ΟΠΕΚ+ – διατηρούν τεράστιο αποτύπωμα στην αγορά.
Η αποχώρηση των ΗΑΕ από τον οργανισμό αφαίρεσε «έναν από τους λίγους μηχανισμούς απορρόφησης κραδασμών που απέμεναν», σύμφωνα με αναλυτές της Rystad Energy. «Εάν και άλλοι παραγωγοί αρχίσουν να δίνουν προτεραιότητα στο μερίδιο αγοράς έναντι της πειθαρχίας στις ποσοστώσεις, η ικανότητα του ΟΠΕΚ να διαχειρίζεται συντεταγμένα την αγορά θα τεθεί όλο και περισσότερο υπό αμφισβήτηση» δήλωσε ο Ολε Χάνσεν, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της Saxo Bank.
Υπάρχει και κόστος
Ηδη η Βενεζουέλα – μέλος του καρτέλ – αυξάνει την παραγωγή της μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο από την εξουσία. Παράλληλα, παραγωγοί εκτός ΟΠΕΚ, όπως η Γουιάνα, η Βραζιλία και ο Καναδάς, σχεδιάζουν να ενισχύσουν την εξόρυξη πετρελαίου για να στηρίξουν την οικονομική τους ανάπτυξη.
Την ίδια στιγμή, αγοραστές σε Ευρώπη και Ασία ανεβάζουν τις τιμές για αργό, καύσιμα και υγροποιημένο φυσικό αέριο από περιοχές μακριά από τη ζώνη της σύγκρουσης.
«Ισως υπάρχει όφελος ασφάλειας από την εγχώρια παραγωγή και τη μείωση του ενεργειακού εμπορίου. Ομως πιθανόν υπάρχει και κόστος» σημειώνει ο Τζέισον Μπόρντοφ, διευθυντής του Κέντρου Παγκόσμιας Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Κολούμπια. «Πόσο υψηλό τίμημα στην ενεργειακή ασφάλεια είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής;».
Προς το παρόν, οι δυτικές χώρες επιχειρούν να συγκρατήσουν τις τιμές μέσω μαζικών αποδεσμεύσεων αποθεμάτων πετρελαίου, συμπεριλαμβανομένης μιας εκτιμώμενης διάθεσης 172 εκατ. βαρελιών που θα φέρει τα στρατηγικά αποθέματα των ΗΠΑ στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών. Παράλληλα, οι αναρτήσεις του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με προθεσμίες πολέμου και ειρηνευτικές συνομιλίες έχουν κατά καιρούς περιορίσει τις αυξήσεις τιμών που διαχέονται στις αγορές.
Τα διεθνή συμβόλαια αναφοράς ξεπέρασαν την περασμένη Δευτέρα τα 111 δολάρια το βαρέλι, το υψηλότερο επίπεδο από την ανακοίνωση της εκεχειρίας με το Ιράν στις αρχές Απριλίου.
Μεταβλητότητα
Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι περαιτέρω άνοδος θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
«Είναι απολύτως σαφές ότι αυτό υπενθυμίζει στον Καναδά και σε άλλες χώρες πόσο βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής, πόσο έχει διαρραγεί το σύστημα που θεωρούσαμε δεδομένο – το ελεύθερο εμπόριο και η απρόσκοπτη ροή ενέργειας» δήλωσε ο Τιμ Χότζσον, υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων του Καναδά.
«Ορισμένες χώρες μπορεί να πίστεψαν, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ότι επρόκειτο για μεμονωμένο γεγονός» πρόσθεσε σε συνέντευξή του τον Μάρτιο. «Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς όλους ότι εισερχόμαστε σε περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας».
