Ο Λευκός Οίκος αντιμέτωπος με το μέτωπο του «Οχι»

Οι Δημοκρατικοί, αρκετοί Ρεπουμπλικανοί, δεξαμενές σκέψης και μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης συνθέτουν την ευρεία αλλά ετερόκλητη ομάδα των «επιφυλακτικών» απέναντι στον πόλεμο

Ο Λευκός Οίκος αντιμέτωπος με το μέτωπο του «Οχι»

Οταν ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να ξεκινήσει τη σύγκρουση με το Ιράν, η Ουάσιγκτον αντέδρασε όπως συχνά αντιδρά όταν ξεκινά ένας νέος πόλεμος. Πρώτα με μια σύντομη πολιτική συναίνεση και αμέσως μετά με ερωτήματα. Ακόμη και μέσα στον Λευκό Οίκο υπήρξαν δισταγμοί. Ο ίδιος ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι ο αντιπρόεδρός του, Τζέι Ντι Βανς, είχε μια «λίγο διαφορετική φιλοσοφική προσέγγιση» όταν συζητήθηκε η απόφαση για τα πλήγματα. «Ισως όχι το ίδιο ενθουσιασμένος» εξήγησε χαρακτηριστικά.

Η φράση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη μέσα στον καταιγισμό των εξελίξεων. Στην πραγματικότητα όμως περιέγραφε μια βαθύτερη πραγματικότητα στην αμερικανική πολιτική. Πίσω από τη στρατιωτική κλιμάκωση, στην Ουάσιγκτον έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα ευρύτερο και αρκετά ετερόκλητο «μέτωπο» επιφυλάξεων. Δεν πρόκειται για μια ενιαία αντιπολεμική συμμαχία αλλά μάλλον για ένα μωσαϊκό διαφορετικών φωνών. Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο που μιλούν για συνταγματική εκτροπή.

Ρεπουμπλικανοί νέας κοπής που φοβούνται έναν νέο πόλεμο τύπου Ιράκ. Αναλυτές σε δεξαμενές σκέψης που προειδοποιούν για στρατηγικό αδιέξοδο. Και μια αμερικανική κοινή γνώμη που ανησυχεί για τον πληθωρισμό και δείχνει βαθιά κουρασμένη από τους πολέμους της Μέσης Ανατολής. Το κοινό τους σημείο είναι η δυσπιστία απέναντι σε έναν ακόμη πόλεμο χωρίς καθαρό τέλος.

Η «αντίσταση» στο Κογκρέσο

Στο Κογκρέσο, η αντίδραση εκφράστηκε σχεδόν αμέσως με θεσμικούς όρους. Εξι Δημοκρατικοί γερουσιαστές ζήτησαν επειγόντως ακροάσεις για τη στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στο Ιράν, απαιτώντας να καταθέσουν ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Παράλληλα προειδοποίησαν ότι θα χρησιμοποιήσουν όλα τα κοινοβουλευτικά μέσα για να πιέσουν τον Λευκό Οίκο να δώσει εξηγήσεις.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ο επικεφαλής της Δημοκρατικής μειοψηφίας στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Γκρέγκορι Μικς, κινήθηκε στην ίδια γραμμή, λέγοντας ότι «ο πρόεδρος δεν είναι βασιλιάς. Αν πιστεύει ότι ο πόλεμος εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον, πρέπει να έρθει στο Κογκρέσο». Αντιστοίχως, ο Δημοκρατικός βουλευτής Τζέιμι Ράσκιν, που είναι συνταγματολόγος, έθεσε το ζήτημα ακόμη πιο καθαρά τονίζοντας ότι «το Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η απόφαση για πόλεμο ανήκει στο Κογκρέσο».

Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς θεσμική, καθώς φαίνεται ότι αντανακλά και την ευρύτερη διάθεση της κοινωνίας. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Quinnipiac, σχεδόν έξι στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν ότι ο πρόεδρος όφειλε να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου πριν από οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια εναντίον του Ιράν.

Οι ενστάσεις όμως δεν περιορίζονται στους Δημοκρατικούς. Μέσα στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπάρχει μια μικρή αλλά επίμονη ομάδα που αντιμετωπίζει τη σύγκρουση με καχυποψία. Ο γερουσιαστής Ραντ Πολ προειδοποίησε ότι ο πόλεμος μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς. «Αν ο στόχος είναι η άνευ όρων παράδοση του Ιράν ή η αλλαγή καθεστώτος, τότε μιλάμε για έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος» τόνισε χαρακτηριστικά. Στη Βουλή, ο Ρεπουμπλικανός Τόμας Μάσι ήταν ένας από τους ελάχιστους βουλευτές του κόμματός του που στήριξαν την προσπάθεια περιορισμού των πολεμικών εξουσιών του προέδρου.

Η ομάδα αυτή παραμένει μικρή στο Κογκρέσο. Ομως αντανακλά μια ευρύτερη τάση μέσα στο εκλογικό σώμα της νέας τραμπικής Δεξιάς, η οποία στο συγκεκριμένο θέμα συγκλίνει με την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών. Βεβαίως πολλοί ψηφοφόροι του Τραμπ εξακολουθούν να στηρίζουν μια στιβαρή εξωτερική πολιτική, αλλά θέτουν ένα σαφές όριο. Καμία χερσαία επέμβαση, κανένας νέος πολυετής πόλεμος και κυρίως καμία ανατροπή καθεστώτος που έχει απρόβλεπτες συνέπειες και οδηγεί συχνά σε δυσμενέστερες καταστάσεις.

Την ίδια στιγμή, αρκετές δεξαμενές σκέψης στην Ουάσιγκτον αντιμετωπίζουν την κλιμάκωση με εμφανή επιφυλακτικότητα. Το Quincy Institute, το οποίο προωθεί τη σχολή της «στρατηγικής αυτοσυγκράτησης», υποστηρίζει ότι η σύγκρουση κινδυνεύει να μετατραπεί σε περιφερειακό πόλεμο χωρίς σαφές στρατηγικό αποτέλεσμα. Ο αναλυτής Τρίτα Παρσί επισημαίνει ότι η ρητορική περί «άνευ όρων παράδοσης» δείχνει πως η σύγκρουση έχει ήδη μετακινηθεί πέρα από το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζονται και σε πιο παραδοσιακά πολιτικά ινστιτούτα. Στο Carnegie Endowment, ειδικοί προειδοποιούν ότι τα αεροπορικά χτυπήματα σπάνια παράγουν πολιτικά αποτελέσματα και ότι η αλλαγή καθεστώτος χωρίς σαφές σχέδιο μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη αστάθεια. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ανάλυση του Council on Foreign Relations που θέτει το ερώτημα για το ποια θα είναι η επόμενη μέρα ακόμη και μετά από μια επιτυχημένη ολοκλήρωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Πέρα από τους πολιτικούς και τους αναλυτές, η πιο καθοριστική παράμετρος παραμένει η στάση της αμερικανικής κοινής γνώμης. Δημοσκόπηση του Reuters–Ipsos δείχνει ότι μόλις 27% των Αμερικανών υποστηρίζει τα πλήγματα εναντίον του Ιράν, ενώ 43% τα αποδοκιμάζει. Αλλες έρευνες καταγράφουν ακόμη πιο έντονη δυσπιστία. Σύμφωνα με το Quinnipiac, το 53% των Αμερικανών αντιτίθενται στη στρατιωτική δράση, το 77% φοβούνται ότι η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε τρομοκρατικές επιθέσεις εντός των ΗΠΑ, ενώ το 74% ανησυχούν για τις επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας. Το 2024 η οικονομία έφερε τον Τραμπ πίσω στο Οβάλ Γραφείο. Το 2026 μπορεί να είναι αυτή που θα τον εκτροχιάσει πολιτικά στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Και όλα δείχνουν ότι σε μια χώρα που πέρασε σχεδόν δύο δεκαετίες πολέμων, η προοπτική ενός ακόμη ανοιχτού μετώπου στη Μέση Ανατολή αντιμετωπίζεται με έντονη επιφυλακτικότητα.

Η γενιά μετά το Ιράκ

Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση του Τζέι Ντι Βανς αντανακλά την πολιτική εμπειρία μιας νεότερης γενιάς Αμερικανών που διαμορφώθηκε στη σκιά των δύο πολέμων στη Μέση Ανατολή. Φυσικά ο αντιπρόεδρος όχι μόνο δεν ηγείται κάποιου αντιπολεμικού κινήματος αλλά στην πραγματικότητα υπερασπίζεται δημόσια την πολιτική του Λευκού Οίκου. Αλλωστε περιθώρια για εσωτερική αντιπολίτευση ή δημόσια εκδήλωση διαφωνιών δεν υπάρχουν στη διοίκηση Τραμπ.

Ωστόσο η πολιτική διαδρομή του Βανς αντικατοπτρίζει ένα βαθύτερο ρεύμα στη νεότερη αμερικανική πολιτική. Ο Βανς ανήκει σε μια γενιά πολιτικών που ενηλικιώθηκαν στη σκιά των πολέμων στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Η εμπειρία εκείνης της περιόδου έχει αφήσει σε πολλούς από αυτούς ένα ισχυρό ένστικτο δυσπιστίας απέναντι στις στρατιωτικές επεμβάσεις που ξεκινούν ως «περιορισμένες».

Λίγο πριν ξεκινήσει η σύγκρουση με το Ιράν, ο Βανς είχε προβλέψει ότι «δεν υπάρχει καμία πιθανότητα οι ΗΠΑ να μπουν σε έναν ακόμη πόλεμο χωρίς τέλος». Στην Ουάσιγκτον, πολλοί θα ήθελαν να πιστέψουν ότι αυτή τη φορά η πρόβλεψη θα αποδειχθεί σωστή. Η ιστορία όμως της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δείχνει ότι οι πόλεμοι συχνά ξεκινούν με αυτοπεποίθηση και τελειώνουν με περισσότερα ερωτήματα από όσα ξεκίνησαν. Αυτό ακριβώς είναι που φοβάται το μέτωπο των δύσπιστων.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version