Ολα ξεκινούν με ένα σιγανό κελάιδισμα μέσα στη νύχτα. Ο Αγάθης, τακτικός και πιστός πελάτης στο «Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία», αιφνιδιάζεται, αναστατώνεται. Από πού να προήλθε άραγε; Τον άκουσε όντως τον ήχο του πουλιού; Μήπως τον ονειρεύτηκε;
Η αμφιβολία, εν προκειμένω, δεν θα αργήσει να λάβει υπαρξιακές διαστάσεις. Εκτός αυτού, ο Θεοφάνης, ο αφηρημένος πανδοχέας, δεν έχει βάλει τον σχολαστικό και απαιτητικό Αγάθη στο καλύτερο δωμάτιο. Εκεί, όπως προκύπτει, έχει καταλύσει ένας κύριος Στηθάς, κυνηγός και παλαιός γνώριμος του Αγάθη.
Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η ιστορία (διόλου απλή πάντως, μα υποβλητική, μυστηριώδης, παράξενη) που αφηγείται ο Ε. Χ. Γονατάς στο εκτεταμένο διήγημά του «Ο φιλόξενος καρδινάλιος» (1986-87), στο οποίο και βασίζεται η νέα παράσταση της ομάδας bijoux de kant.
Ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης, σεσημασμένος λάτρης της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώνει για μία ακόμα φορά τις δυνάμεις του με δύο άξιους ηθοποιούς, τον Θανάση Δήμου και τον Χάρη Χαραλάμπους-Καζέπη.
Ο τελευταίος, ένας ερμηνευτής αφοσιωμένος στην τέχνη του και βραβευμένος εσχάτως, άτομο ευγενές, ήπιο και καρτερικό συν τοις άλλοις, προλαβαίνει και πίνει μαζί μας έναν καφέ στις αρχές του μήνα.
«Σήμερα έχω διαδοχικές πρόβες και παράσταση το βράδυ», λέει στο «Βήμα», εξηγώντας «πόσο πιεστική και δύσκολη είναι πλέον η κατάσταση» για όποιους σε αυτή τη χώρα «τρέχουν κυριολεκτικά» να εξασφαλίσουν «όχι μόνο τον βιοπορισμό τους αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους».
Οι κοινωνικές του αγωνίες είναι πολλές, τρυπώνουν πολύ συχνά στα λόγια του. Θα προτιμούσε, θαρρείς, να μη μιλάει καν για τον εαυτό του, γεγονός, κακά τα ψέματα, μάλλον ασυνήθιστο.
«Σαν μέσα σε πίνακα του Ντε Κίρικο»
«Στη θεατρική εκδοχή της ιστορίας είμαι ο Θεοφάνης. Ομως υπάρχει μια έντονη ρευστότητα εδώ. Ποιος είναι ποιος; Δεν έχουμε να κάνουμε με δύο ξεχωριστά πρόσωπα αλλά με δύο πλευρές του ίδιου προσώπου.
Από τη μια μεριά, ο εαυτός που ξέρει, που φαίνεται να κατέχει τη γνώση. Από την άλλη, ο εαυτός που δεν θέλει να πιστέψει, που αρνείται να αποδεχτεί ορισμένα πράγματα, απωθημένα, τραύματα, απώλειες. Ας πούμε, το ένα κομμάτι του εαυτού, το πιο βέβαιο, κάθεται και ψυχαναλύει το άλλο, το πιο αβέβαιο. Κάπως το καθοδηγεί, κάπως το προετοιμάζει για το αναπόδραστο τέλος, τον θάνατο, την ανυπαρξία.
Αλλά το ύφος του Ε. Χ. Γονατά, τόσο λιτό και απέριττο, τόσο υπαινικτικό και αλλόκοτο, μαλακώνει τη συγκεκριμένη μετάβαση και την καθιστά απαλότατη και φωτεινή, τίποτα το ζοφερό δεν μας πλακώνει.
Ολα αυτά, λοιπόν, συντελούνται σε μια ονειρική συνθήκη, σαν μέσα σε κάποιον πίνακα του Ντε Κίρικο ή του Εγγονόπουλου, σαν μέσα σε μια αίθουσα αναμονής για το επέκεινα όπου, παραδόξως, τα πάντα μπορούν να συμβούν» τονίζει ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης, εμφανώς παθιασμένος με την ατμόσφαιρα του κειμένου αλλά και βουτηγμένος ήδη στις εικαστικές πτυχές του εγχειρήματος.
«Για εμένα, η παράσταση αυτή μιλάει για τη διαδικασία της επιστροφής, την επιστροφή στην παιδική αθωότητα και στην επιθυμία, όταν όλα είναι στα μάτια μας καινούργια, μας εκπλήσσουν, μας γοητεύουν, μας αφήνουν έκθαμβους.
Μιλάει, επίσης, για την επιστροφή σε έναν εσώτερο εαυτό. Ο καθένας από μας έχει βαθιά στην ύπαρξή του ένα τέτοιο πανδοχείο και δεν μπορεί παρά να ελπίζει, να ελπίζει ότι η ερημία θα είναι αυθεντικά φιλόξενη» συμπληρώνει ο ηθοποιός.
Γεννημένος στη Λεμεσό της Κύπρου και σπουδαγμένος στην Αθήνα, στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στράφηκε στην υποκριτική όπως άλλοι στρέφονται, από ριζική ανάγκη, προς τον ελεύθερο ορίζοντα. Θήτευσε στο Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη, «όπου έμαθα πολλά, πώς στήνεται μια ολόκληρη παράσταση, υπήρξα μάλιστα βοηθός του».
Η συνάντηση με τον Λευτέρη Βογιατζή
Επειτα συναντήθηκε με τον Λευτέρη Βογιατζή, συμμετέχοντας στον Χορό της εμβληματικής «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, εμπειρία πυκνή και «συγκλονιστική», η οποία «με καθόρισε, με διαμόρφωσε και την κρατώ σαν φυλαχτό». Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης έχει διανύσει μια εικοσαετία και πλέον σε αυτόν τον επαγγελματικό στίβο και έχει συνεργαστεί γόνιμα με ετερόκλητους σκηνοθέτες.
«Οπως λένε στην Απω Ανατολή, τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να δηλώνω κι εγώ ότι, ναι, είμαι ηθοποιός. Δεν έχουν κι άδικο, ξέρετε. Νομίζω ότι η εκπαίδευση του ηθοποιού δεν σταματά ποτέ και ότι, στην ουσία, η δουλειά του συνιστά ένα είδος ατέλειωτης μαθητείας. Σημασία έχει να είσαι ανοιχτός και παρατηρητικός και έτοιμος να απορροφήσεις τις πλέον διαφορετικές ποιότητες, ενέργειες και συμπεριφορές των ανθρώπων».
Και συνεχίζει. «Οι άνθρωποι πορευόμαστε με βιώματα και μνήμες. Και οι ηθοποιοί, φυσικά. Εχω όμως την αίσθηση ότι στην υποκριτική το κρισιμότερο εργαλείο είναι η φαντασία, επειδή ακριβώς δένει όλα τα υπόλοιπα και τα μεταπλάθει.
Η φαντασία, ωστόσο, τροφοδοτείται και ασκείται. Αν την αφήσεις, σε αφήνει. Στην περίπτωσή μου, η ανάγνωση λογοτεχνίας, μυθοπλασίας, με γεμίζει και με συντροφεύει σταθερά. Ακόμα και στη διάρκεια της χειρότερης μέρας θα βρω εκείνα τα απαραίτητα λεπτά προκειμένου να διαβάσω μερικές σελίδες.
Πιστεύω ότι τα κείμενα, ιδίως τα σημαντικά, έρχονται και σε βρίσκουν την κατάλληλη στιγμή. Και δεν σε βρίσκουν απλώς, μπορούν να πυροδοτήσουν τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητάς σου. Αν κάτι εύχομαι για το μέλλον, είναι να με βρουν πολλά ακόμα σπουδαία κείμενα».
Υστερα τον ρωτάμε τι είναι το θέατρο για τον ίδιο και πώς βλέπει τη σύγχρονη ελληνική σκηνή. «Το θέατρο, μεταξύ άλλων, είναι θέαμα και ταμείο. Το φοβερό πρόβλημα είναι να θεωρούμε το θέατρο μόνο θέαμα ή μόνο ταμείο.
Οχι, το θέατρο είναι κυρίως όσα τείνουμε να ξεχνάμε όταν κυριαρχεί μια νευρωτική ροή στα πράγματα, το θέατρο είναι ψυχαγωγία, παιδεία, θεραπεία. Το θέατρο είναι μοίρασμα ιστοριών, ένας μηχανισμός ψευδαισθήσεων που μας προστατεύει ψυχικά και μας παραστέκεται ποιητικά απέναντι σε μια βάρβαρη καθημερινότητα. Το να ξεχαστεί από αυτή ένας θεατής εγώ το βρίσκω ωραίο.
Αν πάλι ένας θεατής μετατοπιστεί κατόπιν, έστω λίγο, σε σχέση με τη ζωή του ή τον κόσμο που τον περιβάλλει, τότε το θέατρο εκδηλώνει έμμεσα και έμπρακτα την πολύτιμη αξία του».
Υπάρχει και μια παρεξήγηση για το θέατρο, όπως τουλάχιστον το πλησιάζει ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης, ένας ηθοποιός που ξέρει καλά ποιο είναι το αντικείμενό του και δεν περιφέρεται ασκόπως γύρω από αυτό.
«Οταν ακούω κάποιον ή κάποια να λέει “το θέατρο είναι η ζωή μου”, δαγκώνομαι και πισωπατώ, με την υποψία ότι ενδέχεται και να το εννοεί. Κατά τη γνώμη μου, το θέατρο είναι μες στη ζωή, δεν είναι η ζωή. Η διάκριση έχει νόημα. Εγώ, ας πούμε, το αγαπώ το θέατρο και παλεύω για αυτό, είναι κομμάτι μου μεγάλο, αλλά δεν είναι ολόκληρη η ζωή μου. Δεν είναι το θέατρο ό,τι είμαι εγώ».
