«Συναίνεση»: Περί νόμου, δικαιοσύνης και ηθικής

Με τη «Συναίνεση» της Νίνα Ρέιν, ο Τάκης Τζαμαργιάς επιτυγχάνει να μετατρέψει τη σκηνή στο «Σύγχρονο Θέατρο» σε χώρο δημόσιου διαλόγου, όπου οι θύτες και τα θύματα, οι δίκαιοι και οι άδικοι ανταλλάσσουν ρόλους μέσα σε ένα σύστημα αξιών που παραπαίει.

«Συναίνεση»: Περί νόμου, δικαιοσύνης και ηθικής

«Η ηθικότητα ενός έργου δεν βρίσκεται στο θέμα του ή στη σχέση του ομιλητή με το κοινό, αλλά στο πνεύμα της εκτέλεσής του. Εάν αποπνέει τον πλούτο της ανθρωπότητας, τότε είναι ηθικό. Εάν είναι απλώς το έργο μιας ιδιαίτερης δύναμης και τέχνης, δεν είναι» γράφει ο Φρίντριχ Σλέγκελ στο βιβλίο του «Φιλοσοφικά θραύσματα». Η ρήση του Σλέγκελ απηχεί το πνεύμα της σκηνοθετικής απόδοσης του Τάκη Τζαμαργιά για τη «Συναίνεση» της Νίνα Ρέιν. Το «πνεύμα της εκτέλεσης» είναι ακριβώς εκείνο που μετατρέπει μια σύγχρονη τραγικωμωδία με στοιχεία δικαστικού δράματος σε υπαρξιακό στοχασμό.

Ο θεατής σε ρόλο ενόρκου

Η «Συναίνεση» δεν είναι απλώς ένα επίκαιρο, καλογραμμένο έργο. Είναι μια διαρκής πρόκληση προς τον θεατή, τον καλεί να αναλάβει ρόλο κριτή και ενόρκου, να σταθεί απέναντι στα όρια του νόμου, της ηθικής και της αλήθειας, επιβεβαιώνοντας τη δύναμη της σύγχρονης δραματουργίας να ανοίγει δύσκολες συζητήσεις.

Τι σημαίνει συναίνεση όταν η γλώσσα και η εξουσία διαμορφώνουν τους όρους της; Μπορεί ο νόμος να αποδώσει δικαιοσύνη όταν αγνοεί το βίωμα; Αν κάτι είναι νόμιμο, είναι αυτομάτως και δίκαιο; Υπάρχει πράγματι αντικειμενική αλήθεια ή πρόκειται για ένα κατασκεύασμα που αλλάζει ανάλογα με τη σκοπιά; Και, κυρίως, πόσο έτοιμοι είμαστε να ακούσουμε την «αλήθεια» του άλλου όταν αυτή απειλεί τη δική μας;

Η δραματουργία της Ρέιν κινείται σε γκρίζες ζώνες, εκεί όπου η ηθική, η δικαιοσύνη και η προσωπική ευθύνη συγκρούονται χωρίς σαφείς νικητές. Το κοινό δεν παραμένει παθητικός δέκτης. Καλείται να σταθμίσει επιχειρήματα, συναισθήματα και αντιφάσεις.

Η Νίνα Ρέιν εστιάζει σε μια ομάδα δικηγόρων που χειρίζονται μια υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης και ταυτόχρονα αποκαλύπτουν τις δικές τους ρωγμές, τα προσωπικά τους αδιέξοδα, την κυνικότητα και τη σύγχυση που γεννά η συνεχής εξοικείωση με το έγκλημα και τη διαφθορά. Με κοφτερούς διαλόγους, γεμάτους λογικά επιχειρήματα και συναισθηματικές εκρήξεις, η Ρέιν συνθέτει μια καυστική, κοινωνική τομή πάνω στη σύγχρονη αστική ηθική, ξεδιπλώνει ένα πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη σύγχρονη κοινωνία. Οι δικαστικές αίθουσες εισβάλλουν στα σπίτια των ηρώων και οι νομικές στρατηγικές μετατρέπονται σε προσωπικά αδιέξοδα. Οι σχέσεις τους αποδεικνύονται εξίσου εύθραυστες και αντιφατικές με εκείνες των πελατών τους, ενώ η συνεχής επαφή με τη βία και τη διαφθορά αφήνει ανεξίτηλα σημάδια. Ο κυνισμός μοιάζει αναπόφευκτος, η τοξικότητα παρούσα, η ηθική διαπραγματεύσιμη.

Σκηνικό αρχαίας τραγωδίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ευθεία σύνδεση που επιχειρεί το έργο με την αρχαία τραγωδία. Οπως εύστοχα διατυπώνεται μέσα από τους διαλόγους, δύο αντικρουόμενες αλήθειες, εξίσου απόλυτες, οδηγούν αναπόφευκτα στη σύγκρουση και τελικά στην καταστροφή. Η «Συναίνεση» δεν αναπαριστά απλώς σύγχρονες δικαστικές υποθέσεις βιασμού ή απιστίας· αναβιώνει το τραγικό στοιχείο μέσα από καθημερινούς ανθρώπους, απογυμνώνοντας τις βεβαιότητές τους.

Ο Τάκης Τζαμαργιάς, επιλέγοντας τη «Συναίνεση», συνεχίζει τη διαχρονική του συνομιλία με τα ερωτήματα περί δικαιοσύνης, ηθικής και ανθρώπινης ευθύνης. Η σκηνοθετική του προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με τον μπρεχτικό κανόνα που θέλει τον θεατή να μην ταυτίζεται άκριτα, αλλά να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να κρίνει. Η παράσταση αποφεύγει τον μελοδραματισμό και επενδύει στη διανοητική εγρήγορση, αφήνοντας χώρο για πολλαπλές αναγνώσεις.

Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός, οι σκηνές εναλλάσσονται με κινηματογραφική ροή, ενώ τα απογυμνωμένα από κάθε περιττό υλικό σκηνικά της Ελλης Εμπεδοκλή, που παραπέμπουν σε αίθουσα δικαστηρίου, δημιουργούν έναν ουδέτερο, σχεδόν ψυχρό κόσμο, έναν χώρο όπου η δικαιοσύνη μοιάζει να έχει αποστειρωθεί από την ενσυναίσθηση. Οι από πολλές και διαφορετικές γωνίες φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη υπογραμμίζουν την ηθική ασάφεια των χαρακτήρων, συνδράμοντας παράλληλα τους γρήγορους ρυθμούς και την πολυπρισματική σκηνοθετική εστίαση. Οι rave ρυθμοί των μουσικών σχεδιασμών του Ανδρέα Κουρέτα προσθέτουν ένταση στις σιωπές και ταχυπαλμίες στο κοινό.

Οι ερμηνείες του θιάσου υπηρετούν με ακρίβεια την εκρηκτική και αιχμηρή γραφή της Ρέιν, όπως αυτή αποδίδεται στη ρέουσα μετάφραση του Αντώνη Πέρη. Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος αποδεικνύει, για άλλη μία φορά, ότι ανήκει στην ερμηνευτική αφρόκρεμα της γενιάς του, καθώς αποδίδει με καθηλωτική άνεση τον αναίσθητο, ναρκισσιστή Εντουαρντ που διαλύεται συναισθηματικά μόνο όταν πληρώνεται από τη γυναίκα του με το ίδιο νόμισμα της απιστίας. Τον θυμάμαι το 2010, νιόβγαλτο από τη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, να ερμηνεύει με ασύλληπτο σθένος και άνεση τον κραταιό Κρέοντα στην «Αντιγόνη» που παιζόταν σε σχολεία, επίσης με σκηνοθέτη τον Τάκη Τζαμαργιά. Από τότε μέχρι τώρα έχει διαγράψει μια αξιοθαύμαστη πορεία. Η Κίττυ Παϊταζόγλου (Κίττυ), η Βαλέρια Δημητριάδου (Ρέιτσελ), ο Παναγιώτης Γαβρέλας (Τζέικ), ο Ερρίκος Μηλιάρης (Τιμ), η Καλλιόπη Παναγιωτίδου (Γκέιλ/Λάουρα) συμπληρώνουν με δυναμισμό έναν θίασο που λειτουργεί συλλογικά και οργανικά. Η Μανταλένα Καραβάτου στον κομβικό ρόλο της ηθοποιού Ζάρα δεν κατορθώνει να ενταχθεί στο σύνολο.

Με τη «Συναίνεση» της Νίνα Ρέιν, ο Τάκης Τζαμαργιάς επιτυγχάνει να μετατρέψει τη σκηνή σε χώρο δημόσιου διαλόγου, όπου οι θύτες και τα θύματα, οι δίκαιοι και οι άδικοι ανταλλάσσουν ρόλους μέσα σε ένα σύστημα αξιών που παραπαίει.

Γιατί, όπως υπαινίσσεται το έργο, «η αλήθεια του ενός μπορεί να καταστρέψει τη ζωή του άλλου» και η «δικαιοσύνη, χωρίς ενσυναίσθηση, δεν είναι παρά μια προσεκτικά λογαριασμένη μορφή εξουσίας».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version